«Συστήματα». Οι βυζαντινές συντεχνίες και το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» (τέλη 9ου – 12ος αι.)

της Ίνα Μουλλάι – από τη σελίδα Clio Turbata

Το Βυζάντιο κληρονόμησε από τη ρωμαϊκή οικονομική παράδοση και πρακτική τις κοινότητες όμοιων επαγγελματιών, τα ρωμαϊκά δηλαδή collegia ή corpora (ελλην. σύλλογοι ή ἑταιρεῖαι ή σωματεῖα). Επρόκειτο ουσιαστικά για συνεταιριστικούς δεσμούς, οι οποίοι μπορούν καταχρηστικά να ονομαστούν και συντεχνίες. Στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» του 10ου αι. (βλ. σχετικά παρακάτω) η έννοια της συντεχνίας προσδιορίζεται ωστόσο με τους τεχνικούς όρους σύστημα /-ήματα ή κοινότης τοῦ συστήματος. Η αλήθεια είναι ότι παρατηρείται κάποια ασάφεια ως προς την ειδική ορολογία που χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι ερευνητές για να προσδιορίσουν τις διάφορες βυζαντινές συντεχνίες· αυτό συμβαίνει διότι οι τελευταίοι ενίοτε δεν υιοθετούν στις δημοσιεύσεις τους την αυστηρή ορολογία των μεσαιωνικών ελληνικών κειμένων, αλλά «παρασύρονται» τρόπον τινά από τον σύγχρονο γενικό αγγλικό όρο guilds. Αξιοσημείωτη ως προς αυτό είναι ωστόσο η διαφοροποίηση του G. C. Maniatis: O συγκεκριμένος μελετητής επισημαίνει (ορθά κατά τη γνώμη μας) ότι οι έννοιες / όροι collegia, σύλλογοι, ἑταιρεῖαι, σωματεῖα / corporaσυστήματα, ἐργαστηριακοί και οι αποκαλούμενοι οἱ τῶν βαναύσων τεχνῶν δεν θα πρέπει να συγχέονται και να ταυτίζονται με τις συντεχνίες και το συντεχνιακό σύστημα της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή με τα αποκαλούμενα συστήματα. Ο ίδιος ερευνητής διακρίνει δυο ξεχωριστές ομάδες συντεχνιών, τις κρατικές – υποχρεωτικές (συστήματα) και τις εθελοντικές συνενώσεις (σωματεῖα και σύλλογοι). Η διάκρισή τους στηριζόταν κυρίως στο ενδιαφέρον ή όχι που έδειχνε το κράτος για αυτά τα επαγγέλματα και τους ασκούντες τους ¹.

Όλες οι συντεχνίες υπόκειντο στον έλεγχο του ἐπάρχου τῆς (Κωνσταντινου)πόλεως. Η συμμετοχή των επαγγελματιών στις διάφορες βυζαντινές συντεχνίες ήταν υποχρεωτική μόνο για τις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητά στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον». Η αλήθεια είναι ότι έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες σχετικά με τη χρονολόγηση και το περιεχόμενο του συγκεκριμένου έργου, το οποίο απευθυνόταν από τον αυτοκράτορα στον ἔπαρχον τῆς πόλεως, αξιωματούχο επόπτη και ρυθμιστή των επαγγελματικών δραστηριοτήτων και συναλλαγών στην ιδιαίτερη οικονομική και φορολογική ζώνη της βυζαντινής πρωτεύουσας (περί αυτής, βλ. τις σχετικές μελέτες του Ν. Oικονομίδη). Ωστόσο, οι περισσότεροι ερευνητές αποδέχονται πλέον ότι επρόκειτο μάλλον για συμπίλημα του 10ου αι. (τμήματά του ανάγονται από τη βασιλεία του Λέοντος Στ´ «Σοφού» [κυρίως] έως και την εποχή του Νικηφόρου Β´ Φωκά). Το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» αποτελούσε επαγγελματικό και αγορανομικό κώδικα, δηλαδή βασιλικό εγχειρίδιο εμπορικής δραστηριότητας με σαφή νομική και πρακτική εφαρμογή. Συμπεριέλαβε νέες (δηλαδή του τέλους του 9ου και των αρχών του 10ου αι.) αλλά και παλαιότερες κρατικές διατάξεις, οι οποίες διευθετούσαν ζητήματα σχετικά με τη δράση των λεγόμενων συστημάτων, δηλαδή των συντεχνιακά οργανωμένων επαγγελματιών της Κωνσταντινούπολης². Σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις, ο εκάστοτε επαγγελματίας ασκούσε μια μόνο τέχνη και εντασσόταν στο αντίστοιχο σύστημα. Σε περίπτωση που κάποιος επιθυμούσε να αλλάξει τέχνη, αρκούσε η εγκατάλειψή της και η υιοθέτηση της νέας, με την παράλληλη βεβαίως είσοδό του στο ανάλογο σύστημα.

Απεικόνιση του ἐπάρχου τῆς πόλεως.

