Τα Ορλωφικά (1770)

Δημήτρης Παπασταματίου, Φωκίων Κοτζαγεώργης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ, σ. 53-56.

Κείμενο: Δημήτρης Παπασταματίου

Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1768-1774, τρεις Ρώσοι αριστοκράτες, οι αδερφοί Γρηγόριος, Αλέξιος και Θεόδωρος (Fyodor) Ορλώφ, εισηγήθηκαν το παράτολμο σχέδιο αποστολής του υποτυπώδους ακόμη ρωσικού στόλου από το ναύσταθμο του στην Πετρούπολη στο Αιγαίο πέλαγος, κάνοντας τον περίπλου της Ευρώπης και χτυπώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον κέντρο της. Το σχέδιο αποτελούσε λύση στο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπιζε, και θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει και τον επόμενο αιώνα, η Ρωσία στις στρατιωτικές αναμετρήσεις της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, δηλαδή της μεγάλης απόστασης που χώριζαν τα θέατρα του πολέμου από την Κωνσταντινούπολη, τελικού στόχου των ρωσικών επιδιώξεων.

Αδελφοί Ορλώφ: Ρώσοι ευγενείς στα πεδία των μαχών | offlinepost
Γρηγόριος, Αλέξιος και Θεόδωρος (Fyodor) Ορλώφ

Σημαντικός συνεργάτης των Ορλώφ στο σχεδιασμό και στην εκτέλεση του σχεδίου ήταν ο Σιατιστινός λοχαγός πυροβολικού στο ρωσικό στρατό Γεώργιος Παπάζωλης, και επικουρικό ρόλο ως συνεργάτες του Παπάζωλη έπαιξαν οι Κεφαλλήνες αντισυνταγματάρχης μηχανικού Μαρίνος Χαρβούρης και στρατηγός πυροβολικού Πέτρος Μελισσηνός. Παρά τις αντιδράσεις του πρωθυπουργού Νικήτα Ιβάνοβιτς Πάνιν, το σχέδιο έγινε δεκτό από την αυτοκράτειρα, η δε εφαρμογή του ανατέθηκε στους ίδιους τους εισηγητές του.


Οι Ορλώφ κινήθηκαν συστηματικά, προσπαθώντας αρχικά να εξασφαλίσουν συμμαχίες στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και να ανιχνεύσουν προθέσεις και προοπτικές τοπικών παραγόντων. Η προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν τη συμμαχία της Βενετίας απέτυχε δεδομένης της απροθυμίας της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας να εμπλακεί σε πολεμικές περιπέτειες που κατά πάσα πιθανότητα θα της στοίχισαν και άλλες εδαφικές απώλειες. Παράλληλα, στάλθηκαν πράκτορες στα Βαλκάνια για να έλθουν σε επαφή με όλους τους εξέχοντες παράγοντες των τοπικών εκκλησιαστικών, οπλικών και κοινοτικών ελίτ. Συντονιστής αυτού του δικτύου πρακτόρων ήταν ο Παπάζωλης, ο οποίος ανάμεσα στα έτη 1763-1765 διαβιούσε στη Βενετία, ερχόμενος σε επαφή με Έλληνες παράγοντες της Διασποράς.

Ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης

Στη συνέχεια, και αφού περιηγήθηκε δύο φορές στην Ήπειρο και στην Αιτωλοακαρνανία κοινοποιώντας τα ρωσικά σχέδια σε τοπικούς παράγοντες, το 1765 κατέβηκε στη Μάνη όπου συνάντησε ψυχρή υποδοχή από τους αρχηγούς των γενών. Στην Καλαμάτα συνάντησε τον ισχυρό προύχοντα Παναγιώτη Μπενάκη, τον οποίο επίσης προσπάθησε να κινητοποιήσει στην κατεύθυνση της δημιουργίας συνθηκών εξέγερσης σύμφωνα με το σχέδιο των Ορλώφ. Δεν είναι γνωστό τι συμφωνήθηκε ανάμεσα στους δύο άντρες, ούτε αν ήταν και άλλοι προύχοντες παρόντες σε αυτήν τη συνάντηση. Άλλοι πράκτορες που ήρθαν σε επαφή με παράγοντες της Πελοποννήσου ήταν ο Εμμανουήλ Σάρρος και ο Βασίλειος Ταμάρα, οι οποίοι έστειλαν αναφορές προς την Πετρούπολη, πλήρεις υπερβολών και ανακριβειών, απότοκων της προσπάθειας τους να εκβιάσουν την πραγματικότητα. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι από το 1765 το Μαυροβούνιο, μάλλον με ρωσική υποκίνηση, είχε επαναστατήσει κατά των Οθωμανών προκαλώντας έτσι γενικότερη αναστάτωση στην περιοχή της Ηπείρου και Αλβανίας.

