Τα γενικά χαρακτηριστικά της ελληνιστικής μοναρχίας

του Παναγιώτη Βασιλόπουλου, Φοιτητή τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας ΑΠΘ

Η ελληνιστική εποχή ( 323-30 π.Χ.) αποτελεί τομή στην ιστορική πορεία του ελληνισμού, μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου τα όρια του Μακεδονικού βασιλείου επεκτάθηκαν ως την Ινδία. Αυτό είχε συνέπειες σε ολόκληρο τον ελληνισμό, γιατί πια γνώρισε άλλες καταστάσεις , ήρθε σε επαφή με άλλους πολιτισμούς και συνυπήρξε μαζί τους, αλλά η ριζικότερη αλλαγή είναι στο τρόπο διακυβέρνησης. Ο ελληνικός κόσμος ήταν παιδί της πόλεως- κράτους, αυτοδιοικούμενη και αυτάρκης, οι Έλληνες οργάνωναν την πολιτική τους ζωή στο πλαίσιο του πολιτεύματος της πόλης τους. Στην ελληνιστική εποχή οι Έλληνες βρίσκονται υπήκοοι βασιλείων μεγάλων εκτάσεων που κατοικούνται από ετερογενείς πληθυσμούς, η πόλις έχει χάσει σημαντικό ρόλο της πολιτικής της σπουδαιότητας, καθώς είναι υπό το διάδημα του μονάρχη. Έτσι οι πολίτες δεν μετέχουν πια των αποφάσεων που ορίζουν την πολιτική τους ύπαρξη, διότι η βουλή της πόλεως έχει απολέσει τον ρόλο της. Το παρακάτω άρθρο αποσκοπεί στο να δώσει τα γενικά χαρακτηριστικά της ελληνιστικής μοναρχίας που ίσχυσαν σε κάθε βασίλειο με τις δικές του ιδιαιτερότητες.

Ο βασιλιάς της ελληνιστικής εποχής αντλεί την δύναμη και επικύρωση του από τον στρατό του, μέσω νικηφόρων μαχών οι στρατιώτες τον αναγνωρίζουν ως αρχηγό τους, εξ ου και ο Άτταλος Ά της Περγάμου αναγνωρίζεται ως βασιλείας μετά την αντιμετώπιση του Αντίοχου Ιέρακα και έπειτα των Γαλατών το 238 π.Χ. ή ο Αντίοχος ΄Γ Μέγας λόγω της ανάβασης του στις ανατολικές σατραπείες.

Η μοναρχία ερείδεται επίσης στην κατοχή μεγάλων εκτάσεων γης που ονομάζεται χώρα ή γη βασιλική, η οποία με την λογική της δορίκτητου γης που εγκαινίασε ο Μέγας Αλέξανδρος πρέπει συνεχώς να επεκτείνεται αλλά και να διατηρείται. Η γη αυτή προσπορίζει τα απαραίτητα έσοδα για την συντήρηση πολυάριθμου στρατού και στην πληρωμή μιας διευρυμένης δημοσιοϋπαλληλικής τάξης. Οι μονάρχες κάνουν δωρεές αυτής της γής σε έμπιστα τους άτομα και σε στρατιώτες με την μορφή πλήρους ιδιοκτησίας στην Μακεδονία ή μόνο την επικαρπία όπως συμβαίνει στην Αίγυπτο και έτσι είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητές.

Μερικά άλλα γνωρίσματα των βασιλέων είναι οι πομπώδεις τίτλοι τους με σκοπό την αυτοπροβολή τους και την ένδειξη κύρους, παραδείγματος χάριν Αντίοχος ΄Δ Επιφανής, Πτολεμαίος Γ’ Ευεργέτης, Σέλευκος Α΄ Νικάτωρ. Η χρήση νέων όπλων μεγάλων διαστάσεων με τον πιο γνωστό στην χρήση τους τον Δημήτριο τον Πολιορκητή που χρησιμοποίησε την ελέπολη, είδος πολιορκητικού πύργου, και την χελώνα ή τεσσαροκοντήρη, που κατασκευάστηκε για τον Πτολεμαίο Δ’ στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. και είχε μήκος 127 μέτρων. Δημόσια έργα όπως ο εξωραϊσμός των πρωτευουσών ή δωρεές σε άλλες πόλεις, όπως εκείνες των Ατταλιδών στην Αθήνα, η χρήση των πορτρέτων τους στα νομίσματα τους, το διάδημα είναι μερικά από τα κοινά τους χαρακτηριστικά.