Η οργάνωση των επαγγελματιών σε συστήματα στόχευε σε ποικίλους σκοπούς: στη βέλτιστη άσκηση των επαγγελμάτων, στην ορθολογική κατανομή της εργασίας μεταξύ των συστημάτων, στη μετάδοση των γνώσεων μέσω της μαθητείας, στην εκπροσώπηση των επαγγελματιών έναντι των δημοσίων αρχών, στην εξασφάλιση προμηθειών σε λογικές τιμές από τις επαρχίες και το εξωτερικό, στη διατήρηση της ποιότητας των προϊόντων, στη δημιουργία μιας συγκεκριμένης επαγγελματικής συμπεριφοράς, ώστε να αποτραπεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η απόκρυψη αγαθών σε κρίσιμες περιόδους, στην απαγόρευση της παραγωγής και εξαγωγής απαγορευμένων προϊόντων (όπως επίσης και τεχνιτών) και –τέλος– στη διευκόλυνση του κράτους στον αποτελεσματικό έλεγχο και στη συλλογή των φόρων. Ορισμένοι ερευνητές, βασιζόμενοι στις αναφορές στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» περί μέτρων και σταθμών, ελέγχου της παραγωγής από τον ἔπαρχο και καθορισμού του κέρδους των επαγγελματιών, θεώρησαν πως τα συστήματα αποσκοπούσαν επίσης στην αποτροπή του ανταγωνισμού μεταξύ των μελών τους και στη δημιουργία μονοπωλίου στις τιμές. Κατά την άποψη του G. C. Maniatis, η αποφυγή ανταγωνισμού μεταξύ των ίδιων των μελών και το μονοπώλιο στις τιμές προϋπόθεταν ισχυρές αγορανομικές δομές, συνεργασία των μελών για τον καθορισμό και επιβολή των τιμών, επιλεκτική είσοδο νέων μελών, προστασία από τον εξωτερικό ανταγωνισμό αλλά και κρατική προστασία μέσω της νομοθεσίας.

Υπήρχαν πολλά επαγγέλματα και στην Κωνσταντινούπολη, τα οποία δεν ήταν οργανωμένα σε συντεχνίες και –πιο συγκεκριμένα– σε συστήματα. Οι δραστηριότητές τους ρυθμίζονταν ωστόσο από την καθαυτό αυτοκρατορική νομοθεσία και ορισμένα νομοκανονικά κείμενα. Το κράτος επέβαλλε την οργάνωση σε συστήματα των επαγγελματιών, οι δραστηριότητες των οποίων ενείχαν ιδιάζουσα οικονομική, κοινωνική και πολιτική σημασία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιολογείται και η επιλογή της σειράς των αναφερόμενων συστημάτων στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον». Σε ό,τι αφορά την ύπαρξη ή μη άλλων συστημάτων, που δεν αναφέρονται στο τελευταίο, οι A. Stöckle και Α. Χριστοφιλόπουλος θεωρούσαν πως το ζήτημα αυτό σχετίζεται με την ακριβή μορφή διάσωσης του συγκεκριμένου κειμένου. Όπως σημειώσαμε ήδη, το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» αποτελεί συμπιληματικό έργο· περιλαμβάνει διατάξεις για την επίλυση προβλημάτων που είχαν προκύψει κατά τις περιόδους σύνταξής του και για τα επαγγέλματα που είχαν σημασία για το κράτος. Συνεπώς, ακόμη και εάν υπήρχαν επιπρόσθετα συστήματα, δεν ήταν αναγκαίο να συμπεριλαμβάνονται στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον». Ο Σπ. Βρυώνης υποστήριξε την άποψη της συντεχνιακής οργάνωσης όλων των επαγγελμάτων³. Ο G. C. Maniatis θεωρεί αντιθέτως ότι ορισμένες τέχνες δεν οργανώθηκαν σε συστήματα, καθώς ο μεγάλος αριθμός επαγγελματιών, οι οποίοι ασκούσαν την αντίστοιχη τέχνη, οι ποικίλες δραστηριότητες τους και οι μικρής κλίμακας επιχειρήσεις τους, αποτέλεσαν μερικούς από τους αποτρεπτικούς λόγους για την ένταξή τους⁴.

Κλίβανος εργαστηρίου κεραμικών δομικών υλικών από παράσταση εικονογραφημένου (ιστορημένου) χειρογράφου κώδικα (Biblioteca Apostolica Vaticana, Ms gr. 746, fol. 61r.).