Ο Καλαματιανός επαναστάτης των Ορλωφικών... Παναγιώτης Μπενάκης - Kalamata  IN
Ο Παναγιώτης Μπενάκης



Στα τέλη του 1768 οι αδερφοί Αλέξιος και Θεόδωρος κατέφθασαν στη Βενετία για να συντονίσουν την εφαρμογή του σχεδίου από κοντά. Η Βενετία, παρά την άρνησή της να αποτελέσει μέρος των ρωσικών σχεδίων, μετατράπηκε σε βάση των ρωσικών συνωμοτικών κινήσεων και αφετηρία μιας συνεχούς κίνησης πρακτόρων ανάμεσα στην πολιτεία του Αγίου Μάρκου και στην Πελοπόννησο κατά τη διάρκεια του 1769. Τελικά, μπροστά στον κίνδυνο έκθεσής της σε οθωμανικά αντίποινα, η βενετική κυβέρνηση ανάγκασε το ρωσικό επιτελείο να εγκαταλείψει την πόλη και να καταφύγει στη Φλωρεντία.


Ο ρωσικός στόλος οργανωμένος σε δύο μοίρες ξεκίνησε στο δεύτερο εξάμηνο του 1769 από την Πετρούπολη για να περιπλεύσει την Ευρώπη. Η πρώτη μοίρα, μετά από μία στάση για ανεφοδιασμό στην Αγγλία τον Οκτώβριο, έφτασε στη Μαγιόρκα τον Ιανουάριο του 1770, όταν η δεύτερη μοίρα η οποία ακολουθούσε κατέφθανε την ίδια εποχή στην Αγγλία. Στις 28 Φεβρουαρίου 1770 ο Θεόδωρος με τέσσερα πλοία της πρώτης μοίρας κατέπλευσε στο Οίτυλο, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από το λαό και επιφυλακτικότητα από τους αρχηγούς των μανιάτικων γενών. Ούτε η άφιξη την επόμενη ημέρα και της υπόλοιπης μοίρας διαφοροποίησε προς το ευνοϊκότερο την στάση των καπετάνιων, οι οποίοι ένιωθαν ότι εκβιάζονταν σε δράση χωρίς να έχουν εξασφαλίσει εγγυήσεις εκ μέρους των Ρώσων τόσο για τη σοβαρότητα του εγχειρήματος όσο και για τη θέση των Μανιατών σε αυτό. Τελικά, συγκροτήθηκαν δύο σώματα, αποκαλούμενα «λεγεώνες», το καθένα αποτελούμενο από ένα πυρήνα Ρώσων αξιωματικών και οπλιτών και μεγάλο όγκο Μανιατών. Σε αυτές τις δυνάμεις προστέθηκε το σώμα του Μπενάκη, δύο σώματα Επτανησίων, το κυρίως ρωσικό στράτευμα, δύναμης περίπου 400 ανδρών και οι Μανιάτες του Μαυρομιχάλη. Το σχέδιο του Θεόδωρου προέβλεπε κατάληψη της αφρούρητης υπαίθρου από τα δύο ελληνικά σώματα, ενώ ο ρωσικός στρατός θα πολιορκούσε τα φρούρια της χερσονήσου. Οι Μανιάτες του Μαυρομιχάλη με το ρωσικό στρατό κινήθηκαν προς την Κορώνη, την οποία άρχισαν να πολιορκούν στις 12 Μαρτίου από ξηρά και θάλασσα.

