Συζητήσεις για τη διαμόρφωση εθνικής γλώσσας στους κόλπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού

Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης (2007) 

Το ζήτημα της γλώσσας, δηλαδή το ερώτημα ποια θα έπρεπε να ήταν η ενδεδειγμένη γλώσσα της λογιοσύνης, της εκπαίδευσης και της εκφοράς του φιλοσοφικού στοχασμού, βρισκόταν στο προσκήνιο της πνευματικής ζωής της ελληνικής κοινωνίας, ως ζήτημα πρακτικής της γραφής, πολύ πριν διατυπωθεί ρητά ως αντικείμενο των συζητήσεων των λογίων στα μέσα του 18ου αιώνα. Κάπως παράδοξα εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να επισημάνει ο παρατηρητής της πνευματικής ιστορίας του γένους, το γλωσσικό ζήτημα είχε θέσει πρώτη με την ποιμαντική πρακτική της η Εκκλησία, με πρωτοβουλίες όπως εκείνες της κατηχητικής παράδοσης στην καθομιλουμένη που ανάγονται στον Δαμασκηνό Στουδίτη, μητροπολίτη Ναυπάκτου και Άρτης τον 16ο αιώνα, στη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από τον Μάξιμο Καλλιουπολίτη τον 17ο αιώνα καθώς και τα κηρύγματα του Ηλία Μηνιάτη, επισκόπου Κερνίτσης, στη δημοτική στη χαραυγή του 18ου αιώνα.

Συγχρόνως, χωρίς να τίθεται ως θεωρητικό πρόβλημα το γλωσσικό ζήτημα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τίθεται έμμεσα αλλά μάλλον δραματικά από τον Νικόλαο Μαυροκορδάτο ως ζήτημα πρακτικής της γραφής της λογιοσύνης, όταν στη δεκαετία του 1720 διακηρύσσει κατηγορηματικά την ανωτερότητα της φιλοσοφίας των Νεωτέρων απέναντι στον Αριστοτέλη χρησιμοποιώντας ένα άκαμπτο και αυστηρό περίβλημα αττικής γλωσσικής έκφρασης, μέσα στο οποίο φαίνεται να ασφυκτιά η επιχειρηματολογία υπέρ της φιλοσοφικής ανανέωσης. Αυτή η αντινομία, που δεν είναι αισθητή για παράδειγμα στον νεοαριστοτελικό φιλοσοφικό λόγο του Κορυδαλλέα, γίνεται αναπόδραστα προφανής λόγω της ισχυρής νεωτερικής φιλοσοφικής βούλησης που εκφράζει ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος στα Φιλοθέου Πάρεργα.

Ο πρώτος που όντως θέτει ρητά το γλωσσικό ζήτημα στις συζητήσεις των λογίων της εποχής του Διαφωτισμού υπήρξε ο Ευγένιος Βούλγαρης με την πασίγνωστη και διάσημη δήλωση στη Λογική του το 1766: «εκσυρικτέον τα χυδαϊστί φιλοσοφείν επαγγελλόμενα βιβλιδάρια». Η απερίφραστη αυτή δήλωση του Βούλγαρη για την ενδεδειγμένη γλώσσα της παιδείας και της λογιοσύνης του νέου ελληνισμού απέβλεπε μάλλον να κατακεραυνώσει τις απόψεις που ο παλαιός μαθητής του στην Αθωνιάδα Ιώσηπος Μοισιόδαξ είχε διατυπώσει το 1761 στο προοίμιον της Ηθικής Φιλοσοφίας του Muratori παρά να επιβεβαιώσει την έμπρακτη γλωσσική τοποθέτηση του Νικολάου Μαυροκορδάτου. Το έργο του τελευταίου άλλωστε Φιλοθέου Πάρεργα παρέμενε ανέκδοτο, αν και ο Βούλγαρης πιθανόν να το είχε γνωρίσει στο χειρόγραφο λόγω των στενών σχέσεών του με τους κύκλους της φαναριώτικης λογιοσύνης στην Πόλη (1760-1761) και στη συνέχεια με τις ηγεμονίες.

