Στρατής Μυριβήλης: Ο Βασίλης Ο Αρβανίτης (1943)

Ο «Βασίλης ο Αρβανίτης» είναι το βιβλίο της απόλυτης λεβεντιάς. Ίσως να μην υπάρχει άλλο έργο όπου η έννοια «παλικάρι» να παρουσιάζεται και να εγκωμιάζεται με τόσο ενθουσιώδη τρόπο όσο αυτό εδώ. Η νουβέλα είναι γραμμένη με γλώσσα που τη χαρακτηρίζει η ποιητική διάθεση, αλλά και οι λέξεις της ντοπιολαλιάς της Λέσβου, οι ολοζώντανες περιγραφές τοπίων και προσώπων και βέβαια η στιβαρή αφήγηση που ταιριάζει με την αρρενωπότητα του πρωταγωνιστή. Οι νέοι κάθε γενιάς διαβάζουν με ευχαρίστηση τον «Βασίλη τον Αρβανίτη» και τον αγαπούν για τα πολλά χαρίσματα που έχει. Επίσης, κατά καιρούς αποσπάσματα του βιβλίου ανθολογούνται για τα σχολικά βιβλία.

«Ο Βασίλης ο Αρβανίτης», από την αρχή της κυκλοφορίας του είχε μεγάλο αναγνωστικό κοινό. Ο Μυριβήλης παρουσίασε μία πρώτη μορφή του αφηγήματός του «Ο Βασίλης ο Αρβανίτης» σε τρεις συνέχειες στην εφημερίδα «Η Πρωία» το 1934 (10, 17 και 18 Ιουνίου). Το 1938 το επεξεργάστηκε για να το συμπεριλάβει στη συλλογή διηγημάτων «Το γαλάζιο βιβλίο το 1939. Ενδεικτική του εθνικού χαρακτήρα του «Βασίλη του Αρβανίτη» είναι η επισήμανση του Κ. Α. Δημάδη ότι «εξαιτίας του διηγήματος αυτού καθυστέρησε επί δεκατέσσερις μήνες η έκδοση της συλλογής, επειδή η λογοκρισία φοβόταν αντίδραση του Τούρκου πρεσβευτή στην Αθήνα.» (Κ. Α. Δημάδης, Δικτατορία, Πόλεμος και Πεζογραφία (1936-1944), Δεύτερη εμπλουτισμένη έκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004, 175). Την οριστική μορφή της νουβέλας έδωσε ο συγγραφέας στον «Βασίλη τον Αρβανίτη στα χρόνια της Κατοχής με μεγάλη επιτυχία, αφού μετά την εξάντληση της πρώτης έκδοσης το 1943 χρειάστηκε να γίνει και δεύτερη την άνοιξη του 1944.