Οι επικεφαλής των συστημάτων διορίζονταν από τον ἔπαρχο τῆς πόλεως, με μοναδική εξαίρεση τον προϊστάμενο του συστήματος των ταβουλλαρίων, δηλαδή των συμβολαιογράφων, εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του επαγγέλματος αυτού. Θα πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στους εκλεγμένους από τα μέλη των συστημάτων προϊσταμένους (ἐξάρχους, προστάτας, πρωτοστάτας ή προστατεύοντας), οι οποίοι εγκρίνονταν κατόπιν από τον ἔπαρχο τῆς πόλεως, και τους αξιωματούχους της υπηρεσίας του τελευταίου (λεγατάριοςσύμπονοιβουλλωτὴς, μιττωτής και ἐπαρχικοί). Στα μέσα του 11ουαι. ο Μιχαήλ Ατταλειάτης αναφέρει επίσης τους τῆς ἀγορᾶς προεξάρχοντας⁵, ενώ ο ελαφρά μεταγενέστερος Γεώργιος Κεδρηνός τους λεγόμενους φροντιστάς⁶. Τα σχετιζόμενα με τον επισιτισμό της πόλεως συστήματα διέθεταν παραπάνω από έναν αντιπρόσωπο, με εξαίρεση τους σαλδαμαρίους (παντοπώλες) και μάγκιπας (φουρνάρηδες)⁷. Η ποικιλία των τίτλων αποδεικνύει την ύπαρξη μιας σαφούς εσωτερικής οργάνωσης των συστημάτων, η οποία αντικατόπτριζε τις κοινωνικές και οικονομικές διαφορές ανάμεσα στα μέλη αλλά και στα καθαυτό συστήματα. Γεγονός πάντως είναι ότι προϊστάμενοι των συστημάτων ήταν κρατικοί υπάλληλοι, οι οποίοι προάσπιζαν πρωτίστως τα δημόσια οικονομικά και όχι τα επαγγελματικά συμφέροντα των μελών των πρώτων. Οι ίδιοι λειτουργούσαν τρόπον τινά ως συνδετικοί κρίκοι μεταξύ του ἐπάρχου τῆς πόλεως και των μελών των συστημάτων αναφέροντας στον πρώτο τυχόν παραβάσεις των κανονισμών, αλλά δεν προέβαιναν σε λύση των εσωτερικών ζητημάτων των μελών.

Ήδη από τον 3ο αι. μ.Χ. οι ρωμαϊκές συντεχνίες χρησιμοποιήθηκαν ως όργανα της τότε κρατικής μηχανής για την εφαρμογή της εκάστοτε κεντρικής οικονομικής πολιτικής. Ενίοτε ελάμβαναν τη μορφή ομάδων πιέσεως σε στιγμές αναταραχών, χωρίς να μπορούν να διακριθούν από τις φατρίες του Ιπποδρόμου⁸. Ένα ανάλογο περιστατικό αναφέρεται στη χρονογραφία του Ιωάννη Μαλάλα μεταξύ των αθλητικών (και όχι μόνο) σωματείων (δήμων) των Πρασίνων και Βενέτων: οι τελευταίοι δωροδόκησαν τους λεγόμενους ἐργαστηριακούς, με σκοπό να συνεχίσουν τις συγκρούσεις κατά την πασίγνωστη λαϊκή Στάση του Νίκα στη βυζαντινή πρωτεύουσα (a. 532): « … ἐτοξεύετο ἐκ τῶν τοῦ Βενέτου μέρους· εἶχον γὰρ τῶν αὐτῶν ἐργαστηριακῶν διαφόρους ἀμοιβάςκαὶ τῇ ἔριδι συσχεθέντες … ». Χαρακτηριστική είναι όμως και η παλαιά σχετική αναφορά του Διόδωρου Σικελιώτη (1ος αι. π.Χ.), την οποία διασώζει και επαναλαμβάνει ο λόγιος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος (μέσα 10ου αι.): « … ὥστε μὴ μόνον τοὺς ἐργαστηριακοὺς καὶ τὸν ἄλλον ὄχλον συντρέχειν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὴν σύγκλητον ὑπερθέσθαι τοὺς χρηματισμούς … »Από το πρώτο τέταρτο του 7ου έως και το 10ο αι., οι επαγγελματικές ενώσεις δεν απαντούν στις πηγές. Σποραδικές αναφορές εντοπίζουμε μόνο σε ἐργαστηριακούς, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τη συνέχεια των συστημάτων.

O πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης διαμαρτύρεται στον έπαρχο πόλεως. Μικρογραφία χειρογράφου κώδικα του 12ου αι., Μονή Αγίου Παντελεήμονος (Άγιον Όρος), Κωδ. 6, fol. 140b. Βλ. Π. Κ. Χρήστου – Χ. Μαυροπούλου-Τσιούμη – Σ. Ν. Καδάς, Οι θησαυροί του Αγίου Όρους. Εικονογραφημένα χειρόγραφα, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1973, σ. 182, εικ. 308.

Αν και τα συστήματα ανέπτυσσαν πολυσχιδή δράση στην Κωνσταντινούπολη και διέπονταν από πολλούς κανονισμούς, υπολείπονταν στην εσωτερική οργάνωση. Τα μέλη τους δεν διέθεταν λ.χ. κανόνες για την άσκηση της τέχνης τους, ενώ παράλληλα δεν συμμετείχαν στη διαχείριση των εσωτερικών τους υποθέσεων· γενικά, δεν προωθείτο η ατομική πρωτοβουλία. Εντούτοις, τα μέλη των συστημάτων, ως ανήκοντα σε ενώσεις, επιτελούσαν και κοινωνικό έργο: αναλάμβαναν λ.χ. έξοδα νεκρώσιμων τελετών, προστάτευαν κοινωνικά τα αδύνατα μέλη των συστημάτων, ενώ προωθούσαν ακόμη και τη λατρεία. Κάθε σύστημα διέθετε κοινό ταμείο, το οποίο ενισχυόταν από τις εγγραφές των νέων του μελών. Τα έσοδα του ταμείου χρησιμοποιούνταν για το φιλανθρωπικό έργο που επιτελούσε το εκάστοτε σύστημα αλλά και για τις θρησκευτικές και δημόσιες εορτές που διοργανώνονταν από τις συγκεκριμένες ενώσεις⁹.

