Στο Καράβι – Ξεριζωμένη Γενιά, Ιφιγένεια Χρυσοχόυ

Κάποτε σταμάτησε ο θρήνος και το μοιρολόι. Μονάχα λυγμοί κι αναφιλητά ταράζουν τ’ ανθρώπινα ρημάδια. Αυλακιές στα μάγουλα η καυτή αρμύρα απ’ τα μάτια. Τρεμουλιάζουν τα σφαλιγμένα στόματα. Πηχτή χολή το σάλιο. Αγκάθια, οι πρησμένες αμυγδαλές, ξεγδέρνουν το λαρύγγι. Αγκομαχά το καράβι απ’ το φορτωμένο πόνο.

Όταν έκανε να μερώσει ο δαρμός της ψυχής, άρχισαν οι ανάγκες του κορμιού. Ο ένας θέλει να πάει προς νερού του. Ο άλλος διψάει. Το παιδί ζητάει να φάει. Ο γέρος πονάει. Που όμως να κουνηθείς; Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Φίσκα αμπάρι, μηχανές, κάτω, γύρω, παντού.

Μερικοί, κουρνιασμένοι στις άκρες, ξεσκεπάσανε τα κεφάλια. Βγάλανε τα γυναικεία ρούχα. Είναι άγουρα παλικαράκια κι ώριμοι άντρες. Καταφέρανε να ξεγλιστρήσουν ανάμεσα απ’ τους Τούρκους. Οι τυχερές δε σκέφτουνται τη συμφορά. Ποιος λογαριάζει αν χάθηκε το βιος; Ποιος αν ξεριζώθηκαν; Ξέρουν, γρήγορα θα γυρίσουν πίσω. Φτάνει που έχουν τους άντρες κοντά τους. Όμως ακόμα φοβούνται…….

Η Χατζηνάσαινα με τα οχτώ της παιδιά κοίτεται σε μιαν άκρη. Ο άντρας της δεν κατάφερε να μπει στο καράβι. Την τελευταία στιγμή έμεινε έξω. Πρόφτασε ν’ αρπάξει ο Κλήτος απ’ τα χέρια του το Λευτεράκη. Σα χαμένος απόμεινε εκείνος να κοιτάζει με τα φακιόλι και τα γυναικεία ρούχα. Φώναζε, τσίριζε η γυναίκα του απ’ την κορφή της ανεμόσκαλας. Τραβούσε τους ναύτες απ’ τα μανίκια. Έδειχνε με τα χέρια προς το μέρος του. Τίποτα. Κάποια στιγμή τον έχασε απ’ τα μάτια της. Ρουφήχτηκε απ’ τ’ αλαφιασμένο μπουλούκι.

Ξαφνικά σφύριξε η μπουρού. Έβαλε μπρος η μηχανή. Στρίγγλιζαν οι αλυσίδες. Σηκώθηκε η άγκυρα. Ξεκίνησε το καράβι. Ουρλιάζει, δέρνεται το γυναικομάζωμα. Μετά ήρθε ο θρήνος και το μοιρολόι…

Πόσες ώρες είναι που ξεκίνησαν; Η Νάσαινα ακόμα κλαίει. Μετράει και ξαναμετράει τα παιδιά της. Δόξα σοι ο Θεός, σωστά είναι.

Κοντά της μια μικρή γυναίκα βαστάει ένα λεχούδι. Ώρα παιδεύεται να το βυζάξει.

—Από χτες έχει να φάει, παραπονιέται η νέα μητέρα.

—Μη στέρεψε το γάλα σου;

—Να, κάτι στάζει, ζουπάει με τα δυο δάχτυλα το βυζί.

—Δοκίμασε πάλι. Τι θαρρείς; Έχασε κι αυτό τη βολή του. Το χέρι οδηγεί τη ρόγα στο σφαλισμένο στόμα. Εκείνο δε λέει να τ’ ανοίξει. Η ρόγα σεργιανά στα ξασπρισμένα χειλάκια. Τα πασπατεύει. Ψάχνει να βρει δρόμο να χωθεί. Τρεμοσάλεψε το στοματάκι. Πρόφτασε η μάνα να το μπουκώσει με τη ρόγα της. Μια ρουφηξιά. Δυο ρουφηξιές. Ξαφνικά σταμάτησε τα μωρό να βυζαίνει. Ανησυχία την αντάριασε. Γυροφέρνει τη ρόγα με τα δάχτυλα μέσα στο στόμα. Την κουνά πέρα δώθε. Είναι πρωτάρα. Δεν έχει χρόνο παντρεμένη. Τώρα μπήκε στα δεκαοχτώ, θυμάται, πριν ένα μήνα, όταν της είχε βάλει για πρώτη φορά η μαμή το μωρό στο πλάι της, σαν παλαβό έψαχνε το ορθάνοιχτο στοματάκι του να βρει τη ρόγα. Κι όταν τη βρήκε, την άρπαξε λιμασμένα. Τη σφήνωσαν τα χειλάκια και την πιπίλιζαν σφιχτά – σφιχτά, λες και χρόνια το δασκάλευαν πώς να βυζαίνει. Τώρα η ρόγα της έμεινε φυλακισμένη στο στοματάκι του. Θεέ μου, σα να μη σαλεύει το μωρό! Ένα σύγκρυο γλίστρησε στα σωθικά της. Πασπατεύει το κορμάκι του. Ξυλιασμένο, μπούζι.