ΚΑΤΩ ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ : Ορλωφικά, 1770


Η Δυτική Λεγεώνα, δύναμης περίπου 200 ανδρών, υπό τις διαταγές του πρίγκıπα Βασίλη Ντολγκορούκωφ (Vasilij Vasilevič Dolgorukov) κινήθηκε προς την Καλαμάτα, και λεηλατώντας την ύπαιθρο κατέλαβε το Λεοντάρι και την Αρκαδιά. Ο Μπενάκης, ο οποίος σύμφωνα με το επαναστατικό σχέδιο θα συνέπραττε με τον Ντολγκορούκωφ, για άγνωστο λόγο δεν τόλμησε ή δε θέλησε να τον συνοδεύσει. Η Ανατολική Λεγεώνα, με αρχική δύναμη περίπου 1.200 ανδρών και με αρχηγούς τον λοχαγό Μπάρκωφ (Barkov) και το Μυκονιάτη υπολοχαγό Ψαρό, ενισχύθηκε σημαντικά με τη στρατολόγηση χωρικών καθώς πορευόταν προς τη Λακωνία. Στις 11 Μαρτίου διέλυσε τους Βαρδουνιώτες, και αφού νίκησε στο Μιστρά τους εκεί συγκεντρωμένους Οθωμανούς πολιόρκησε και κατέλαβε το κάστρο στις 19 Μαρτίου. Ακολούθησε λεηλασία της πόλης και σφαγή των μουσουλμάνων, Εβραίων και χριστιανών κατοίκων της από τους Μανιάτες. Η επιτυχία ενίσχυσε το κύρος της Λεγεώνας και αποτέλεσε πόλο έλξης ακόμη περισσότερων χωρικών που έσπευσαν να ενταχθούν στις τάξεις της. Τέλος, ο Ψαρός ανακήρυξε τοπική κυβέρνηση με επικεφαλής τον ίδιο.


Η επανάσταση εξαπλώθηκε και σε άλλες επαρχίες της Πελοποννήσου, με πρωταγωνιστές πάντοτε τοπικούς προύχοντες, οι οποίοι κινήθηκαν επαναστατικά με δική τους πρωτοβουλία στις περιφέρειες που έλεγχαν πολιτικά, συχνά χωρίς να έχουν εξασφαλίσει την υποστήριξη άλλων τοπικών παραγόντων ή ακόμη και του πληθυσμού της επαρχίας τους. Αυτές οι πρωτοβουλίες έδιναν σε αυτά τα μικροκινήματα ένα προσωπικό τόνο, ο οποίος περιόριζε σημαντικά τις προοπτικές επιτυχίας τους. Έτσι, ο Γκολφίνος Λόντος κήρυξε επανάσταση στη Βοστίτσα, οι Γεώργιος, Μακάριος και Σπυρίδων Νοταράς κινήθηκαν επαναστατικά στην Κόρινθο, οι Μελέτιος και Παναγιώτης Κρεββατάς στη Μονεμβασιά, ο Κωνσταντίνος Περρούκας στην Αργοναυπλία, οι Ιωάννης και Νεόφυτος Δεληγιάννης στη Γορτυνία. Ακόμη, 2.000 Ζακυνθινοί αποβιβάστηκαν και έδρασαν στην Ηλεία, και περίπου 3.000 Κεφαλλήνες πολιόρκησαν ανεπιτυχώς την Πάτρα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι Οθωμανοί εγκατέλειψαν την ύπαιθρο στους επαναστάτες και κατέφυγαν μαζί με τον άμαχο πληθυσμό στο πλησιέστερο φρούριο, ο δε διοικητής της χερσονήσου αποσύρθηκε στο Ναύπλιο. Αυτή η τακτική ευνόησε τη γρήγορη επέκταση της επανάστασης και την εύκολη επιβολή των Ελλήνων στην ύπαιθρο, αλλά η επιτυχία είχε εφήμερο χαρακτήρα καθώς εξαντλήθηκε σε μεμονωμένη δράση αποκομμένων και ασυντόνιστων μεταξύ τους στρατιωτικών σωμάτων.