Τα συστήματα δεν αποτελούσαν νομικά πρόσωπα· συνακόλουθα, ήταν αδύνατη η κατοχή ιδιοκτησίας αλλά και η προσφυγή τους στα κρατικά δικαιοδοτικά όργανα. Βεβαίως, τα μέλη τους –ως ατομικές προσωπικότητες– διέθεταν ανάλογες δυνατότητες. Η εισαγωγή στα συστήματα πραγματοποιείτο δια εκλογής, εφόσον οι υποψήφιοι πληρούσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις· αντιθέτως, στα παλαιά ρωμαϊκά collegia η είσοδος ήταν κληρονομική. Η τελική έγκριση, όπως αντίστοιχα και η απομάκρυνση των παραβατών, αποφασιζόταν μόνο από τον ἔπαρχο τῆς πόλεως, καθώς τα ήδη ενταγμένα μέλη δεν συνεδρίαζαν¹º. Σε κάθε σύστημα, ανάλογα με την επαγγελματική φύση και δραστηριότητά του, οι προϋποθέσεις ένταξης νέου μέλους ήταν διαφορετικές. Έτσι, για την εισαγωγή μεταξοπρατῶν και καταρταρίων απαιτούνταν εγγυήσεις για το επαγγελματικό ήθος των υποψηφίων από αξιόπιστους άνδρες και η καταβολή δύο (χρυσών) νομισμάτων στο ταμείο του συστήματος. Για τους σηρικαρίους και βεστιοπράτας, οι αξιόπιστοι μάρτυρες ήταν πέντε, ενώ στο ταμείο του συστήματος κατέβαλλαν οι πρώτοι τρία και οι δεύτεροι έξι νομίσματα. Μόνο στα συστήματα των τραπεζιτῶν και χοιρεμπόρων δεν συνιστούσε προϋπόθεση η καταβολή χρημάτων παρά μόνο η προσέλευση μαρτύρων. Οι σαπωνοπράται αντίθετα, πέραν των εγγυήσεων από αξιόπιστους μάρτυρες, κατέβαλλαν στο δημόσιο ταμείο και το βασιλικό βεστιάριο από έξι νομίσματα. Για το σύστημα των ἰχθυοπρατῶν, αν και δεν αναφέρονται προϋποθέσεις στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον», ο G. C. Maniatis υποθέτει την καταβολή δύο νομισμάτων και τις απαραίτητες εγγυήσεις από μάρτυρες. Ανάλογα με το επάγγελμα, τα νέα μέλη υποβάλλονταν σε ειδική εκπαίδευση ή απλή μαθητεία Διαθέτουμε για παράδειγμα αναφορές σε «παιδοδιδάσκαλο νομικὸ καὶ διδάσκαλο ἐν νομῇ» για το σύλλογο των ταβουλλαρίων, ενώ για τα συστήματα των κηρουλαρίων και των σαπωνοπρατῶν αναφέρονται μαθητευόμενοι κοντά στους ασκούντες της τέχνης: « … Τοὺς τὴν κηρουλαρικἠν μεταχειριζομένους τένην χρεὼν ἰδικῶς ἐν τοῖς ἑαυτῶν ἐργαστηρίοις ποιεῖσθαι τὰς πραγματείας καὶ μὴ παροδικῶς ἐν τοῖς ἀνεπιτηδείοις τόποις εἴτε δι’ οἰκετῶν μἢ καὶ μαθητῶν συνιστᾶν πρατήρια … », « … ὁ ἄνευ εἰδήσεως τοῦ ἐπάρχου καὶ τοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν προστάτου ἓτερον πρόσωπον μὴ ὂν ἐκ τοῦ συστήματος ἐκδιδάσκων τὴν τοιαύτην τέχνην … » ¹¹.

Εικόνες από την καθημερινή ζωή του Βυζαντίου. Στα λιμάνια λειτουργούσαν τα ιχθυοπωλεία, όπου οι ψαράδες πουλούσαν τα προϊόντα τους και τα καπηλειά για να φάνε, να πιούν ή και να διανυκτερεύσουν.

