«Τα κεφάλια μέσα», του Χρήστου Γιανναρά

Δ​​ιάγγελμα από την Ιθάκη, ο Αλέξης Τσίπρας, πανηγυρισμοί για την «έξοδο» από τα «μνημόνια». Σκηνοθεσία από δεύτερο χέρι – απομίμηση του Καστελλόριζου, με τον τραγωδικής φαιδρότητας ΓΑΠ, το 2010. Και τότε και τώρα, στο Καστελλόριζο ή στην Ιθάκη, η επιπολαιότητα (ή το θράσος) τρομάζει: Λανσάρεται η συνθηκολόγηση σαν θρίαμβος, η ντροπή σαν περηφάνια, η κοινωνική δεινοπάθηση, σαν στρατηγικό κατόρθωμα.

Τον τρόμο τον μεταβάλλει σε πανικό η απουσία εναλλακτικής πολιτικής πρότασης: Η αξιωματική αντιπολίτευση ρητορεύει γενικότητες, δεν αντιπαραθέτει επεξεργασμένο σχεδιασμό μεταρρυθμίσεων – ποιες συγκεκριμένες αλλαγές θα επιφέρει αυτή σε κάθε τομέα του κοινωνικού βίου, με ποιους ετοιμασμένους για την αλλαγή επιτελάρχες, με ποιο αξιόπιστο ανθρώπινο δυναμικό. Το αρχηγικό και στελεχιακό έλλειμμα στην αξιωματική αντιπολίτευση κραυγάζει, και είναι οξύ πρόβλημα για τη χώρα. Οι τσιρίδες και τα νευράκια δεν συνιστούν αντιπολιτευτική σοβαρότητα, αλλά συμπαιγνία στον ανταγωνισμό εντυπωσιασμού των ανεγκέφαλων.

Στα απολειφάδια του πασοκικού εφιάλτη δεν μπορούν να επενδυθούν πολιτικές ελπίδες – θα ήταν άρνηση κάθε λογικής. Το ίδιο ισχύει και για συνονθυλεύματα ευκαιριακά, συγκροτημένα με τη λογική των δημοσιοσχετίστικων εφέ. Η χώρα χρειάζεται κατεπειγόντως έναν σοβαρό κομματικό σχηματισμό με στέρεη ραχοκοκαλιά κοινωνικών στόχων. Οι επίδοξοι μνηστήρες είναι (στο διαδίκτυο τουλάχιστον) πληθώρα, αλλά με εχέγγυα σοβαρότητας μηδενικά. Η Ν.Δ. έχει πια αποδείξει περίτρανα, σε ιστορική διαδρομή τριάντα επτά χρόνων, ότι δεν είχε ποτέ τις προϋποθέσεις να είναι κάτι περισσότερο από ένα εφήμερο σχήμα εξυπηρέτησης της διαχειριστικής ιδιοφυΐας του ιδρυτή της. Δεν είχε ποτέ κοινωνικό όραμα άλλο, από την ιστορικο-υλιστική καταναλωτική μονοτροπία, την ίδια με τους αντιπάλους της.

Η χώρα κραυγάζει την ανάγκη για ένα καινούργιο πολιτικό κόμμα, που με τη συγκρότησή του και μόνο, τους κοινωνικούς – μεταρρυθμιστικούς στόχους του, την ανθρώπινη ποιότητα των επιτελών του, θα αλλάξει τους όρους του ελλαδικού πολιτικού βίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοτιτλοφορείται «Αριστερά» και μάλιστα «ριζοσπαστική» (αχαλίνωτη πάντοτε η καπηλεία), πειθαρχημένος απόλυτα στις «Αγορές» και στις απαιτήσεις των τοκογλύφων. Ετσι χαρίζει το μονοπώλιο της «Αριστεράς» στον ψυχοπαθολογικό σταλινισμό του Περισσού και εξαγοράζει οπαδούς χτίζοντας το δικό του, χυδαιότερο από κάθε προηγούμενο, πελατειακό κράτος.