Σχέδιο Π. Βαλσαμάκης

Περιγραφή

Στις αρχές του Εικοστού Αιώνα, εκεί γύρω στα 1900 με 1910, σε ένα ημιορεινό χωριό της Λέσβου ζει ένα αγόρι που είναι γνωστό σε όλη την περιοχή με το παράξενο όνομα «Βασίλης ο Αρβανίτης». Την ονομασία του την οφείλει στο πείσμα και στην αψάδα του πατέρα του, του μπάρμπα-Γιαννακού. Αλλά κι αυτός δεν πάει πίσω: πρώτος στα γλέντια και στα παιχνίδια, πρώτος και στους καβγάδες με τους συντοπίτες του, είτε Έλληνες είναι αυτοί είτε Τούρκοι. Γιατί εκείνα τα χρόνια στο νησί της Λέσβου υπήρχαν ακόμη Τούρκοι που δεν έχαναν ευκαιρία όχι μόνο να καταπιέζουν τους Έλληνες, αλλά και να τους εξευτελίζουν με κάθε τρόπο. Ο Βασίλης, αν και μικρός ακόμη στην ηλικία, θα εκδικηθεί τον θάνατο του Ζαχαριά που ήταν για τους Ρωμιούς το πρώτο παλικάρι. Από εκεί και πέρα ακολουθούν επεισόδια στα οποία ο Βασίλης θα δείξει σε όλο τον κόσμο τι άφοβο και ατρόμητο παλικάρι είναι. Πολεμάει στο πλευρό των Μακεδονομάχων, γίνεται κοντραμπατζής, τα βάζει με όλους εκείνους που εκμεταλλεύονται τον μόχθο του απλού χωρικού? με λίγα λόγια, κάνει το ένα κατόρθωμα μετά το άλλο. Η λεβεντιά του δεν έχει προηγούμενο. Και έτσι όμορφος και λεβεντονιός όπως είναι, πολύ γρήγορα τον ερωτεύονται όλες σχεδόν οι κοπέλες του χωριού. Ωστόσο ο Βασίλης δεν τα βάζει μόνο με τους εχθρούς ή με όσους κάνουν το κακό? αντίπαλο κάποια στιγμή θα βάλει τον ίδιο τον Θεό, φτάνοντας έτσι σε εκείνο το σημείο που οι Αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν «Ύβρις». Όταν λοιπόν θα δαιμονιστεί και θα βλαστημήσει τον Επιτάφιο, την ίδια κιόλας νύχτα θα πάθει ένα τρομερό ατύχημα που θα τον οδηγήσει σε έναν μαρτυρικό όσο και ηρωικό θάνατο.

Κριτική

Ο κριτικός δε διστάζει να χαρακτηρίσει το έργο αυτό «ως το πιο δυναμικό, το πιο εμπνευσμένο, το πιο πλούσιο σε ζωγραφικό ύφος, το πιο φυλετικό διήγημα του Μυριβήλη κι ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα της λογοτεχνίας μας». Η κριτική αυτή του διευθυντή των Νέων Γραμμάτων που δημοσιεύεται προς το τέλος του 1938, επιβραβεύει ουσιαστικά τη μεταστροφή του συγγραφέα από τον παλαιότερο σοσιαλιστικό στοχασμό του στην εθνική ιδεολογία, που συντελέστηκε μέσα στην τελευταία δεκαετία του ελληνικού μεσοπολέμου.

Σχέδιο Π. Βαλσαμάκης

Αποσπάσματα

Κεφάλαιο 1

Είναι λογής παλικαριές, είναι και λογής παλικάρια. Το κάθε τι στη ζωή το αγναντεύεις και το χαίρεσαι μέσα στον περίγυρό του. Όμως μέσα του είναι κ’ ένας σκοπός που το κυβερνά, κι αυτός είναι που του δίνει το νόημά του. Κάθε καρπός θέλει τη γης και το κλίμα του για να μελώσει, θέλει κ’ ένα στόμα να τον βυζάξει. Κάθε καράβι θέλει τα νερά του για να πλέψει, όμως η μοίρα του, εκεί σ’ ένα μακρινό λιμάνι στέκεται και το καρτερεί. Ετσ’ είναι. Μόνο το Βασίλη τον Αρβανίτη, που στάθηκε μέσα στα παιδιάτικά μου όνειρα ο αρχάγγελος της παλικαριάς, τόσα χρόνια περνούσαν από πάνω μου, μέστωναν τη στόχασή μου, και μολαταύτα δε μπορούσα να καταλάβω το θάμα της ορμής του. Τι γύρευε, πού τραβούσε και τι πίστευε. Και μόνο τώρα, που ωρίμασε ο καημός στην ψυχή και στέριωσε ο καιρός την αντριά μου, τον κατάλαβα…

Σήμερα, από την κορφή της ζωής, γυρίζω τα μάτια προς τα περασμένα, αγναντεύω τους αλλοτινούς ανθρώπους που έφυγαν, ανιστορώ τα πρόσωπα, τις κουβέντες και τα διανέματα. Μια ανάσα ζεστή και γλυκιά, έτσι σαν από ζεστό ψωμί, έρχεται από κει, γλείφει το πρόσωπο, ψιλή φλόγα.Μοσχοβολά αβαγιανούς και ρίγανη, σταφύλια πατημένα και τσακισμένα φύλλα της πικραμυγδαλιάς, που κανένας μας δεν άπλωνε να κόψει τα τσάγαλά της πάνω από τη στέρνα. Είναι οι αψιές μυρουδιές της θαλασσινής εξοχής και του σπιτιού, που μου στέλνουν τα παιδιάτικα καλοκαίρια.