Τα νέα μέλη καταγράφονταν στο κατάστιχο του ἐπάρχου τῆς πόλεως και ελάμβαναν τη βούλλα του. Η τελευταία ισοδυναμούσε ουσιαστικά με άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αλλά και ένταξη στο ευρύτερο συντεχνιακό καθεστώς, το οποίο τελούσε υπό τον έλεγχο του ἐπάρχου. Οι ποινές για όσους δεν τηρούσαν τους κανόνες ήταν σκληρές και ταπεινωτικές, όπως σωματικός κολασμός, χρηματικά πρόστιμα, αποβολή από το σύστημα (ισοδύναμη με απώλεια άδειας άσκησης επαγγέλματος), διαπόμπευση μόνο για το σύστημα των μαγκίπων, εξορία από την Πόλη ακόμη και θανάτωση (ειδικά στην περίπτωση των σαπωνοπρατῶν). Οι ποινές επιβάλλονταν συνδυαστικά: συνήθως ο σωματικός κολασμός συνοδευόταν με τις υπόλοιπες ποινές¹². Κάποτε για το ίδιο παράπτωμα μνημονεύεται διαφορετική ποινή. Αυτό αποδίδεται στο συμπιληματικό χαρακτήρα του «Ἐπαρχικοῦ Βιβλίου», στη χρονική απόσταση του χειρογράφου κώδικα –δια του οποίου έχει διασωθεί το έργο (14ος αι.)– από τον αρχικό χρόνο σύνταξης του τελευταίου (10ος αι.) αλλά και στη διαφορετική οικονομική κατάσταση των μελών των συστημάτων. Οι υφιστάμενοι του ἐπάρχου φρόντιζαν για την άμεση εφαρμογή των ανωτέρω.

Υπήρχε δυνατότητα ένταξης ακόμη και δούλων σε ορισμένα συστήματα, με εγγυητές τους κυρίους των πρώτων. Οι μη ελεύθεροι δεν εμπλέκονταν μεν άμεσα στην παραγωγή και πώληση των προϊόντων, αλλά αναλάμβαναν τις οικιακές εργασίες. Υπήρχαν ωστόσο και δούλοι, έμπιστοι των κυριών τους, που αναλάμβαναν τη διαχείριση των ἐργαστηρίων, ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο και τις τεχνικές γνώσεις τους. Πιο συγκεκριμένα, με βάση και πάλι το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον», διακρίνουμε δυο κατηγορίες δούλων: αυτούς που προΐσταντο των ἐργαστηρίων, αφού ο κύριός τους είχε διαθέσει τα απαραίτητα κεφάλαια προς επένδυση, και εκείνους που ασκούσαν ορισμένες οικονομικές λειτουργίες υπό την επίβλεψη των ἐργαστηριακῶν. Μια αντίστοιχη πληροφορία αντλούμε δυο αιώνες αργότερα από σχετικό σχόλιο του κανονολόγου (αλλά και διακεκριμένου χρονογράφου) Ιωάννη Ζωναρά, με τη διαφορά πως στη δεύτερη κατηγορία ο τελευταίος εντάσσει τους οικιακούς δούλους¹³. Μέσω των δούλων δινόταν η δυνατότητα στους ευκατάστατους πολίτες να ασχοληθούν με το εμπόριο, σε περίπτωση που επιθυμούσαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους ή δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν οι ίδιοι προσωπικά.

Εργοτάξιο της βυζαντινής εποχής. Μικρογραφία χειρογράφου.
Χρονικό Ιωάννη Σκυλίτζη (κώδ. Vitr. 26 – 2, φ. 141ˇα) 13ος αι. Ισπανία, Μαδρίτη, Biblioteca Nacional.

Σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών στα συστήματα, μαρτυρείται η ισότιμη συμμετοχή τους στο σύστημα των λεγόμενων καταρταρίων: « … οἱ μὴ ἐν τῇ ἀπογραφῇ ὄντες, εἴτε ἄνδρες εἴτε γυναῖκες, μὴ δυνάμενοι ἐκ τῆς ἔξωθεν μετάξης ἐξωνεῖσθαι καὶ ἀπὸ τῶν μεταξοπρατῶν ἐξωνούμενοι … ». Πιθανότατα και οι συμμετέχουσες στο πανηγύρι της Αγίας Αγάθης, κλώστριες και υφάντριες μάλλινων ενδυμάτων, να εντάσσονταν σε σύστημα ή τουλάχιστον να συγκροτούσαν σωματείο¹⁴. Η συμμετοχή των γυναικών στα συστήματα των ἀργυροπρατῶν και τραπεζιτῶν απαγορευόταν ήδη από την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» αναφέρεται πως σε περίπτωση έκθεσης προς πώληση πολύτιμων μετάλλων και λίθων από γυναίκες, απαιτείτο η γνωστοποίησή της στον ἔπαρχο τῆς πόλεως, για να αποφευχθεί η εξαγωγή των αγαθών σε ξένους λαούς. Η συμμετοχή κληρικών και Εβραίων απαγορευόταν.

Ενασχόληση των γυναικών με την υφαντουργία.