—Το παιδί μου, το παιδί μου! Χριστιανοί, πέθανε το παιδί μου, φωνάζει και περιμένει να της πουν ότι είναι ψέματα.

Η Νάσαινα κοιτάει να την παρηγορήσει.

—Είναι αβάφτιστο, ασαράντιστο, δέρνεται η μικρή μάνα. Ψυχή μου, τζιέρι μου, ούτε παπά να σε διαβάσω, ούτε γης να σε θάψω. Τι θα πω στον πατέρα σου, όταν σμίξουμε;

—Σταμάτα πια. Τ’ αγάπησε ο Θεός, το γλίτωσε. Ποιος ξέρει τι μας μέλλεται εμάς… κλαψουρίζουν οι γυναίκες τριγύρω.

Το πήρε μια γριά. Του σταύρωσε τα χεράκια. Το τύλιξε σ’ έναν μποχτσά. Ετοιμάστηκε να το πετάξει στη θάλασσα.

—Όχι, όχι, τ’ αρπάει η μάνα. Δεν αφήνω το παιδί μου αδιάβαστο κι άταφο.

Το σφίγγει στην αγκαλιά της. Γέρνει το κεφάλι της απάνω του και μένει ασάλευτη.

Το μεσημέρι μοίρασαν παστές σαρδέλες, κασκαβάλι και γαλέτες. Στα μωρά δώσανε μπισκότα και γάλα του κουτιού. Ύστερα απ’ το φαΐ, όλοι το ρίξανε στο νερό. …..

Ο αγέρας δυναμώνει. Ένα απότομο τράνταγμα τίναξε τον κόσμο. Πατάει τις φωνές η γυναίκα με το πεθαμένο μωρό στην αγκαλιά.

—Σπλάχνο μου, καρδιά μου.

Σα να ‘ταν σύνθημα, άρχισαν κι οι άλλες.

—Παιδί μου.

—Πατέρα.

— Γιόκα μου, γιόκα μου, θα σε ξαναδώ άραγε;

—Κοριτσάκι μου, που να ‘σαι; Καλύτερα να πεθάνεις παρά να τουρκέψεις.

Μπήγουν τα κλάματα τα μωρά. Πατάνε τις φωνές τα παιδιά. Ξαναρχίζουν οι γυναίκες το μοιρολόι. Ο άνεμος δυναμώνει… Αγρίεψε η θάλασσα. Ταρακουνιέται το καράβι. Τσιριές, κλάματα, βογκητά χτυπάνε τη νύχτα. Έσμιξε ο θρήνος των ανθρώπων με το μούγκρισμα των κυμάτων, το πάλαιμα των στοιχειών. Σπάραζε το σκοτάδι.

Το πρωί ησυχία. Ασπρογάλανη γαλήνη στην πλάση. Σε λίγο βάφτηκαν τα νερά τριανταφυλλιά. Κι όταν ο ήλιος ανέβηκε, τρεμούλιαζαν φως και ασήμι.

Μοίρασαν γαλέτες και κεφαλοτύρι για πρωινό.

—Ρίξε το παιδί στη θάλασσα. Δεν καταλαβαίνεις; Όπου να ‘ναι θ’ αρχίσει να μυρίζει, λένε στη γυναίκα με το πεθαμένο μωρό.

—Όχι, όχι, δέρνεται εκείνη.

—Μα αφού πέθανε πια.

Σαν είδε ότι δε γίνεται αλλιώς, άρχισε να παρακαλεί.

—Ας το διαβάσει τουλάχιστο ένας παπάς.

—Καλέ, τι τον θέλετε τον παπά; Αυτό είναι αγγελούδι. Δεν έχει αμαρτίες, λέει μια μεσόκοπη με άσπρα μαλλιά.

Αρπάει το παιδί απ’ την αγκαλιά της μάνας, δένει το μποχτσά, που ήτανε τυλιγμένο, το σταυρώνει με το χέρι και το ρίχνει στη θάλασσα. Ένα «μπλουμ» ακούστηκε. Το «μπλουμ» μπουνιά χτύπησε τα σπλάχνα της Ιφιάνασσας. «Παναγίτσα μου, πάει το μωρό… Τώρα; Αν το φάνε τα ψάρια; Μπορεί να το τρώνε κιόλας…». Νιώθει τα δόντια τους στο κορμί της. Πάγωσε. Όχι, όχι… «Αυτό είναι αγγελούδι» είπε η γυναίκα με τ’ άσπρα μαλλιά. Πώς είναι αγγελούδι, αφού είναι αβάφτιστο; Δεν της είχε πει η Βαγγελίτσα, τότε στο αμπέλι τους, ότι τα αβάφτιστα παιδιά δε γίνονται αγγελούδια;

Ξαφνικά ένας γλάρος πέταξε. Ζυγιάζει τα φτερά του στο μέρος που ‘πεσε το παιδί. Βουτάει στα νερά. Σε λίγο σηκώνεται. Οι κάτασπρες φτερούγες μοιάζουν με φτερούγες αγγέλου. Λες, αυτός ο γλάρος να ‘ναι αγγελούδι; Και βέβαια είναι. Είναι η ψυχή του μωρού που πέθανε. Χάρηκε η Ιφιάνασσα στη σκέψη ότι το παιδί έγινε αγγελούδι. Ο γλάρος έκανε λίγους κύκλους ακόμα και πέταξε ψηλά.

Storia Controversa

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.