Τα νησιώτικά μου τα καλοκαίρια.Περνούν μπροστά από τα μάτια μου, χτυπημένα απότομα από τα ασημένια σπαθιά των μεσημεριών. Τραγούδια Αιγαιοπελαγίτικα πάνε κ’ έρχουνται, ορμούν σαν τα χελιδόνια γύρω στις κούνιες, που πετάν από δέντρο σε δέντρο. Γεμίζουν βουή τις βάρκες και τις ταβέρνες.Κάτι αγόρια τα τραγουδάνε, βασανισμένα από τη φαντασία και τα μυστικά τους οράματα. Ακροζυγιάζουνται ξεσκούφωτα πάνω σε πανύψηλους βράχους όρθιους, που έχουν το χρώμα του φρέσκου ατσαλιού και μάλλιασαν οι σκισμές τους από το μούσκλι. Τα πρόσωπα στράφτουν από τη ζωή, μορφάζουν με πάθος, γανωμένα από τ’ αλάτι και τον ήλιο. Χουγιάζουν τη θάλασσα κατάμουτρα. Κι αυτή ξαμολάει κατά πάνω τους κάτι κύματα, στηθάτα αλόγατα. Όλ’ αυτά φωσφορίζουν, δονίζουν μαγικά τον αέρα. Οι πνοές έρχουνται και μοσχοβολούν τη μνήμη, σα μακρινές πυρκαγιές από δάσα.

Και μέσα στην καρδιά αυτού του μαγικού κόσμου, στέκεται τροπαιοφόρος ένας ξανθός παλίκαρος. Πότε χαμογελά καλοσυνάτος και ζευγαρίζει πίσω με τ’ άσπρα δάχτυλα κάτι ξανθά μαλλιά σαν από φως. Πότε πάλι συννεφιάζουν τα μαβιά μάτια του. Γίνουνται μολυβιά σα δυο σφαίρες του γκραδιού και το κάτω χείλι ξεβγαίνει με το μορφασμό του ερεθισμένου αγριμιού, που οσμίζεται να χιμήξει.Σαν τι γύρευε και χτυπιόταν με τόσον καημό η παλικαριά του Βασίλη του Αρβανίτη; Με τους ανθρώπους και με το Θεό χτυπιόταν, με ξένους και δικούς, με το καλό και με το κακό έπιανε αμάχη. Και ποτές δεν έλεγε να καταλαγιάσει ο παραδαρμός του.Στοχάζουμαι κάτι νερομάνες, που αναβρύζουν ολομόναχες στην ερημιά κάτ΄από τον ουρανό. Τινάζουν τη δροσιά τους μέσα από την πυρωμένη πέτρα και κανένας δεν είν’ εκεί ν’ απλώσει τη φούχτα στο χόχλο, ν’ ανεστηθεί η καρδιά του. Μήτε άνθρωπος, ούτε θεριό, ουδέ πουλί, μηδέ χορτάρι. Τα νερά τάχατες τραγουδούν για τον εαυτό τους; Η χαρά τους βουίζει μάταια, δίχως να ξεδιψάσει ψυχή;Ας μην αμαρτάνουμε. Τίποτα δεν πάει στα χαμένα, αφού είναι ο Θεός γυροπερίγυρα και ανασαίνει γαληνά την ειρήνη του. Αυτός τα χαίρεται, πίνει τα νερά κι ανεγαλλιάζει από τη δροσιά η φλογερή καρδιά Του. Είναι απλωμένη η χαρούμενη Παρουσία Του ως και στην πιο απόμερην ερημιά, εκεί που τρίζει ο άμμος μες στη μοναξιά και δε βρίσκει μια χαραμίδα για τη ρίζα της η πιο ταπεινή κάπαρη. Αυτός χαμογελά προς την έρημη πέτρα, που την ψήνει ο ήλιος και μυρίζει θειάφι, την καίγει και θρει μες στο καταμεσήμερο, αφράτη σαν το παξιμάδι.Τέτοια, λογιάζω, θα ήταν κ’ η παλικαριά του Βασίλη του Αρβανίτη. Ανάβρα αχρείαστη για όλο τον κόσμο, αξήγητη για τους ανθρώπους, όμως μεγάλη χαρά μπρος στα μάτια του Θεού, που σπαρταρούσε μέσα του.