Πολλοί ερευνητές έχουν υποστηρίξει την πιθανότητα οργάνωσης των επαγγελματιών σε συστήματα και στις επαρχίες της αυτοκρατορίας, τουλάχιστον στις μεσοβυζαντινές πόλεις που διέθεταν αναπτυγμένη βιοτεχνία (π.χ. Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κόρινθο Θήβα, Εύριπος και Άνδρος) από το 10ο έως και το 12ο αι. Η σχετική επιχειρηματολογία τους στηρίζεται βασικά στην τεκμηριωμένη ύπαρξη βυζαντινής καλλιέργειας μουριών και βιοτεχνίας παραγωγής μεταξιού στις ανωτέρω περιοχές. Κατά τους ίδιους, εφόσον την παραγωγή και διανομή του τελευταίου πραγματοποιούσαν ἐργαστήρια, τα οποία λειτουργούσαν με βάση τους κανόνες του «Ἐπαρχικοῦ Βιβλίου», ήταν πιθανό το ίδιο να συνέβαινε και στα μεγάλα αστικά κέντρα παραγωγής των βυζαντινών επαρχιών. Οι ερευνητές τονίζουν τη λειτουργία συστημάτων ψαράδων κογχυλιών πορφύρας στη Θήβα, στην Αθήνα και στην Πελοπόννησο (10ος αι.). Αν και στις πηγές δεν αναφέρεται παρόμοιο σύστημα, η πορφύρα συνιστούσε πολύ σημαντικό συστατικό για τη βαφή μεταξωτών υφασμάτων και δεν νοείτο η λειτουργία του έξω από το πλαίσιο κάποιου συστήματος.

Σκηνή από το βυζαντινό αγροτικό βίο από βίβλο του 11ου αι., Παρίσι, Bibliothèque Nationale de France.

O G. C. Maniatis αντικρούει ωστόσο την εικασία περί ύπαρξης συστημάτων και σε άλλες αυτοκρατορικές πόλεις πέραν της Κωνσταντινούπολης. Ο ίδιος θεωρεί ότι η τελευταία προϋπόθετε την ύπαρξη ευρείας διοικητικής μηχανής με συγκεκριμένη νομική μορφή, στοιχεία της οποίας στις επαρχίες δεν μας έχουν διασωθεί, όπως σε προγενέστερες περιόδους. Εξάλλου, η ποικιλομορφία της περιφερειακής οικονομικής δραστηριότητας, η επινόηση νέων φόρων και αγγαρειών και η αδυναμία πραγματικού ελέγχου της επαρχιακής οικονομικής δραστηριότητας καθιστούσαν αδύνατη τη δημιουργία ενός εθνικού συντεχνιακού δικτύου. Σχετικά με το σύστημα των ναυτικών στη Θεσσαλονίκη του 14ου αι., την αναφορά του οποίου χρησιμοποίησαν ως επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης συστημάτων στις επαρχιακές βυζαντινές πόλεις οι O. Tafrali, Α. Χριστοφιλόπουλος, P. Charanis και Ν. Οικονομίδης¹⁵, πιθανότατα επρόκειτο για σωματείο μη υπαγόμενο σε κρατικό έλεγχο. Κατά τη γνώμη μας δεν υπήρξε κανένα σύστημα, τουλάχιστον οργανωμένο όπως εκείνα της Kωνσταντινούπολης, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Τέλος, ο περιορισμός των συστημάτων αποκλειστικά στη βυζαντινή πρωτεύουσα καταδεικνύεται και από διάταγμα του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282), με το οποίο ο τελευταίος πρόσταζε τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές του κράτους να διασφαλίσουν τις εμπορικές συναλλαγές¹⁶.

Εργασία βυζαντινών τεχνιτών σε εργαστήριο.

Η προοδευτική επικράτηση των Λατίνων εμπόρων στην εμπορική ζωή της Κωνσταντινούπολης μετά τον 11ο αι., η αδυναμία της κεντρικής εξουσίας μπροστά στην διαρκή πάλη μεταξύ δυναμικών ανταγωνιστικών ομάδων, η πολιτική αβεβαιότητα με την ταυτόχρονη αδυναμία ελέγχου των συστημάτων είχαν ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση των τελευταίων στα τέλη του 12ου αι. Όπως τονίζει ο G. C. Maniatis, oι σποραδικές αναφορές ορισμένων όρων, όπως πρωτομαΐστωρ, πρωτομακελλάριος και ἔξαρχος, δεν αποτελούν απόδειξη της συνέχειας των συστημάτων, καθώς οι τελευταίοι προσδιόριζαν τους επικεφαλής διαφόρων επαγγελμάτων και όχι συστημάτων. Επίσης, υπήρχαν και οι επικεφαλής των επαγγελματικών συνεταιρισμών (συντροφίαι), όπως ο λεγόμενος πρωταλυκάριος, ο οποίος ήταν επικεφαλής μιας επαγγελματικής επιχείρησης και όχι προϊστάμενος ενός αντίστοιχου συστήματος. Προφανώς από το προγενέστερο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» δεν μπορεί να διαπιστωθεί η διατήρηση ή μη των συστημάτων από τα τέλη του 12ου αι. και εξής. Είναι αλήθεια ότι η απαγόρευση εισόδου κάποιου στο επάγγελμα ενός τρίτου, που απαντά στο τελευταίο κείμενο, αναπαράγεται πολύ αργότερα στη λεγόμενη «Ἑξάβιβλο» (νομική πραγματεία του 14ου αι. που συντάχθηκε από τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο)¹⁷· αυτό ωστόσο από μόνο του δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη για τη συνέχεια των επαγγελματικών ενώσεων. Με την ουσιαστική απάλειψη των συστημάτων, έπαυσε έκτοτε και ο λόγος ύπαρξης, εφαρμογής και εποπτείας των κανονισμών του «Ἐπαρχικοῦ Βιβλίου».