Στη συνέχεια, η Ανατολική Λεγεώνα κινήθηκε κατά της Τριπολιτσάς, διοικητικού κέντρου της Πελοποννήσου. Στη θέση Τρίκορφα στις 9 Απριλίου η επαναστατική στρατιά συνετρίβη από τις οθωμανικές δυνάμεις που ήταν συγκεντρωμένες στην πόλη. Παράλληλα, μετά από πρόσκληση της κεντρικής διοίκησης ακολούθησε μαζική εισβολή αλβανικών φύλων στη χερσόνησο με σκοπό την καταστολή της επανάστασης. Οι Αλβανοί σάρωσαν στο πέρασμά τους όλες τις μικρές επαναστατικές εστίες στη βόρεια, ανατολική και δυτική Πελοπόννησο, προκαλώντας γενικευμένο χάος με λεηλασίες της υπαίθρου και σφαγές αμάχων. Ο Θεόδωρος Ορλώφ, σπασμωδικά και με μοναδικό σκοπό την επίτευξη μιας συμβολικής νίκης, διέταξε τον Ντολγκορούκωφ να καταλάβει το Ναβαρίνο, όπως και έγινε στις 21 Απριλίου. Την επόμενη ημέρα, ο Αλέξιος, ο πραγματικός αρχηγός της εκστρατείας, άραξε με τρία πλοία στο καταληφθέν φρούριο. Η πρώτη απόφαση του νεοαφιχθέντος αρχηγού ήταν η λύση της πολιορκίας της Κορώνης (26 Απριλίου) και η επίθεση κατά του άλλου φρουρίου της Μεσσηνίας, της Μεθώνης. Όμως, οι Αλβανοί εισβολείς κατευθύνθηκαν προς τη Μεσσηνία και αφού νίκησαν τον Ιωάννη Μαυρομιχάλη στη μάχη του Νησίου, στις 28 Μαΐου διέλυσαν σε συνεργασία με τη φρουρά της Κορώνης τις ρωσο-ελληνικές δυνάμεις που πολιορκούσαν την Μεθώνη. Στις 6 Ιουνίου οι Ρώσοι, αφού ανατίναξαν τις οχυρώσεις τους στο Ναβαρίνο, πήραν μαζί τους την προυχοντική και εκκλησιαστική ηγεσία των επαναστατών, επιβιβάστηκαν στα πλοία τους και αναχώρησαν για το Αιγαίο. Οι Αλβανοί επιδρομείς αφού εξουδετέρωσαν όλες τις επαναστατικές εστίες στη Μεσσηνία και στη Λακωνία, επιχείρησαν να εισβάλλουν στη Μάνη. Η απόκρουση της αλβανικής επίθεσης από τους Μανιάτες αποτέλεσε την τελευταία πράξη της επανάστασης και τη μόνη σημαντική στρατιωτική νίκη των κινηματιών.


Η επανάσταση δεν περιορίστηκε στην Πελοπόννησο, αν και εκεί ήταν το κύριο θέατρο των επιχειρήσεων. Παράλληλα, ξεσηκώθηκαν αρκετοί καπετάνιοι αρματολικιών στη Στερεά Ελλάδα, όμως η προσπάθειά τους γρήγορα εκφυλίστηκε, καθώς οι αντι-οθωμανικές κινήσεις τους συχνά συνέπλεαν με εμφύλιες συγκρούσεις για τα όρια η την κατοχή αρματολικιών. Έτσι οι επαναστάτες, όταν δεν αλληλοεξοντώθηκαν, αποτέλεσαν εύκολη λεία για τους προελαύνοντες Αλβανούς. Η σημαντικότερη επιχείρηση της επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα ήταν η πολιορκία του Μεσολογγίου από Δουλτσινιώτες συνεργάτες των Οθωμανών, και η μαζική εκκένωση της πόλης από τους κατοίκους της.


Ανάλογη εξέγερση έγινε και στα Σφακιά της Κρήτης από τον πρόκριτο Ιωάννη Βλάχο ή Δασκαλογιάννη. Ο Κρητικός πρόκριτος ήταν ανάμεσα στα άτομα με τα οποία διατηρούσε επαφή ο Παπάζωλης. Τον Απρίλιο του 1770 τα Σφακιά ξεσηκώθηκαν, αλλά η επανάσταση δεν εξαπλώθηκε σε όλο το νησί, όπως ήθελε ο Δασκαλογιάννης. Αντιθέτως, πήρε τη μορφή άσκοπου ανταρτοπόλεμου των Σφακιανών εναντίον των οθωμανικών δυνάμεων που εισέβαλαν στην επαρχία τους. Το χειμώνα του 1771 οι επαναστάτες συνθηκολόγησαν, ο δε Δασκαλογιάννης παραδόθηκε στους Οθωμανούς και εκτελέστηκε στο Χάνδακα.


