Στρατὸς στὸ Βυζάντιο: χριστιανικὰ μεμπτὸς ἢ ὄχι; Ἡ ἐξέλιξη τῶν ἀπόψεων

Γράφει ο Γιάννης Ταχόπουλος

Ἕνα ἀπὸ τὰ προβλήματα ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐπιλύσουν οἱ Χριστιανοὶ στὴ σχέση τους μὲ τὴν ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ἦταν ἐκεῖνο τῆς συμμετοχῆς τους σὲ πολέμους της. Τὸν 4ο αἰ., ὁ Μέγας Βασίλειος μὲ τὸν ΙΓ΄ κανόνα του ὅρισε ὅτι ὅσοι Χριστιανοὶ φόνευαν κατὰ τὸν πόλεμο ἀμυνόμενοι ὑπὲρ σωφροσύνης καὶ εὐσεβείας, θὰ μποροῦσαν νὰ κοινωνήσουν μόνο μετὰ 3 ἔτη:

Τοὺς ἐν πολέμοις φόνους οἱ Πατέρες ἡμῶν, ἐν τοῖς φόνοις οὐκ ἐλογίσαντο, ἐμοὶ δοκεῖ, συγγνώμην διδόντες τοῖς ὑπὲρ σωφροσύνης καὶ εὐσεβείας ἀμυνομένοις. Τάχα δὲ καλῶς ἔχει συμβουλεύειν, ὡς τὰς χεῖρας μὴ καθαρούς, τριῶν ἐτῶν τῆς κοινωνίας μόνης ἀπέχεσθαι.

(Γ. Ράλλης – Μ. Ποτλῆς, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων, Ἀθήνα 1854, τ. 4, σ. 131.)

Ἡ ἄποψη αὐτὴ ἐλέχθη σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου εἶναι ζήτημα ἐὰν ὁ μισὸς πληθυσμὸς εἶχε ἐκχριστιανιστεῖ. Σύμφωνα μὲ διάφορες ἐκτιμήσεις, κατὰ τὸν 4ο αἰ. ἡ πλειονότητα τοῦ στρατοῦ ἦταν ἀκόμη Ἐθνικοί. Ἔτσι, οἱ Χριστιανοὶ ἦταν ἐξαίρεση.

Ὅσο ὅμως περνοῦσαν οἱ αἰῶνες, οἱ Χριστιανοὶ γίνονταν ἡ πλειονότητα καὶ τελικὰ τὸ 100% τοῦ στρατοῦ. Τότε, ὁ κανόνας αὐτὸς γινόταν ἀκατανόητος στοὺς Χριστιανοὺς συγγραφεῖς. Ἡ αὐτοκρατορία ἦταν πιὰ χριστιανική, ἡ ὑπεράσπισή της ἦταν θέμα στὸ ὁποῖο οἱ Χριστιανοὶ πλέον εἶχαν τὸν ἀποφασιστικὸ ρόλο, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν 4ο αἰώνα. Ἔτσι, ὁ Ζωναρᾶς, ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος παραθέτει τὸν κανόνα ὄχι ὡς «ἐπιταγή», ἀλλὰ ὡς «συμβουλή». Γιατὶ διαφορετικά, μὲ τοὺς συνεχεῖς πολέμους οἱ Χριστιανοὶ στρατιῶτες, καὶ μάλιστα οἱ πιὸ θαρραλέοι καὶ καλοί, δὲν θὰ μεταλάμβαναν ποτέ, πράγμα ἀφόρητο γιὰ Χριστιανό. Κι ἂν οἱ ἐχθροὶ τοῦ «Βυζαντίου» δὲν φονεύονταν στὸν πόλεμο, ἀλλὰ ἐπικρατοῦσαν, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε εὐσέβεια οὔτε σωφροσύνη, ἀλλὰ οἱ ὑπόδουλοι θὰ ἐκβιάζονταν νὰ ζήσουν μὴ «εὐσεβῶς». Ὑποθέτει ἐπίσης ὅτι στὸ διάστημα μετὰ τὸν 4ο αἰ., ἡ «συμβουλὴ» δὲν τηρήθηκε:

