Στο Παλαμήδι τ’ Αναπλιού το άδικο ξορκίζεται με αίμα…

του Μουσταΐρα Γιώργου,

Κάστρο παλιό και σκοτεινό, που ορθώνεσαι τ’ αψήλου
και χάνεσαι πίσω, βαθειά, σε χρόνους περασμένους,
στοιχειώνεις μέσ’ στα σπλάχνα σου ψυχές και ιστορίες,
κρίματα, πόνους και καημούς και πάθη και λαχτάρες.

Ένας βράχος κι ένα κάστρο. Το πιο φημισμένο κάστρο της Ελλάδας. Το Παλαμήδι τ’ Αναπλιού, που πήρε το όνομά του από έναν αδικοσκοτωμένο και η ιστορία του συνακόλουθα, είναι γραμμένη με αίμα, δάκρυα και προδοσίες.

Οικιστής της Ναυπλίας –όπου βρίσκεται το σημερινό Ναύπλιο– ήταν ο Ναύπλιος, γιός του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, μιας από τις Δαναΐδες. Ο απόγονός του πέμπτης γενιάς, που είναι γνωστός ως Ναύπλιος ο νεώτερος και πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, είχε τρεις γιούς, τον Παλαμήδη, τον Οίακα και τον Ναυσιμέδοντα. Από τον Παλαμήδη, που συκοφαντημένος, είχε άδικο τέλος κατά την τρωική εκστρατεία, πήρε το όνομά του ο ψηλός λόφος (216 μ.), που δεσπόζει πάνω από την πόλη.

Και από τότε, πάνω σ’ αυτό το βράχο, το άδικο κι η προδοσία ξορκίζονται με αίμα.
Σύμφωνα με τις βιβλιογραφικές καταγραφές ο λόφος δεν φαίνεται να είχε οχυρωθεί συστηματικά μέχρι τα χρόνια της δεύτερης Ενετοκρατίας. Πάντως, κατάλοιπα οχυρώσεων αρχαίων χρόνων διακρίνονται στις εσχατιές του ενετικού φρουρίου, προς την πλευρά του Καραθώνα.

Κατά την περίοδο της πρώτης Ενετοκρατίας, οι Βενετσιάνοι δεν έκαναν κάποια οχυρωματική εργασία στο Παλαμήδι, ενώ ενίσχυσαν και επέκτειναν το κάστρο της Ακροναυπλίας. Αυτό το πλήρωσαν κατά τη διάρκεια της τρίχρονης πολιορκίας του Ναυπλίου (1537-1540) από τους Τούρκους, καθώς ο βεζίρης Κασίμ πασάς είχε τοποθετήσει πάνω ‘κει τα πυροβόλα του και κανονιοβολούσε τους αμυνόμενους στην Ακροναυπλία και στην πόλη.

Οι Ενετοί επανήλθαν το 1686, υπό την ηγεσία του δόγη Φραγκίσκου Μοροζίνι και κατέλαβαν το Ναύπλιο, αφού συνήψαν αιματηρή μάχη για την κατάκτηση του βράχου του Παλαμηδιού, απ’ όπου βομβάρδισαν και αυτοί την Ακροναυπλία και την πόλη.

Ο βομβαρδισμός της Ακροναυπλίας από τον βράχο του Παλαμηδιού (Χαλκογραφία του Johann Christoph Wagner , τυπωθείσα από τον Jakob Koppmayer -1787).

Προδοσία και άλωση

Μετά την κατάληψη της πόλης, συνειδητοποιώντας τη στρατηγική σημασία του Παλαμηδιού αποφάσισαν την οχύρωσή του. Η αρχική ιδέα ήταν του Μοροζίνι αλλά ο δόγης πέθανε στο Ναύπλιο στις 6 Ιανουαρίου 1694, πριν προχωρήσει στην υλοποίησή της. Έτσι, ο σχεδιασμός έγινε από τον Κυβερνήτη της ενετοκρατούμενης Πελοποννήσου Φραγκίσκο Γκριμάνι. Το έργο, παρά το ότι ήταν κυριολεκτικά μεγαλεπήβολο, ολοκληρώθηκε ταχύτατα, μέσα σε μία τριετία (1711-1714), από τον Γενικό Προβλεπτή του Στόλου Αυγουστίνο Σαγρέδο, σε σχέδια του Zιαξίχ και με κατασκευαστή τον Γάλλο συνταγματάρχη του Μηχανικού Ντε Λα Σαλ.