Σχέδιο Π. Βαλσαμάκης

Η Μεγάλη Παρασκευή στη Σκάλα

Όπου έρχεται η Μεγαλοβδομάδα, έρχεται κ’ η Μεγάλη Παρασκευή, να βγάλουν τη νύχτα τον Επιτάφιο, να τον γυρίσουν μέσα στο χωριό. Τούτες οι γιορτάδες παίρνανε μορφή εθνικής επίδειξης μπροστά στους Τούρκους. Προπάντων ο Επιτάφιος και η Δευτερανάσταση, που είχαν τις μεγάλες λιτανείες με όλα τα λάβαρα.

Τον Επιτάφιο τον περιμέναμε όλο το χρόνο με λαχτάρα. Ήταν μια νύχτα γεμάτη μαγεία και συγκίνηση, όλο χρυσαφιά χρώματα και φως. Μύριζε ως τ’ άστρα ο αγέρας δάφνες και μοσκολίβανα.

Σαν ξεκινούσε η λιτανεία, μπροστά πήγαιναν τα ασημένια φανάρια με τα χρωματιστά κρύσταλλα, σηκωμένα ψηλά – ψηλά, πάνω στα γαλάζια τους κοντάρια. Τα ξεφτέρουγα με τις μαλαματένιες αχτίδες άστραφταν στα φώτα. Και κείνα τα λάβαρα, οι πελώριες βελουδένιες εικόνες, σηκωμένες σαν σημαίες, όλο χρυσή φούντα από καθαρό μαλαματένιο σύρμα, ν’ αντιφεγγίζουν κάτω από τις λαμπάδες και να τρέμουν. Στη μέση η Ταφή και η Σταύρωση.

Τα κρατούσαν «τα παπαδάκια», αγόρια ντυμένα με άσπρα και γαλάζια άμφια, τα σήκωναν όσο μπορούσαν πιο ψηλά, να φτάνουν ως εκεί μπροστά στα «ξεπεταχτά» των τούρκικω σπιτιών.

Ξέραν πως πίσω από τα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα ξενυχτούσαν οι χανούμισσες, τα τουρκάκια, οι γέροι μουσουλμάνοι, φαρμακωμένοι όλοι τους από τη ζήλια, να βλέπουν την αρχοντιά και τα μεγαλεία της θρησκείας μας.

Πίσ’ από τα λάβαρα ερχόταν ο παπάς με τ’ αγιονταφίτικα άμφια. Χοντρό μενεξελί μεταξωτό με ολόχρυσες ουγές, στολισμένο με σταυρούς από αληθινά μαργαριτάρια. Έβγαζαν και τ’ ακριβό Βαγγέλιο στη λιτανεία. Το δέσιμό του ήταν πλάκες ατόφιο χρυσάφι δουλεμένο. Οι τέσσερεις Ευαγγελιστές στις τέσσερεις γωνιές, κ’ ένα γύρω όλο ρουμπίνια σα ρωϊδοπαπούδες. Σπίθιζαν οι πέτρες, βυσσινιές, πράσινες, κρασουλιές.