Σε επίπεδο διοίκησης πρέπει να ειπωθεί εξ ’αρχής ότι ο μονάρχης αποτελούσε ένα είδος έμψυχου νόμου που έχει απόλυτη εξουσία μέσω των προσταγμάτων και των διαγραμμάτων του. Η διοίκηση στελεχώνεται από μια ελληνική ελίτ που ακολουθεί το πρότυπο της παλιάς Μακεδονικής οργάνωσης, όπου ο βασιλιάς μαζί με τους φίλους ευγενείς διοικεί το κράτος δημιουργώντας μια αυλική ιεραρχία. Για την καλύτερη κατανόηση των γενικών χαρακτηριστικών της ελληνιστικής μοναρχίας το καλύτερο παράδειγμα που γνωρίζουμε λόγω του πλούσιου υλικού των πηγών και ειδικότερα του παπυρολογικού είναι εκείνο της Αιγύπτου των Πτολεμαίων. Ο ανώτατος αξιωματούχος ήταν ο διοικητής και έπονται ο επιστολογράφος που επιφορτίζεται με την αλληλογραφία του βασιλιά και ο υπομνηματογράφος που ασχολείται με την καταγραφή των καθημερινών γεγονότων σχετικά με την διοίκηση (εφημερίδες) και των βασιλικών αποφάσεων, αποστέλλει τις απαντήσεις του βασιλιά στα αιτήματα και τις απορίες των τοπικών υπαλλήλων στο περιθώριο των επιστολών σε μορφή σημείωσης. Στην τοπική διοίκηση η Αίγυπτος χωριζόταν σε περίπου 40 νομούς που την εξουσία ασκούσε ο στρατηγός που είχε και πολιτικές αρμοδιότητες. Οι νομοί χωριζόταν σε κώμας και τοπαρχίας όπου τις διοικούσαν αντίστοιχα οι κωμάρχας και τοπάρχας.

Ένα πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα χαρακτηριστικό είναι η απόδοση θεϊκών τιμών στους μονάρχες. Η αρχαία ελληνική θρησκεία θεωρούσε ύβρη την εξίσωση των ανθρώπων με τους θεούς, στην ελληνιστική εποχή αυτό αλλάζει. Αυτό φαίνεται όταν ο Δημήτριος ο Πολιορκητής πήγε στην Αθήνα το 290 π.Χ., εκεί φαίνεται καθαρά η αλλαγή. Καθώς οι Αθηναίοι προσεύχονται σε αυτόν και προσδοκούν λύση των προβλημάτων τους και από αυτό προηγείται ότι οι άλλοι θεοί ή δεν ακούν ή αδιαφορούν για τα ανθρώπινα ή μένουν μακριά ή δεν υπάρχουν και ο Δημήτριος δεν είναι φτιαγμένος από μάρμαρο ή ξύλο αλλά υπαρκτός ( Αθηναίος 6.253 d-f = Δούρις, FGH 76 fr.13). Για να μην διαπράξουν ύβριν οι βασιλείς αλλά και να αξιώνουν ισόθεες τιμές στήριζαν την καταγωγή ή την προστασία τους από έναν θεό η ήρωα. Έτσι οι Αντιγονίδες στήριζαν την καταγωγή τους στον Ηρακλή, οι Σελευκίδες στον Απόλλωνα, ο Δημήτριος ο Πολιορκητής ήταν γιός του Ποσειδώνα και οι Πτολεμαίοι είχαν ως προστάτη τους τον Διόνυσο. Επίσης αυτές οι τιμές δίνονταν στην ίδρυση μιας πόλης στο πλαίσιο του ήρωα η του οικιστή της όπως συνέβαινε παλιότερα.

Μέσω της απόδοσης ισόθεων τιμών ο μονάρχης γινόταν απόλυτος κυρίαρχος. Όμως θεοποίηση των μοναρχών είναι επίσης απόρροια των κοινωνικών συνθηκών και της πολιτικής σκοπιμότητας. Οι άνθρωποι της ελληνιστικής εποχής ζώντας σε μια ταραχώδη περίοδο λόγω των συνεχών πολέμων, της φτώχειας, των αβέβαιων συνθηκών διαβίωσης και της αλλαγής της τύχης άρχισαν να απομακρύνονται από το παραδοσιακό δωδεκάθεο και στράφηκαν στην λατρεία του βασιλιά και σε θεότητες που μπορούσαν να εξασφαλίσουν την ευημερία τους. Έτσι ο μονάρχης έχοντας την δύναμη είναι η πηγή για την λύτρωση των υπηκόων. Η πολιτική σκοπιμότητα έγκειται στο γεγονός οι λαοί που κατακτήθηκαν από πολύ παλιά στην πολιτική πρακτική τους ταύτιζαν τον βασιλιά με τους θεούς. Με σκοπό την αφομοίωση και των έλεγχο τον γηγενών πληθυσμών οι μονάρχες επέλεξαν την εξίσωση τους με τους θεούς , επίσης η συνεργασία με τα ιερατεία τους οι μονάρχες είχαν την απαραίτητη ηρεμία, καθώς η απόδοση τιμών στον μονάρχη δήλωνε και την υπακοή τους σε αυτόν.

Βιβλιογραφία:
-Έκο Ουμπέρτο, Αρχαία Ελλάδα επιστημονική επιμέλεια Ουμπέρτο Έκο.Πολιτική, οικονομική και κοινωνική ιστορία. Μέρος Α
-Κυρτάτας Δ.Ι & Ράγκος Σ.Ι, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα, 2010
-Ιστορία των Ελλήνων: Τόμος 4 Ελληνιστικοί χρόνοι, Εκδόσεις Δομή.
-François Lefevrè, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ-ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ, Αθήνα, 2016

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.