Η  Ίνα Μουλλάι είναι υποψήφια Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ).  Το ερευνητικό θέμα της διατριβής της αφορά το δευτερογενή τομέα παραγωγής στη μεσοβυζαντινή Μικρά Ασία.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Maniatis, Economy 339-345. Για τους επαγγελματίες της πρωτεύουσας, βλ. Dimitroukas, «Guilds». Για τα ἐργαστήρια και τους ἐργαστηριακούς, βλ. Μουλλάι, Εργαστήρια.

² Χριστοφιλόπουλος, Συντεχνίες 5. – Τρωιάνος, Πηγές 136-137. – Maniatis, «System» 542.

³ Βρυώνης, «Δημοκρατία» 297 (κείμ. και σημ. 26).

⁴ Maniatis, «System» 536.

⁵ Ατταλειάτης, Ἱστορία 12. Πρβλ. Vryonis, «Δημοκρατία» 313 και σημ. 116.

⁶ Κεδρηνός 2. 641. Πρβλ. Vryonis, «Δημοκρατία» 313 και σημ. 116.

⁷ Βλ. ειδικά το σύστημα των λεγόμενων λωροτόμων αλλά και εκείνα των καπήλων και των ἰχθυοπρατῶν. Ο αριθμός των επικεφαλής των συστημάτων καθοριζόταν από τα μέλη τους. Βλ. Ἐπαρχικόν Βιβλίον 17.1, 19.1, 20.1. Πρβλ. Dagron, «Οικονομία» 66-67. – Maniatis, «System» 538.

⁸ Μαλάλας 491. 2-5. – Πορφυρογέννητος, Excerpta 285.15-17. Πρβλ. Vryonis, «Δημοκρατία» 290.

⁹ Dagron, «Οικονομία» 64.

¹º Stöckle, Zünfte 138, 140. – Maniatis, «System» 532.

¹¹ Ἐπαρχικόν Βιβλίον 1.13, 11.1, 12.1Πρβλ. Dagron, «Οικονομία» 79 (κείμ. και σημ. 140). – Koder, «Authority» 87.

¹² Ἐπαρχικόν Βιβλίον 8.3, 10. 3, 12.3, 16.2: « … τυπτέσθω καὶ κουρευέσθω … »Πρβλ. Koder, «Delikt und Strafe» 118. – Νεράντζη-Βαρμάζη, Σχόλια 1171-1172.

¹³  Σύνταγμα 2. 106. Πρβλ. Παπαγιάννη, Πρόβλημα 411-412.

¹  Laiou, Agathe 120.

¹⁵ Καντακουζηνός 575.8-13. Πρβλ. Χριστοφιλόπουλος, «Συντεχνίες» 4. – Oikonomidès, «Hommes» 78, 112-113.

¹⁶ Burgmann – Magdalino, «Michael» 382. – Maniatis, «Economy» 352-357. – Του ιδίου, «System» 537.

¹⁷ Ἐπαρχικόν Βιβλίον 2.1, 4.1, 4.7, 5.1, 6.14-15, 8.6, 9.6, 10.1, 10.5, 10.6, 11.2, 12.4, 12.6, 13.1, 14.2, 15.1, 21.7. – Αρμενόπουλος, Ἑξάβιβλος (H) 6.14.12. Πρβλ. Maniatis, «Economy» 360-361.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πηγές

Αρμενόπουλος Κωνσταντίνος, Πρόχειρον Νόμων ἢ Ἐξάβιβλος, έκδ. Κ. Πιτσάκης [Βυζαντινά και Νεοελληνικά Κείμενα 1], Αθήνα 1971 (ανατ. 2006)

Ατταλειάτης Μιχαήλ, Ἱστορία, έκδ. Εύδ. Θ. Τσολάκης [CFHB 50], Athens 2011.

Burgmann, L. – Magdalino, P. (έκδ.), «Michael VIII on Maladministration», Fontes minores 6 (1976) 377-390.

Ἐπαρχικὸν Βιβλίον, έκδ. J. Koder, Das Eparchenbuch Leons des Weisen [CFHB 33], Wien 1991.

Καντακουζηνός Ιωάννης, Ἱστορία, έκδ. L. Schopen, Ioannis Cantacuzeni ex imperatoris historiarum [CB], Bonnae 1828-1832.

Κεδρηνός Γεώργιος, Σύνοψις Ἱστοριῶν, έκδ. I. Bekker, Georgius Cedrenus. Ioannis Scylitzae ope [CB], Bonnae 1838.

Κόλιας, Τ. Κ. – Χρόνη, Μ., Το Επαρχικόν Βιβλίον Λέοντος Στ´ του Σοφού, Αθήνα 2010.