Ύστερα ερχόταν το κουβούκλιο από τον Επιτάφιο, χαμένο κάτω από τις βιόλες και τους αβαγιανούς. Ο Επιτάφιος, μεγάλος, ολόσωμος, κεντημένος στο χρυσάφι και στα πετράδια. Κι από πίσω όλοι οι χριστιανοί με τις λαμπάδες και με τα φαναράκια. Άντρες, γυναίκες και μωρά.

Σε κάθε τρίστατο η λιτανεία σταματούσε κ’ έλεγαν την ευκή. Σταματούσε και στην πόρτα των δημογερόντω. Και παντού έκαιγε μοσκολίβανο, τα μπρούτζινα θεμιατά κάπνιζαν στις πόρτες, στις σκάλες, στα παραθύρια. Ο ευωδιαστός καπνός ανέβαινε ειρηνικά ίσαμε τ’ άστρα, ο αγέρας μύριζε ροδόσταμα.

Τα ράντιζαν οι κοπέλες από τα μπαλκόνια με κρουσταλλένια ροδοστάλια. Το φως από τις λαμπάδες έπαιζε παράξενα, ηδονικά, στο παχουλό τους πηγούνι, στα ρουθούνια και στα ματόκλαδα. (Ποτές οι κοπέλες του χωριού δε μας φαίνονταν έτσι γλυκιές και επιθυμητές, όσο τη νύχτα του Επιτάφιου).

Οι Τούρκοι πια να τα βλέπουν όλα αυτά και να σκάνουν από το κακό τους. Μόνο η δικιά μας η θρησκεία είχε τέτοια δόξα. Το ξέραμε και χαιρόμαστε γι’ αυτό. Περνούσαμε χαρούμενοι, συγκινημένοι ως τα δάκρυα και περήφανοι. Περνούσαμε μονιασμένοι ως το θάνατο, φρουρά ομόψυχη γύρω στο Χριστό μας, όλοι οι Έλληνες. Που θέλεις και δεν μπορείς να πας, σαν έχεις μπροστά σου τα λάβαρα και τα ξεφτέρια Του. Ποιον θέλεις και δε θα τον νικήσεις με τέτοιο μποστολάτη.

Όπου ήταν για να γίνει στάση, τα παιδιά της κάθε γειτονιάς είχαν μπλεγμένες καμάρες από δάφνες, να σταθεί από κάτου το κουβούκλι, ο Επιτάφιος. Απ’ αυτές κρέμαζαν μεγάλα χαρτένια φανάρια πολύχρωμα, στολισμένα με χρυσόχαρτα και λογής ξόμπλια. Σχημάτιζαν σταυρούς, σημαίες ασπρογάλαζες, τούμπανα, άστρα. Κάναμε και τρίγωνα χαρτοφάναρα με του Θεού το μάτι στη μέση.

Παράβγαιναν οι γειτονιές ποια να στολίσει πιο όμορφα την καμάρα της. Στη στάση της αγοράς, εκεί πια γινόταν η μεγάλη στολισιά.

Μια φαρδιά αψίδα σηκωνόταν κ’ έπιανε όλο το φάρδος της μικρής πλατέας. Τα φανάρια της αμέτρητα και στη μέση ένα μεγάλο, με τη Σταύρωση πάνω στο τριανταφυλλί χαρτί. Αυτό το λέγαμε «το δωδεκάφωτο». Μέσα έκαιγαν αράδα όλα τα σπαρματσέτα – οι δώδεκα Αποστόλοι. Εκεί σταματούσε για πολλήν ώρα η λιτανεία. Έψελναν τα παιδιά τον Επιτάφιο Θρήνο, οι παπάδες λέγαν όλες, τις ευχές. Αντίκρυ ήταν τα τούρκικα καφενεία. Γι’ αυτό.

Ανέβαινε το λοιπόν κείνη την αξέχαστη βραδιά η μεγάλη λιτανεία με ψαλμουδιές κι αναμένες λαμπάδες. Μέσα στο σκοτάδι, από τόσον κόσμο, δεν άκουγες μιλιά. Μόνο τα παπούτσια τα ρούχα, γιόμιζαν σούσουρο τη νύχτα.

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.