Το κάστρο του Παλαμηδιού θεωρείται πραγματικό “κόσμημα” οχυρωματικής, με ιδανική αξιοποίηση του εδάφους και εσωτερική αλληλοκάλυψη των προμαχώνων, για την περίπτωση εχθρικής εισβολής. Δυστυχώς για τους εργοδότες του, ο Ντε Λα Σαλ ήταν αυτός που παρέδωσε το φρούριο στους Τούρκους, ένα χρόνο μετά την ολοκλήρωσή του (1715), καθώς, κατά την πολιορκία της πόλης, έφραξε με καρφιά τις τρύπες των πυροβόλων, που είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των πυροβόλων αλλά και μέρους των τειχών. Η παράδοση του Ναυπλίου ήταν, νομοτελειακά, η συνέπεια της προδοσίας. Τον προδότη, πρόλαβε και τον κατακρεούργησε ο λαός της πόλης…

Η λαϊκή μούσα κατέγραψε ως εξής την προδοσία:

Το Παλαµήδι άρχισε να το κανονιτσάρη,
και γνώμην είχ΄ ο τύραννος γλήγορα να το πάρη.
Σίγουρα τωχ’ ο Αγαρηνός, στ’ έταξε µεγάλα
διά να δώση χάρισµα του Κολονέλου Σάλα.
Φραντζέζος ήταν το σκυλί και ‘πίβουλος στη γνώσι
Ανάπλι το περίφηµο να το κατασκλαβώση.

Το Ναύπλιο στα τέλη του 18ου αιώνα (Υδατογραφία του Jean Baptiste Hilaire – Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθήνας).

Η ώρα τη Επανάστασης

Και φτάσαμε στον ξεσηκωμό του 1821. Έπειτα από πολύμηνη πολιορκία, τη νύχτα της 29ης Nοεμβρίου του 1822, μια ομάδα από 350 παλικάρια, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν και 40 Κρανιδιώτες, με γενικό αρχηγό τον Στάικο Σταϊκόπουλο, κατέλαβε με αιφνιδιασμό το Παλαμήδι. Ο Μιχαήλ Γ. Οικονόμου-Καζής (1798–1879) Φιλικός, Γραμματέας του Κολοκοτρώνη, ρήτορας και συγγραφέας, στα απομνημονεύματά του: “Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο ιερός των Ελλήνων αγών” (1873), περιγράφει το γεγονός:

«Και αναβάντες εκυρίευσαν αυτήν, πρώτων εισπηδησάντων των Κρανιδιωτών Δημ. Ν. Μοσχονησιώτη, Μανώλη Σκρεπετού και Κώστα Γκιώνη. Μη φθανούσης της κλίμακος ζώνης διπλής ριφθείσης επί πυροβόλου βοηθεία αυτής, υποβοηθηθείς από τον Γκιώνην ο εξ Ερμιόνης Σταμάτης Μήτσας, αναβάς πρώτος, εβοήθησε και ηυκόλυνεν την των άλλων ανάβασιν εν οις και τίνα γέροντα Κρανιδιώτην ειδήμονα και την πύλην ανοίξαντα δι ης οι λοιποί εισήλθον». (σ.σ.: Προφανώς, ο Μοσχονησιώτης αν και Κυδωνιεύς, ήταν προσκολλημένος στο σώμα των Κρανιδιωτών)

4) Σταμάτης Μήτσας (Ανθούλα Λαζαρίδου – Δουρούκου).

Σημειωτέον, ότι οι Έλληνες πάτησαν το Παλαμήδι από την Γιουρούς-Ντάπια (προμαχώνα Aχιλλέας), τον ίδιο προμαχώνα, από όπου είχαν μπει και οι Τούρκοι, όταν πήραν το κάστρο από τους Ενετούς το 1715. Οκτώ είναι οι προμαχώνες του Παλαμηδιού, που αναλόγως με το ποιος είχε το κάστρο έπαιρναν και το όνομά τους.