Με την κρίση του Βούλγαρη ότι η καθημερινή γλώσσα ήταν ακατάλληλη ως όργανο της φιλοσοφίας και της υψηλής παιδείας εγκαινιάζεται ουσιαστικά το γλωσσικό ζήτημα και οι συναφείς διαμάχες των λογίων στην ελληνική παιδεία του Διαφωτισμού. Κατά τον Βούλγαρη μόνο η γλώσσα που είχε καλλιεργήσει ο Πλάτων άρμοζε στα υψηλά νοήματα της φιλοσοφίας και κατ’ επέκταση στη διαπραγμάτευση σε γραπτό λόγο κάθε σοβαρού θέματος. Αυτός είναι ο αρχαϊσμός στο γλωσσικό ζήτημα. Με την άποψη του Βούλγαρη συντάχθηκαν σημαντικές μορφές της παιδείας του Διαφωτισμού: ο επιβλητικός σχολάρχης της Ακαδημίας του Βουκουρεστίου Λάμπρος Φωτιάδης, ο Αθανάσιος Σταγειρίτης, ο Στέφανος Κομμητάς, ο Νεόφυτος Δούκας, ο σημαντικότερος μεταξύ των αρχαϊστών. Όλοι αυτοί οι αρχαϊστές λόγιοι υπήρξαν θιασώτες του Διαφωτισμού, της νεότερης φιλοσοφίας και επιστήμης, και λάτρεις του κλασικισμού. Η αρχαϊστική τους τοποθέτηση στο γλωσσικό ζήτημα δεν πρέπει να δημιουργεί τη σύγχυση -διάχυτη στην απλοϊκή, ιδεολογικά προκαθορισμένη και μανιχαϊκή αντίληψη των πραγμάτων που ενστερνίζονται πολύ συχνά όσοι διανοούμενοι επιθυμούν να θεωρούνται προοδευτικοί- ότι υπήρξαν οπαδοί του Αντιδιαφωτισμού. Επειδή όμως υπήρξαν οι κυριότεροι ηττημένοι στο γλωσσικό ζήτημα, οι απόψεις τους παρέμειναν παρεξηγημένες από τους νικητές που κυρίως έγραψαν την ιστορία. Με τους αρχαϊστές συντάχθηκε τελικά και ο Νικηφόρος Θεοτόκης παρά τους αρχικούς δισταγμούς του. Το μνημειώδες του σύγγραμμα Στοιχεία Φυσικής(2 τόμοι, Λειψία 1766-1767) που αποτελεί την πρώτη έντυπη πραγματεία που απροκατάληπτα και άνευ όρων ασπάζεται και διδάσκει τη νευτώνεια θεωρία του σύμπαντος, είναι συνταγμένο σε γλώσσα αρχαΐζουσα. Αργότερα το 1796 στο Κυριακοδόμιον εκδηλώνει ρητά την προτίμησή του προς την εξαρχαϊσμένη εκδοχή της νέας ελληνικής που πρώτος αυτός αποκαλεί «καθαρεύουσα».

Προς τον αρχαϊσμό του Βούλγαρη αντιπαρατέθηκαν οι οπαδοί του «απλού» ή «φυσικού» ύφους, οι θιασώτες της καθομιλουμένης γλώσσας ως οργάνου της παιδείας. Τολμηρότερος όλων υπήρξε ο Δημήτριος Καταρτζής ο οποίος πίστευε ότι η ομιλούμενη νέα ελληνική, τα «ρωμαίκα» όπως την ονομάζει, «όταν καθώς λαλιέται και γράφεται, έχει στα λογογραφικά της τη μελωδία, και στα ποιητικά της ρυθμό, και το πάθος και την πειθώ στα ρητορικά της. Ότι τέτοια, είναι σαν την ελληνική, κατά πάντα καλίτερ’ απ’ όλαις ταις γλώσσαις. Κι ότ’ η καλλιέργιά της, κ’ η συγγραφή βιβλίων σ’ αυτήνα, είναι γενική και ολική αγωγή του έθνους».