Οὐ κατ’ ἐπιταγήν φησιν, ὁ ἅγιος, τοὺς ἐν πολέμοις ἀναιροῦντας ἐπὶ τριετίαν ἀπέχεθσαι τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ κατὰ συμβουλήν· πλὴν φορτικὴ ἡ τοιαύτη δοκεῖ συμβουλή· συμβαίη γὰρ ἂν ἐκ ταύτης, μηδέποτε τοὺς στρατιώτας μεταλαβεῖν τῶν θείων δώρων, καὶ μάλιστα τοὺς θάρσος ἐνδεικνυμένους καὶ ἀριστεῖς· οὐ γὰρ ἄν ποτε σχοῖεν ἄδειαν ἐπὶ τριετίαν ἡρεμῆσαι. Εἰ γοῦν οἱ πολέμοις ἀλλεπαλλήλοις σχολάοζντες, καὶ ἀναιροῦντες τοὺς πολεμίους, εἴργονται τῆς κοινωνίας, ἔσονται διὰ βίου στερούμενοι τῆς τοῦ ἀγαθοῦ μεταλήψεως· ὅπερ Χριστιανοῖς ἀφόρητοις κόλασις. Διὰ τί δὲ τὰς χεῖρας οὐ καθαροὶ κριθεῖεν οἱ ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν ἀδελφῶν ἀγωνιζόμενοι, ἵνα μὴ ληφθεῖεν τοῖς πολεμίοις, ἢ ἵνα αἰχμαλωτισθέντας ἐλευθερώσωσιν; Εἰ γὰρ φονεύειν τοὺς βαρβάρους εὐλαβηθήσονται, ὡς τὰς χεῖρας ἐντεῦθεν μιαίνοντες, οἰχήσεται ξύμπαντα, καὶ κρατήσουσιν οἱ βάρβαροι πάντων, ἃ καὶ οἱ πάλαι Πατέρες λογιςάμενοι, οὐ τοῖς φονεῦσι συγκατάλεξαν τοὺς ἐν πολέμοις φονεύοντας, συγγνωμονήσαντες αὐτοῖς, ὡς οὗτις ἔφησεν ὁ ἅγιος, ὡς ὑπὲρ σωφροσύνης καὶ εὐσεβείας ἀμυνομένοις· εἰ γὰρ οἱ βάρβαροι κυριεύσουσιν, οὔτε εὐσέβεια ἔστε, οὔτε σωφροσύνη· τὴν μὲν γὰρ εὐσέβειαν ἀθετήσουσοι, τὸ οἰκεῖον σέβας κρατύνοντες· τὴν δὲ σωφροσύνην οὐδεὶς μετιένται συγχωρηθήσεται, ἀλλὰ ζῇν κατ’ ἐκείνους ἅπαξ ἐκβιασθήσεται. Ὁ δὲ τὰ θεῖα πολὺς Ἀθανάσιος, ἐν τῇ πρὸς Ἀμμοῦν μονάζοντα κανονικῇ ἐπιστολῇ ταῦτα λέγει ῥητῶς· Φονεύειν οὐκ ἔξεστιν, ἀλλ’ ἐν πολέμῳ ἀναιρεῖν τοὺς ἀντιπάλους, ἔννομόν τε καὶ ἐπαίνου ἄξιον. Οἶμαι γοῦν, ὡς οὔποτε ἡ τοῦ μεγάλου Βασιλείου ὑποθήκη αὕτη ἐκράτησε […]