Ο κεντρικός του Aγίου Aνδρέου, ο Aχιλλέας στα ανατολικά και ακόμα ο Eπαμεινώνδας και ο Φωκίων, ο Θεμιστοκλής στα νότια, ο Λεωνίδας και ο Mιλτιάδης στα βόρεια και ο Pομπέρ στα βορειοδυτικά. Ο τελευταίος ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Γάλλου φιλέλληνα Φραγκίσκου Ρομπέρ που σκοτώθηκε το 1826 στην πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών.

Στην πολιορκία τ’ Αναπλιού από τους Έλληνες επικεντρώνεται το γνωστό δημοτικό τραγούδι. Φυσικά, εδώ οι Αναπλιώτισσες είναι Τουρκοπούλες, που λόγω της μακράς πολιορκίας εστερούντο ακόμη και των χρειωδών:

Λαλούδι* της Μονομπασιάς και κάστρο της Αθήνας (ή Λαμίας)
και Παλαμήδι τ’ Αναπλιού άνοιξε να ’μπω μέσα.
Να δω τις Αναπλιώτισσες, τις Αναπλιωτοπούλες,
πώς πλένουν, πώς λευκαίνουνε, πώς μοσχοσαπουνάνε.
Βάνουν το δάκρυ τους νερό, το σάλιο τους σαπούνι…

Λαλούδι εννοεί τον Βράχο. Πρόκειται για επιβίωση του ομηρικού “λάς” (πέτρα, βράχος) που έφθασε στις μέρες μας με διάφορες μορφές (λατομείο, λατόμος,…)

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου. Διακρίνεται πίσω από το κυπαρίσσι το εκκλησάκι.

Tο μεσημέρι της επόμενης, ανήμερα του Αποστόλου Aνδρέου, καθαρίστηκε στα γρήγορα το ερειπωμένο βενετσιάνικο εκκλησάκι του Αγίου Γεράρδου, που είχαν κάνει αποθήκη οι Τούρκοι και τελέστηκε εκεί δοξολογία. Το εκκλησάκι αφιερώθηκε έκτοτε στη μνήμη του Αγίου Ανδρέου και κάθε χρόνο γιορτάζεται σ’ αυτό η απελευθέρωση της πόλης.

Από τον Καποδίστρια στον Όθωνα

Πρώτος Φρούραρχος του Παλαμηδιού ανέλαβε ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Μετά τον θάνατό του, ο Θοδωράκης Γρίβας, αφού παντρεύτηκε τη γυναίκα του σκοτωμένου, στη συνέχεια κατέλαβε και το Παλαμήδι, όπου κάποια στιγμή παγίδευσε εκεί τον Κολοκοτρώνη, διεκδικώντας την προίκα της γυναίκας του!

Το Παλαμήδι κάτω από την διοίκηση του Θοδωράκη Γρίβα εξελίχθηκε σε άντρο ανομίας και οι άντρες της φρουράς του ήσαν φόβος και τρόμος για τους κατοίκους της πόλης. Έτσι, στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) ο Κολοκοτρώνης ζήτησε από τους Πελοποννήσιους να διώξουν τον Γρίβα από το Ναύπλιο, που το είχε καταντήσει λησταρχείο! Τελικά, ο Γρίβας παρέδωσε το Παλαμήδι στον Καποδίστρια το 1828.

Στη βορειοδυτική πλευρά του βράχου του Παλαμηδιού, επί Όθωνος κατασκευάστηκε από κατάδικους κλίμακα, ενισχυμένη με μικρές πολεμίστρες, που οδηγεί στο κάστρο. Είναι αυτή με τα 999 σκαλιά, που όμως είναι… 857! Παράλληλα με αυτή, υπάρχουν οι γαλαρίες, που την εποχή των Ενετών συνέδεαν το κάστρο με την πόλη.