Στις 20 Μαΐου κατέφθασαν στα ανοιχτά του Ναυπλίου ταυτόχρονα ο οθωμανικός στόλος και η δεύτερη μοίρα του ρωσικού στόλου με αρχηγό τον Σκώτο Έλφινγκστοουν (Elphingstone). Ένα μήνα αργότερα, οι δύο ρωσικές μοίρες ενώθηκαν υπό την κοινή ηγεσία του Αλέξιου, ο οποίος έθεσε ως μοναδικό στόχο της αποστολής του μία νίκη επί του οθωμανικού στόλου ώστε να αποκαταστήσει το ρωσικό κύρος μετά την αποτυχία της εξέγερσης στην Πελοπόννησο. Έτσι, στις 5 Ιουλίου απέκλεισε τον οθωμανικό στόλο στο Τσεσμέ και τον κατανίκησε σε ναυμαχία, τη δε νύχτα της 6-7 Ιουλίου σε νέα ρωσική επίθεση, στην οποία έγινε ιδιαίτερα πετυχημένη χρήση πυρπολικών, ο οθωμανικός στόλος καταστράφηκε πλήρως. Η οθωμανική ναυτική ήττα ήταν κατά κοινή ομολογία η μεγαλύτερη μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου και προκάλεσε τεράστια εντύπωση στην Ευρώπη.

Τα Ορλωφικά


Όλα τα νησιά του αρχιπελάγους, με ελάχιστες εξαιρέσεις, προσχώρησαν στο στρατόπεδο του θριαμβευτή Αλέξιου Ορλώφ, ο οποίος με βάση την Νάουσα της Πάρου, απέκλεισε την Κωνσταντινούπολη και παρεμπόδισε για τέσσερα χρόνια την έξοδο του οθωμανικού στόλου από τον Ελλήσποντο. Όμως, η ρωσική προσπάθεια κατάληψης της Λήμνου, εγχείρημα αναγκαίο για την ορθή εκτέλεση του αποκλεισμού, κατέληξε σε αποτυχία. Με τη βοήθεια και τρίτης ρωσικής μοίρας οι Ρώσοι εδραίωσαν την κυριαρχία τους στο Αιγαίο και διόρισαν διοικητή του τον Αντώνιο Ψαρό. Εκτός από τον αποκλεισμό της Κωνσταντινούπολης, η δράση του ρωσικού στόλου μέχρι το 1774 αναλώθηκε σε καταδρομικές επιχειρήσεις στην ανατολική Μεσόγειο, από το Αιγαίο ως την Αίγυπτο και Συρία. Όμως, οι διαθέσεις των νησιωτών απέναντι στις ρωσικές αρχές γίνονταν όλο και πιο εχθρικές εξαιτίας των επισιτιστικών προβλημάτων που δημιουργούσε η παρουσία τόσων πολλών ενόπλων στα πενιχρά σε μέσα διαβίωσης νησιά, της πειρατικής δράσης διαφόρων απείθαρχων Ελλήνων και Αλβανών που είχαν στρατολογηθεί με τα πλοιάριά τους στις τάξεις του ρωσικού στόλου, της ανοιχτά εχθρικής στάσης των ορθόδοξων Ρώσων προς την πολυπληθή ελληνική καθολική κοινότητα, των στρατιωτικών αγγαρειών, της αυταρχικότητας και της εν γένει ρωσικής κακοδιοίκησης. Αυτοί οι παράγοντες αποξένωσαν τους ντόπιους Έλληνες από τη ρωσική διοίκηση. Όμως, η συμμετοχή νησιωτών στις επιχειρήσεις του ρωσικού στόλου τους εξοικείωσε με βασικές αρχές της ναυτικής πολεμικής τέχνης, εμπειρία η οποία θα αποδειχθεί καταλυτικά χρήσιμη στα χρόνια του Αγώνα.