Για να αποδείξει του λόγου του το αληθές ο Καταρτζής συνέταξε δοκίμια και μεταφράσεις στη «ρωμέικια γλώσσα» καθώς και γραμματική για να συμβάλει στη συστηματική της καλλιέργεια. Η ριζική λύση του γλωσσικού ζητήματος που πρότεινε ο Καταρτζής δεν βρήκε την απήχηση που θα απαιτούσε η οριστική διευθέτηση του ζητήματος, με την αποδοχή των απόψεών του από τους κρατούντας του γένους και την επιβολή τους στην εκπαίδευση. Ο σκεπτικισμός ίσως και η εχθρότητα που συνάντησαν οι γλωσσικές του απόψεις εξηγεί το γεγονός ότι το σύνολο του έργου του -γλωσσική θεωρία και εφαρμογή της στην πράξη- παρέμεινε ανέκδοτο και ο ίδιος αναδιπλώθηκε προς συντηρητικότερες γλωσσικές θέσεις. Τον αρχαϊσμό πάντως καταπολέμησε ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ με τις γλωσσικές απόψεις που εκφράζει στα προλεγόμενα της Θεωρίας της Γεωγραφίας το 1781. Με την παιδαγωγική του θεωρία, στην Παιδαγωγία, ο Μοισιόδαξ μετασχηματίζει μαχητικά τα παιδαγωγικά και γλωσσικά ζητήματα σε αιχμηρή κοινωνική κριτική. Έτσι στις διαμάχες το γλωσσικού ζητήματος εισάγεται ουσιαστικά ο δημοτικισμός, ο οποίος βρίσκει τη θεωρητική του έκφραση με τη Γραμματική της Αιολοδωρικής, ήτοι της ομιλούμενης τωρινής των Ελλήνων γλώσσας του Αθανασίου Χριστοπούλου (Βιέννη 1805). Η νεοελληνική κοινή, που θεωρείται ότι πηγάζει από τις αρχαίες διαλέκτους των Αιολέων και των Δωριέων, αντιπαρατίθεται ως εφάμιλλο γλωσσικό όργανο στον αττικισμό, για να θεμελιωθεί η νομιμότητα της χρήσης της ως γραπτού λόγου των νεοελλήνων. Οπαδοί του φυσικού ύφους στη γραμμή του Καταρτζή και του Μοισιόδακα υπήρξαν και οι συγγραφείς της Νεωτερικής Γεωγραφίας (1791) Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς, οι οποίοι εφαρμόζουν στο έργο τους τη γλωσσική θεωρία του «φαναριώτικου δημοτικισμού».

Οξύτερες μορφές πήρε ο δημοτικισμός στα χέρια των ριζοσπαστών ηπειρωτών λογίων Ιωάννη Βηλαρά και Αθανασίου Ψαλίδα, οι οποίοι στην Ήπειρο του Αλή Πασά έμειναν ανεπηρέαστοι από τις αναστολές που παρεμβάλλονταν στο δρόμο των Φαναριωτών λογίων. Αυτός ο «ελλαδικός δημοτικισμός», όπως έχει αποκληθεί, ώθησε πραγματικά στα άκρα το γλωσσικό ζήτημα με την πρόταση του Βηλαρά για τη φωνητική γραφή της νέας ελληνικής. Η γλωσσική αυτή θεωρία απέδωσε ένα και μοναδικό έντυπο καρπό, το έργο του Βηλαρά Η ρομεηκη γλοσα, που τυπώθηκε στην Κέρκυρα το 1814. Το έργο αυτό παρουσιάζει ωραιότατα δείγματα εφαρμογής της γλωσσικής θεωρίας του Βηλαρά με τα λυρικά ποιήματα του ιδίου που περιέχει αλλά και με δείγματα νεοελληνικών μεταφράσεων από την αρχαία ελληνική γραμματεία, που περιλαμβάνουν τον Επιτάφιο του Θουκυδίδη και τον Κρίτωνα του Πλάτωνα. Τα δύο αυτά μεταφράσματα δεν είναι άσχετα με τις πολιτικές προθέσεις του όλου γλωσσικού εγχειρήματος του «ελλαδικού δημοτικισμού»: προσφέρονται ως μαθήματα πατριωτικής ηθικής που αποσκοπούν να προετοιμάσουν τους Έλληνες για τον αγώνα της ελευθερίας. Είναι χαρακτηριστικό ως εκ τούτου ότι με τον «ελλαδικό δημοτικισμό» συνδέθηκε και ο Διονύσιος Σολωμός με τις απόψεις που εκφράζει για «ελευθερία και γλώσσα».