Οι φρικιαστικές φυλακές

Το 1834, η Αντιβασιλεία φυλακίζει εκεί, στον προμαχώνα “Μιλτιάδης”, επί 11 μήνες, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μαζί με τον Δημήτριο Πλαπούτα, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Ο θεωρούμενος ως χώρος της φυλακής του Κολοκοτρώνη, το θεοσκότεινο βαθύ μπουντρούμι-αποθήκη, που βρίσκεται μέσα στο βράχο, είναι εφεύρημα φύλακα του κάστρου, όταν έπαψαν να λειτουργούν οι φυλακές εκεί (1926). Έδειχνε, λοιπόν, το μέρος, οι επισκέπτες συγκινούνταν και πρόσθετε: «Βάλτε κι ένα κεράκι στη μνήμη του γέρου» (που το έπαιρναν από το εκκλησάκι παραδίπλα). Και έβγαζε μεροκάματο…

Η ζωή στον προμαχώνα Μιλτιάδης.

Το 1829 ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας κατασκεύασε τις πρώτες φυλακές εσωτερικά του κτιρίου. Στα 1840, στον προμαχώνα Μιλτιάδης, οργανώθηκαν φυλακές βαρυποινιτών, που λειτούργησαν ως το 1926 περίπου. Οι συνθήκες διαβίωσης εκεί ήσαν απάνθρωπες. Μια εικόνα της κατάστασης μας δίνει το τραγούδι:

Όλα τα κάστρα να χαθούν όλα και να ρημάξουν
Το Παλαμήδι το πικρό θεός να το φυλάξη.
Εκεί ‘ναι οι κατάδικοι όλο βαρυποινίτες.
Μέσα είναι κι ο άνδρας μου στα σίδερα βαλμένος.
Με δυο ζυγίτσες σίδερα στα πόδια και στα χέρια…
Στη φυλακή τον έχουνε, στα σκοτεινά μπουντρούμια.

Υπό τον τίτλο: “Αι φυλακαί του Ναυπλίου“, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας δημοσίευσε στην “Εστία” (1892) τις εντυπώσεις από το πέρασμά του από το Ναύπλιο, όπου επισκέφτηκε τις φυλακές “Μιλτιάδης”, “Άγιος Ανδρέας”, “Βουλευτικό” και “Μπούρτζι”, συνομίλησε με κρατουμένους αλλά και δημίους, μπήκε στα κελιά τους, είδε πώς ζούσαν και σχολίασε με φρίκη: «…Ο Χριστός, τρομώ και λέω, αν έμεν’ ένα ξάμηνο εκεί, βέβαια θα ξέχανε το “αγαπάτε αλλήλους”…». Στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέου, λειτουργούσε παράλληλα φυλακή για κρατούμενους με ελαφρότερες ποινές. Εκεί η κατάσταση ήταν καλύτερη.

Οι φυλακές του Αγίου Ανδρέου (1920).

Το Παλαμήδι ορίστηκε και ως τόπος εκτελέσεων. Η γκιλοτίνα λειτουργούσε στο αλωνάκι (το κεντρικό πλάτωμα) του φρουρίου, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέου, όπου οι μελλοθάνατοι παρακολουθούσαν για τελευταία φορά λειτουργία. Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα το 1833. Τον 19ο αιώνα γίνονταν εκεί, περίπου 25 εκτελέσεις το χρόνο. Η λαιμητόμος έπαψε να λειτουργεί το 1913. Το 1962 το Παλαμήδι χαρακτηρίστηκε ως επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος υπό τον ΕΟΤ. Οι επισκευές στον χώρο ολοκληρώθηκαν το 1969.

Δυο ρεμπέτικα τραγούδια για τις φυλακές του Παλαμηδιού:

Από συναυλία στο θαλασσόπυργο Μπούρτζι του Ναυπλίου (9/8/2008), με τραγούδια της παρανομίας και της φυλακής. Το τετράστιχο στο ξεκίνημα του άρθρου είναι η αρχή του ποιήματος “Στη σκιά του Μιλτιάδη”, που έγραψα γι’ αυτήν τη συναυλία. Δημοσιεύτηκε στη “Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2020”.

slpress.gr

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.