Είναι δύσκολο στα πλαίσια αυτής της συνοπτικής παρουσίασης να συζητηθεί εκτενώς ο χαρακτήρας της εξέγερσης. Για τους Ρώσους ήταν σίγουρα, τόσο στο σχεδιασμό όσο και στην εκτέλεση, αντιπερισπασμός, τον οποίο θα επαναλάβουν και στις επόμενες συγκρούσεις τους με τους Οθωμανούς. Από την άλλη, η πρώιμη αυτή επανάσταση, στην ουσία η μόνη μαζική ένοπλη αμφισβήτηση της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο πριν τον Αγώνα, αποτελεί μεγάλη ερμηνευτική πρόκληση για τους ιστορικούς του Νέου Ελληνισμού. Η ερμηνεία που προτάθηκε ήδη από τους πρωταγωνιστές της επανάστασης, εστίαζε στην παραπλάνηση των Ελλήνων από τις ρωσικές υποσχέσεις, χωρίς όμως να εξηγούνται τα κίνητρα των εξεγερμένων. Προσωποκεντρικές ερμηνείες έκαναν επίσης την εμφάνισή τους ήδη από τον 18ο αιώνα, αποδίδοντας την ευθύνη της εξέγερσης στις ηγεμονικές φιλοδοξίες είτε του Παναγιώτη Μπενάκη είτε των δύο αδερφών Ορλώφ. Η εθνική ιστοριογραφία περιέγραψε το κίνημα ως μια πρώιμη και κακώς προετοιμασμένη εθνική εξέγερση, ένα είδος προοιμίου του Αγώνα, χωρίς ποιοτικές παρά μόνο ποσοτικές διαφοροποιήσεις από αυτόν. Μια περισσότερο σύγχρονη προσέγγιση βλέπει τα Ορλωφικά ως πρώιμη εκδήλωση νεωτερικότητας, ανάλογης με αυτή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ένα πέρασμα από τις προ-νεωτερικές πραγματικότητες των θρησκευτικών ταυτοτήτων σε αυτές της εθνογένεσης και των νέων συλλογικοτήτων.

Με άλλα λόγια, προτείνεται τα Ορλωφικά να εξετασθούν ως μέρος της διαδικασίας γένεσης του Νέου Ελληνισμού, δίπλα σε ανάλογα φαινόμενα όπως το σχέδιο αυτονόμησης της Πελοποννήσου του 1807-1809 και τον ίδιο τον Αγώνα. Τέλος, μια περισσότερο κοινωνιστική προσέγγιση εξετάζει τα Ορλωφικά ως κίνημα ενταγμένο περισσότερο στις οθωμανικές καταβολές του παρά ως προσπάθεια εξόδου από αυτό. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η επανάσταση ήταν έκφραση των εσωτερικών πολιτικών και κοινωνικών εντάσεων στην Πελοπόννησο στο διάστημα 1715-1770, οι οποίες είχαν τις ρίζες τους στην ραγδαία ανάδυση και ισχυροποίηση της προυχοντικής ελίτ και των αντικρουόμενων συμφερόντων των μελών της. Σε αυτό το πλαίσιο, η ρωσική επέμβαση χρησιμοποιήθηκε από ορισμένους προύχοντες ως ακόμη ένα όπλο στον αγώνα για πολιτική και οικονομική κυριαρχία στο εσωτερικό της χερσονήσου.


Η περίοδος που ακολούθησε την καταστολή της επανάστασης στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο είναι γνωστή στην ελληνική ιστοριογραφία ως Αλβανοκρατία, δηλαδή μια περίοδος κυριαρχίας, ειδικά στην Πελοπόννησο, ατάκτων αλβανικών φύλων. Η εποχή έχει παραδοσιακά περιγραφεί ως μια παρατεταμένη περίοδος επιδρομών, λεηλασιών, αρπαγής κινητών και ακίνητων περιουσιών, καταχρέωσης και εξανδραποδισμού Ελλήνων χωρικών, καταστροφών πόλεων και χωριών. Σταδιακά, τα αλβανικά στίφη στράφηκαν κατά των εκπροσώπων του οθωμανικού κράτους και των μουσουλμάνων γαιοκτημόνων, επιβάλλοντας στην Πελοπόννησο ένα καθεστώς γενικευμένης αναρχίας και τρόμου. Μέχρι το 1779, η Υψηλή Πύλη είχε χάσει πλήρως τον έλεγχο της χερσονήσου, ενώ ανάλογα φαινόμενα καταστροφικής δράσης αλβανικών ένοπλων ομάδων καταγράφτηκαν στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία και στη Στερεά Ελλάδα, αν και με μικρότερη ένταση.