Το θεμελιώδες επιχείρημα επί του οποίου ερείδεται η γλωσσική θεωρία των οπαδών του απλού ή φυσικού ύφους και των ποικίλων αποχρώσεων δημοτικιστών δεν είναι γλωσσολογικό αλλά κοινωνικό: η καθομιλούμενη νεοελληνική προκρίνεται ως η επιθυμητή γλώσσα της παιδείας -της εκπαίδευσης αλλά και της λογιοσύνης- επειδή καθιστά προσιτότερα και αποτελεσματικότερα τα ευεργετήματα της μάθησης και της αγωγής και φέρνει τα φώτα σε έναν ασύγκριτα ευρύτερο κύκλο αποδεκτών. Αυτός ο κοινωνικός ωφελιμισμός αποτελεί το προγραμματικό θεμέλιο των διακηρύξεων του Μοισιόδακα ως ευθεία βολή κατά της αριστοκρατικής αντίληψης του Βούλγαρη. Γλωσσικές θεωρίες όπως εκείνες του Χριστόπουλου, για παράδειγμα, απέβλεπαν να προσδώσουν θεωρητικό έρεισμα σ’ αυτόν τον κοινωνικό ωφελιμισμό, που εμπνέει ακόμη πιο μαχητικά τον «ελλαδικό δημοτικισμό» του Βηλαρά.

Εκείνος που προσπάθησε να προσδώσει στις συζητήσεις του γλωσσικού ζητήματος και στην επιχειρηματολογία για την ενδεδειγμένη γλώσσα της νεοελληνικής παιδείας πραγματικά επιστημονική θεμελίωση βάσει των θεωριών της γλώσσας και της φιλολογικής επιστήμης του όψιμου Διαφωτισμού υπήρξε ο Αδαμάντιος Κοραής. Ο Κοραής γνώριζε σε βάθος τις αρχές και τις τεχνικές της φιλολογικής επιστήμης αλλά και τη γλωσσική θεωρία των Ιδεολόγων, που αντιπροσώπευαν την τελευταία φάση του Διαφωτισμού στη γαλλική παιδεία. Σε αυτά τα ερείσματα θεμελίωσε τη θεωρία του για τη λύση του γλωσσικού ζητήματος δια της «μέσης οδού». Οι απόψεις του Κοραή για τη «μέση οδό» εμφανίζονται ως μια προσέγγιση στο γλωσσικό ζήτημα μεταξύ των αρχαϊστών και των ακραίων δημοτικιστών και παρανοήθηκαν σε μέγιστο βαθμό τόσο από τους συγχρόνους του όσο, ιδίως, από τους μεταγενέστερους δημοτικιστές. Και στην περίπτωση αυτή οι παρανοήσεις διαιωνίστηκαν γιατί η ιστορία γράφτηκε κυρίως από τους νικητές στη γλωσσική διαμάχη, που υπήρξαν εν τέλει οι δημοτικιστές. Αυτό που χάθηκε πάντως λόγω της παρανόησης των απόψεων του Κοραή υπήρξε πρωταρχικά η αίσθηση του μέτρου και η επίγνωση της ανάγκης για επιστημονική μάλλον παρά ιδεολογική αντιμετώπιση του γλωσσικού ζητήματος. Αυτή υπήρξε η πραγματική απώλεια και όχι το γεγονός ότι τελικά δεν πρυτάνευσαν οι γλωσσικές απόψεις του Κοραή.

Ας δούμε συνοπτικά τί πρέσβευε ο Κοραής. Οι σχετικές του απόψεις κωδικοποιούνται συστηματικά στην επιστολιμαία διατριβή προς τον Αλέξανδρο Βασιλείου που προτάσσει στην έκδοση του Αιθιοπικών του Ηλιοδώρου το 1804 και εκτίθενται αναλυτικότερα και επίμονα στους «Αυτοσχεδίους στοχασμούς περί της ελληνικής παιδείας και γλώσσης» που προτάσσει ως προλεγόμενα στους έξη τόμους της έκδοσής του των Παραλλήλων Βίων του Πλουτάρχου στα χρόνια 1809-1814. Στα κείμενα αυτά ο Κοραής απερίφραστα και κατηγορηματικά τάσσεται κατά των αρχαϊστών των οποίων το εγχείρημα ν’ αναβιώσει η αρχαία γλώσσα θεωρούσε μάταιο και επιζήμιο για τη νεοελληνική παιδεία. Απορρίπτει όμως και την άποψη ότι η ομιλούμενη ελληνική με τον όγκο των ξένων γλωσσικών προσμίξεων θα έπρεπε να υιοθετηθεί ως γλώσσα της ελληνικής παιδείας. Η γλώσσα του λαού για να καταστεί κατάλληλο όργανο παιδείας και γραπτής έκφρασης έπρεπε να καθαριστεί από τα ξένα λεξιλογικά δάνεια και να κανονιστεί με την υπαγωγή της σε ένα σύστημα γραμματικών κανόνων που θα βελτίωναν το τυπικό και τη μορφολογία της. Αν αυτή η διόρθωση της γλώσσας δεν καθίστατο εφικτή και τα πράγματα έφταναν στην αδήριτη αναγκαιότητα της επιλογής μεταξύ του αρχαϊσμού και της γλώσσας του λαού ο Κοραής απερίφραστα συντασσόταν με τη δεύτερη επιλογή. Αυτό προκάλεσε εναντίον του την σφοδρή μήνιν των αρχαϊστών με επικεφαλής τον Νεόφυτο Δούκα. Η διαμάχη του Κοραή και των αρχαϊστών στις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα καταγράφηκε σε αρκετά φυλλάδια και σε δημοσιεύματα στα περιοδικά της Βιέννης Ερμής ο Λόγιος (όργανο των Κοραϊστών) και Καλλιόπη (όργανο των εχθρών του Κοραή). Κατά του Κοραή ξιφούλκησαν και οι φορείς του «φαναριώτικου δημοτικισμού.» Η αντίθεσή τους εκφράστηκε με την κωμωδία Κορακιστικά ή διόρθωσις της Ρωμαίκης γλώσσας (Κωνσταντινούπολη 1813) του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού, ο οποίος παρουσιάζει μια παρωδία των απόψεων του Κοραή για τη γλώσσα.