Μαλάλας Iωάννης, Χρονογραφία, έκδ. I. Thurn, Ioannis Malalae chronographia [CFHB 35], Berlin 2000.

Πορφυρογέννητος Κωνσταντίνος, έκδ. T. R. Büttner – A.G. Wobst, Excerpta historica iussu imp. Constantini Porphyrogeniti confecta1: Excerpta de insidiis, Berlin 1903, 2: Excerpta de virtutibus et vitiis, Berlin 1906, 1910, 3: Excerpta de insiidis, έκδ. C. de Boor, Berlin 1905, 4: Excerpta de sententiis, έκδ. U. P. Boissevain, Berlin 1906.

Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων τῶν τὲ ἁγίων καὶ πανευφήμων ἀποστόλων καὶ τῶν ἱερῶν καὶ οἰκουμενικῶν καὶ τοπικῶν Συνόδων, καὶ τῶν κατὰ μέρος ἁγίων πατέρων, έκδ. Γ. Α. Ράλλης – Μ. Ποτλής, τ. 1-6, Ἀθῆναι 1852-1859 (ανατ. 1966, 1982).

Βασιλικά, έκδ. H. J. Scheltema – N. van der Wal, Basilicorum Libri LX, τ.1-8 (κείμενο), Groningen 1955 κ.ε. και H. J. Scheltema – D. Holwerda, τ. 1-11 (σχόλια), Groningen 1953 κ.ε.

Β. Μελέτες

Χριστοφιλόπουλος, Α.Π., Τὸ Ἐπαρχικὸν Βιβλίον Λέοντος τοῦ Σοφοῦ καὶ αἱ συντεχνίαι ἐν Βυζαντίῳ, Ἀθῆναι 1935 (φωτ. ανατ. Θεσσαλονίκη 2000).

Dagron, G., «Η αστική οικονομία από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα», Οικονομική ιστορία του Βυζαντίου από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα. Τόμος Β´, γεν. εποπτ. Α. Λαΐου, επιστ. επιτρ. C. Morrisson – Χ. Μπούρας – Ν. Οικονομίδης – Κ. Πιτσάκης, Αθήνα 2006, σσ. 43-140.

Dimitroukas, Ι., «Craft Guilds in Constantinople», Encyclopaedia of the Hellenic World, Constantinople (2007), ιστοσ. http://www.ehw.gr/l.aspx?id=11681.

Koder, J., «Delikt und Strafe im Eparchenbuch», Jahrbuch der Österreichischen Byzantinistik 41 (1991) 113-131.

Koder, J., «The Authority of the “Eparchos” in the Markets of Constantinople (according to the Book of the Eparch)», Authority in Byzantium, επιμ. P. Amstrong, Abingdon, Oxon – New York 2013, σσ. 83-108.

Laiou, A. E., «The Festival of “Agathe”: Comments on the Life of Constantinopolitan Women», Bυζάντιον. Αφιέρωμα στὸν Ανδρέα Ν. Στράτο, επιμ. N. Στράτου, Αθήνα 1986, σσ. 111-123.

Maniatis, G. C., «The Domain of Private Guilds in the Byzantine Economy, Tenth to Fifteenth Centuries», Dumbarton Oaks Papers 55 (2001) 339-369.

Maniatis, G. C., «The Guild System in Byzantium and Medieval Western Europe: A Comparative Analysis of Organizational Structures, Regulatory Mechanisms, and Behavioral Patterns», Byzantion 76 (2006) 463-570.

Μουλλάι, Ί., Τα βυζαντινά εργαστήρια (9ος – 15ος αιώνας). Είδη, λειτουργία και συμβολή στην αστική οικονομία [Διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία], ΑΠΘ 2018.

Νεράντζη-Βαρμάζη, B., «Σχόλια γύρω από τις ποινές στο Επαρχικό Βιβλίο του Λέοντα Στ΄ του Σοφού», Αντικήνσωρ: Τιμητικός τόμος Σπύρου Ν. Τρωιάνου για τα ογδοηκοστά γενέθλια του, επιμ. Β. Α. Λεονταρίτου – Κ. Α. Μπουρδάρα – Ε. Σ. Παπαγιάννη, Αθήνα 2013, σσ. 1167-1176.

Παπαγιάννη, E., «Τὸ πρόβλημα τῶν δούλων στὸ ἔργο τῶν κανονολόγων τοῦ 12ου αι.», Τὸ Βυζάντιο κατὰ τὸν 12ο αἰώνα. Κανονικό δίκαιο, κράτος καὶ κοινωνία, επιμ. Ν. Οικονομίδης, Ἀθήνα 1991, σσ. 405-445.

Stöckle, Α., Spätrömische und Byzantinische Zünfte. Untersuchungen zum Sogenannten Ἐπαρχικόν Βιβλίον Leos des Weisen, Leipzig 1911 (ανατ. 1963).

Τρωιάνος, Σ. Ν., Οι πηγές του βυζαντινού δικαίου, Αθήνα 32011.

Vryonis, S., «Byzantine “Δημοκρατία” and the Guilds in the Eleventh Century», Dumbarton Oaks Papers 17 (1963) 287-314.

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.