Εἶναι ἄξιο ἀπορίας, φυσικά, ὅτι μεταξὺ 4ου καὶ 12ου αἰ., κανεὶς δὲν σχολίασε τὸ ἀκανθῶδες αὐτὸ πρόβλημα καὶ δὲν ἑρμήνευσε τὸν κανόνα. Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμῶν (12ος αἰ.), σχολιάζοντας τὸν ἴδιο κανόνα, ὑποστηρίζει ἐπίσης ὅτι αὐτὸς πρόκειται περὶ συμβουλῆς, καί, ἐπίσης, ὅτι στὸν καιρό του δὲν εἶναι σὲ ἰσχύ, γιατὶ ἂν ἴσχυε τότε ποτὲ δὲν θὰ κοινωνοῦσαν οἱ στρατιῶτες οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ὥστε οἱ διαφορετικὰ μελλοντικῶς αἰχμαλωτισθέντες ἄμαχοι νὰ παραμείνουν ἐλεύθεροι καί, ἔτσι, εὐσεβεῖς καὶ σώφρονες, δηλαδὴ Χριστιανοί:

Διὰ τοῦ παρόντος κανόνος ὑποτίθησιν ὁ ἅγιος συμβουλευτικῶς, τοὺς ἐν πολέμῳ φονεύσαντας ἀπέχεσθαι τῆς κοινωνίας δι’ ὅλης τριετίας, κἂν οἱ Πατέρες τοῖς τοιούτοις συγγνώμην δεδώκασι, καὶ μετὰ φονέων αὐτοὺς οὐκ ἐλογίσαντο, ἀγωνισαμένοις ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς σωφροσύνης τῶν μελλόντων αἰχμαλωτισθῆναι πιστῶν. Οὗτος δὲ ὁ κανών, ἀξίως μὲν τῇ ἁγιοπρεπείᾳ τοῦ θείου Πατρὸς ἐξετέθη, οὐκ ἐνεργεῖ δέ, διὰ τὸ συμπίπτειν, εἰ τοῦτο δοθῇ, μηδέποτε τοὺς στρατιώτας μεταλαμβάνειν τῶν θείων ἁγιασμάτων, πολέμοις ἀλλεπαλλήλοις ἐνασχολουμένους, καὶ ἀναιροῦντας τοὺς πολεμίους· ὅπερ ἐστὶν ἀφόρητον.

Ἴδια ἄποψη, σχετικὰ μὲ τὸ συμβουλευτικὸ χαρακτήρα τοῦ κανόνα, ἐκφράζει καὶ ὁ Ἀλέξιος Ἀριστηνός. Ἔτσι, στὸ Βυζάντιο ἐπικράτησε ἡ ἄποψη ὅτι οἱ στρατιῶτες ποὺ ἀγωνίζονται κατὰ τῶν ἀλλόθρησκων εἰσβολέων ὥστε οἱ πληθυσμοὶ τῆς αὐτοκρατορίας νὰ παραμείνουν Χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ παραμείνουν ἀκοινώνητοι ἐπὶ τρία συνεχόμενα ἔτη, γιατὶ οἱ ἀλλεπάλληλοι πόλεμοι καὶ σφαγὲς θὰ συνεπάγονταν ὅτι ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ κοινωνήσουν.

Ἐὰν τὸ Ἰσλὰμ ὑποσχόταν θέση στὸν Παράδεισο διὰ τῆς συμμετοχῆς στὸν πόλεμο, καὶ ἡ Δύση ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, τὸ Βυζάντιο ἔδινε δυνατότητα γιὰ σωτηρία σὲ ἐκείνους ποὺ θὰ σκότωναν σὲ ἀμυντικὸ πόλεμο καὶ ἔτσι θὰ καταδίκαζαν τὴν ψυχή τους, ὥστε νὰ παραμείνουν Χριστιανοὶ οἱ ὑπήκοοι τῆς αὐτοκρατορίας οἱ ὁποῖοι διαφορετικὰ θὰ ὑποδουλώνονταν καὶ θὰ ὑπῆρχε μεγάλη πιθανότητα νὰ ἀλλαξοπιστήσουν.

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.