Οι απόψεις του Κοραή για το γλωσσικό ενόχλησαν και τον Παναγιώτη Κοδρικά ο οποίος δεν συντασσόταν με τους αρχαϊστές, θεωρούσε όμως ότι γλώσσα του γένους όφειλε να είναι η γραπτή γλώσσα της Εκκλησίας, η φαναριώτικη καθαρεύουσα. Ο Κοδρικάς διατύπωσε συστηματικά τις απόψεις του στο έργο του Μελέτη της κοινής ελληνικής διαλέκτου (1818). Με το έργο του αυτό προσέδωσε στο γλωσσικό ζήτημα ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις και προχώρησε σε προσωπικό διασυρμό των αντιφρονούντων, περιλαμβανομένων του Μοισιόδακα και ιδίως του Κοραή. Η προσωπική αυτή εμπάθεια υπονόμευσε την αξιοπιστία των απόψεων του Κοδρικά και της συντηρητικής ιδεολογίας που υποστήριζε.

Πάντως με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης οι αντιδικίες των λογίων του Διαφωτισμού για το γλωσσικό ζήτημα ατόνησαν μπροστά στις απαιτήσεις του αγώνα για την ελευθερία. Το γλωσσικό ζήτημα παρέμεινε άλυτο και ταλάνισε την παιδεία του ελληνικού κράτους για τους επόμενους δύο αιώνες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ, Α. 1966. Κοραής και Κοδρικάς. Η μεγάλη φιλολογική διαμάχη των Ελλήνων (1815-1821). Αθήνα.
ΔΗΜΑΡΑΣ, Κ. Θ. 2000. Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. 9η έκδ. Αθήνα: Γνώση.
———. 2002. Νεοελληνικός Διαφωτισμός. 8η έκδ. Αθήνα: Ερμής.
———. 1996. Ιστορικά Φροντίσματα. Β΄: Αδαμάντιος Κοραής. Επιμ. Π. Πολέμη. Αθήνα: Πορεία.
ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΗΣ, Π. Μ. 2000. Νεοελληνικός ΔιαφωτισμόςΟι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες. 3η έκδ. Αθήνα: ΜΙΕΤ..
———. 2004. Ιώσηπος Μοισιόδαξ. 2η έκδ. Αθήνα: ΜΙΕΤ.
ΚΟΠΙΔΑΚΗΣ, Μ. Ζ., επιμ. 1999. Ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: ΕΛΙΑ.
ΚΟΡΔΑΤΟΣ, Γ. [1927] 1974. Δημοτικισμός και λογιωτατισμός. 2η έκδ. Αθήνα..
ΜΟΣΧΟΝΑΣ, Ε. Ι., επιμ. 1981. Η δημοτικιστική αντίθεση στην κοραϊκή μέση οδό. Αθήνα: Οδυσσέας.
ROTOLO,V. 1963. A. Korais e la questione della lingua in Grecia . Παλέρμο: L’Academia.

greek-language.gr

, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.