Η τιμιότητα, η ειλικρίνεια και ο ρεαλισμός (θεμελιώδεις προϋποθέσεις κοινωνικής συνύπαρξης) επιβάλλουν την, προσωρινή έστω, άχρι καιρού, διαγραφή από το πολιτικό λεξιλόγιο των όρων Αριστερά, Κέντρο, Δεξιά. Μήπως και αναγκαστούν τα κόμματα, με αυτή την απαγόρευση, να διαφοροποιηθούν «επί της ουσίας»: Να καταθέσουν προγράμματα, να δεσμευθούν με ονόματα υπουργών που θα τα εφαρμόσουν.

Ενα καινούργιο πολιτικό κόμμα θα λειτουργήσει νομοτελειακά σαν καταλύτης για την εξαφάνιση της σημερινής τεταρτοκοσμικής αθλιότητας. Θα υποχρεώσει, με την άρθρωση-δομή και τους στόχους του, σε κυριολεξίες: Λέξεις όπως «εσωκομματική δημοκρατία», «αξιολόγηση ποιότητας», «ιεράρχηση προτεραιοτήτων», «επανίδρυση του κράτους», «ελληνοκεντρικός εκσυγχρονισμός» και άλλες ανάλογες, θα πάρουν σάρκα και οστά πολιτικού ρεαλισμού, μόλις γίνουν πολιτικό πρόγραμμα κόμματος, χρονοδιάγραμμα θεσμικών μεταρρυθμίσεων με προκαθορισμένους επώνυμους, αξιόπιστους αναδόχους της ευθύνης.

Ομως, ένα κόμμα – καταλύτης θεμελιωδών αναδιαρθρώσεων του πολιτικού βίου δεν γεννιέται από ιδεολογικά προτάγματα ούτε από το ταλέντο «χαρισματικών» ηγετών. Το «Κόμμα των Φιλελευθέρων» του ειδωλοποιημένου Βενιζέλου, η «Ενωση Κέντρου» του Γεωργίου Παπανδρέου, η ΕΡΕ και η Ν.Δ. του Κωνσταντίνου Καραμανλή, πέρασαν, όλα, σε μέτριους ή σπιθαμιαίους ή φαιδρούς επιγόνους, έχοντας αποσβέσει κάθε ίχνος πολιτικής ιδιαιτερότητας και δυναμικής. Ενα πραγματικά καινούργιο κόμμα θα γεννηθεί μόνο από την πίεση των αναγκών, την ακαταμάχητη δυναμική συνειδητοποιημένων αναγκών.

Ομως συχνά οι «ανάγκες» μιας παρακμιακής κοινωνίας είναι τυφλά μαζοχιστικές, αυτοκαταστροφικές – το βεβαιώνει εμφατικά η ποιότητα των διαδοχικών αρχηγών τόσο στη λεγόμενη «Δεξιά» όσο και στο λεγόμενο «Κέντρο». Γι’ αυτό οι υψηλού ορθολογισμού κοινωνίες συντηρούν εφεδρικούς θεσμούς αυθεντίας («Γερουσία», «συμβούλιο στέμματος» ή ό,τι ανάλογο), για τις περιπτώσεις που οι κομματικές πολώσεις αχρηστεύουν τη λογική της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Στο Ελλαδιστάν η επαρχιωτίλα των «προοδευτικών δυνάμεων» αρνείται κάθε τέτοιο ανάχωμα σωφροσύνης απέναντι στην παράνοια της εξουσιολαγνείας.

Δέχεται (ανέχεται) η κομματοκρατία να υπάρχει και Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αλλά όχι ως λειτουργικός θεσμός εγγυητή του πολιτεύματος. Να υπάρχει μόνο διακοσμητικά, σε ρόλο ανάλογο των φουστανελοφόρων της φρουράς του – για το θεαθήναι. Και συναινεί η ελλαδική κοινωνία παθητικά σε αυτόν τον ευνουχισμό της δημοκρατίας, στον απροκάλυπτο εμπαιγμό της κοινωνίας. Πρωτοβουλίες του Προέδρου, υπερκομματικές αλλά ουσιωδώς πολιτικές, ικανές να λειτουργήσουν σαν καταλύτης για τη γένεση καινούργιων κομματικών σχηματισμών, αποκλείονται.

Απόλυτη η προστακτική: «τα κεφάλια μέσα».

Επιφυλλίδα του Χρήστου Γιανναρά στην εφημερίδα Καθημερινή, στις 2/9/18

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.