Η εικόνα αυτή διατηρεί έναν ιμπρεσσιονιστικό χαρακτήρα δεδομένου ότι δεν έχουν μελετηθεί συστηματικά οθωμανικές ή δυτικές πηγές για την περίοδο ούτε έχει επιχειρηθεί μια συνολική ερμηνευτική αποτίμηση των γεγονότων, λαμβάνοντας υπόψη το γενικότερο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της νότιας Βαλκανικής στο δεύτερο μισό του αιώνα. Όμως, φαίνεται δύο παράμετροι πρέπει να ληφθούν υπόψη για μια ερμηνευτική στην κατεύθυνση μιας ακριβέστερης αποτίμησης των γεγονότων: Είναι γνωστό ότι το δεύτερο μισό του αιώνα ήταν μια περίοδος δημογραφικών, κοινωνικών και οικονομικών αναστατώσεων στην Αλβανία, γεγονός που οδήγησε μεγάλα πληθυσμιακά πλεονάσματα στην έξοδο με τη μορφή λεηλατικών επιδρομών σε γειτονικές επαρχίες. Η κάθοδος των αλβανικών φύλων στην Πελοπόννησο δεν είναι ανεξάρτητο γεγονός, αλλά συνδέεται με την ανάλογη ληστρική παρουσία Αλβανών στη Μακεδονία, την καταστροφή της Μοσχόπολης, τις συγκρούσεις ανάμεσα στους αγάδες της Τσαμουριάς, και την άνοδο του Αλή Πασά.

Επιπλέον, φαίνεται ότι οι Αλβανοί που κατέβηκαν στην Πελοπόννησο για την καταστολή της επανάστασης θεώρησαν την επαρχία κατάλληλο μέρος εγκατάστασης, και διεκδίκησαν από τους Έλληνες προύχοντες και μουσουλμάνους αγιάνηδες μερίδιο στις φοροενοικιάσεις και γαιοκτησία. Αυτό σήμαινε ανακατανομή κοινωνικών και οικονομικών ισορροπιών, και για αυτό το λόγο η αντίδραση των περιφερειακών χριστιανικών και μουσουλμανικών ελίτ ήταν εντονότατη, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τις πηγές οι οποίες στο σύνολό τους εκφράζουν τα θιγμένα συμφέροντά τους.

Η περίοδος αυτή έληξε με τη βίαιη επέμβαση της κεντρικής εξουσίας στα 1770. Ο αρχιναύαρχος Χασάν Πασά (Hasan Paşa Cezairli Mandaloğlu) ανέλαβε την αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης στις βαλκανικές επαρχίες και σε μια μεγάλη εκστρατεία τρόμου διέσχισε όλο τον ελλαδικό χώρο εξοντώνοντας το αλβανικό άτακτο στοιχείο. Στην Πελοπόννησο, σε στενή συνεργασία με τους Έλληνες και μουσουλμάνους προύχοντες και ντόπιους ληστές, κατέστειλε την αλβανική παρουσία με ιδιαίτερα άγριο τρόπο, εξοντώνοντας το σύνολο όσων αρνήθηκαν να εκκενώσουν τη χερσόνησο. Η αποκατάσταση της τάξης, σε συμφωνία πάντοτε με τις επιθυμίες των Πελοποννησίων προυχόντων, συμπεριλάμβανε το διοικητικό αποχωρισμό της Μάνης από το εγιαλέτι του Μοριά και την ένταξή της σε αυτό της Άσπρης Θάλασσας, και την εξόντωση των δύο επικίνδυνων ληστών Παναγιώταρου Βενετσανάκη και Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη στα 1780.

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.