Τα συναισθήματα στον Χάιντεγκερ και τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

Γράφει ο Δημήτρης Γ. Ιωάννου

Όλως παραδόξως για έναν υπαρξιστή φιλόσοφο, τα συναισθήματα στον Χάιντεγκερ περνούν σε δεύτερη μοίρα. Αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι ακριβώς το τι νιώθω, με την έννοια του «mental state» (=ψυχικό γεγονός), όσο το σε ποια «κατάσταση» βρίσκομαι. Ο H. Dreyfus στο κλασικό του εγχειρίδιο (1) για τον Γερμανό φιλοσοφο λέγει ότι ο τελευταίος ενδιαφέρεται περισσότερο για την «situatedness», δηλαδή την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι «ήδη ερριμμένος» (θα πούμε αργότερα το γιατί).

Πράγματι, είναι αλήθεια ότι πάντοτε βρίσκομαι εντός μιας καταστάσεως και τα συναισθήματα απορρέουν εν πολλοίς από αυτήν. Για παράδειγμα, στην περίοδο της κυριαρχίας των ναζί ας υποθέσουμε ότι κρύβω έναν καταζητούμενο εβραίο: είναι βέβαιο ότι το όποιο θάρρος μου για την πράξη αυτή συνοδεύει μαζί και κάποιος φόβος, που είναι πιθανόν φυσικός, ενώ παράλληλα μπορεί να αναπτύσσεται μια βαθύτερη σχέση με τον καταζητούμενο (μαθαίνω γι’ αυτόν βαθμιαία κάποια πραγματα καθώς τον φιλοξενώ). Σκέπτομαι επίσης, στην περίπτωση που με ανακαλύψουν οι ναζί, τι θα απογίνουν τα πρόσωπα που προστατεύω, ενώ μέσα σε όλα αυτά μπορεί και να δακρύζω ακούγοντας κομμάτια κλασικής μουσικής κλπ. Όλα τούτα απαρτίζουν μια «κατάσταση», στην οποία βρέθηκα χωρίς να το θέλω – με την έννοια ότι ο καταζητούμενος εβραίος ίσως να μην χτυπούσε τη δική μου πόρτα αλλά κάποιου άλλου. Άπαξ και χτύπησε τη θύρα μου, όλα άλλαξαν.

Πρέπει να προσέξουμε ότι, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, μέσα σε όλη αυτή την λεγόμενη κατάσταση υπάρχει κυρίαρχη μια «διάθεση» («mood»). Στο προαναφερθέν παράδειγμα κυρίαρχη «διάθεση» είναι ακριβώς το θάρρος μου (ή το αντίθετο) να αναλάβω αυτό το ρίσκο, να σώσω έναν άνθρωπο. Όλα τα άλλα περνούν σε δεύτερη μοίρα. Παρόλα αυτά, ο Χάιντεγκερ δεν λέγει τίποτε για το ότι οι διαθέσεις γνωρίζουν μια κάποια διαβάθμιση, και μάλιστα ηθική. Γενικά, σκέφτεται περισσότερο σαν τον Νίτσε: «πέραν του καλού και του κακού». Η κυριαρχία του σχολαστικισμού έκανε στο δυτικό κόσμο απωθητική την ηθική. Ο φιλόσοφος μιλά μόνο για το «αυθεντικό» και το «μη αυθεντικό»- αλλά αυτό απέχει πολύ από το ηθικό.

***************

Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι ο Χάιντεγκερ υπερτερεί και υπερβαίνει πράγματι τον καρτεσιανισμό, στον οπαίο αιχμαλωτίστηκε επί μακρόν η δυτική φιλοσοφία. Ο Καρτέσιος πίστευε ούτε λίγο ούτε πολύ ότι υπάρχει το μεμονωμένο υποκείμενο, το «ego», το οποίο και μπορεί να στοχάζεται ή να αισθάνεται πράγματα που το ίδιο παράγει κατά ακατάληπτο τρόπο, μυστηριωδώς. Ο Ντεκάρτ είναι ο φιλόσοφος της άκρατης υποκειμενικότητας, εφόσον μάλιστα πιστεύει ότι μπορεί να διαχωρίσει τον εαυτό του πλήρως απο τον κόσμο και να ρωτά αν αυτός ο τελευταίος υπάρχει ή όχι («απέδειξε» ότι ο κόσμος υπάρχει μόνον αφού πρώτα «απέδειξε» ότι υπάρχει ο Θεός, ο Οποίος και είναι αδύνατον φυσικά να μας εξαπατά. Οι αποδείξεις του όμως είναι εντελώς νοησιαρχικές). Ας αφήσουμε ότι για τον Ντεκάρτ η αγάπη δεν είναι παρά απλό συναισθηματικό στοιχείο, απλό παράγωγο του «ego»: αν μετρά κάτι, αυτό ειναι η υποκειμενικότητα και ο τρόπος της να επιβεβαιώνεται. Η αγάπη αυτήν και μόνον αυτήν υπηρετεί.

Γα τον Χάιντεγκερ λοιπόν το ψυχικό συναισθηματικό στοιχείο δεν θεωρείται καθόλου παράγωγο του καρτεσιανού υποκειμένου. Δίνει σε ό,τι θα λέγαμε «ψυχικός κόσμος» ευρύτερες διαστάσεις σε σχέση με το απομονωμένο «εγώ», δεν το θεωρεί καθόλου απορροή του. Αντιθέτως, πιστεύει ότι μάλλον πηγή των «διαθέσεών μας» – σκόπιμα αποφεύγει τον όρο συναισθήματα, γιατί η «διάθεση» (πχ βαριέμαι, τρομάζω, ευθυμώ, δυσθυμώ κλπ) είναι πάντα συναρτημένη με ένα «εκεί εξω»- είναι ο κόσμος. Είμαι σε μια διάθεση («be in a mood»), όπου όμως η διάθεσή μου αποκαλύπτει ακριβώς κάτι για τον κόσμο. Αυτός είναι που μου μιλά μέσα από τις διαθέσεις μου και μου αποκαλύπτεται– εδώ το «μου» δεν πρέπει να εκληφθεί καθόλου με καρτεσιανή σημασία.

Στο σημείο αυτό πρέπει σύντομα να πούμε ότι υπάρχει μεγάλη αναλογία με τον χριστιανισμό. Κανείς χριστιανός δεν πιστεύει ότι η πνευματική ζωή είναι αποκλειστικά δικό του εφεύρημα, ότι η αγάπη είναι ένα απλό συναίσθημα, που απορρέει από το όποιο υποκείμενο και αυτό είναι όλο. Η αγάπη, για να μείνουμε μόνο στον άγιο Μάξιμο, έχει κοσμικές διαστάσεις – θα το δούμε παρακάτω. Κάθε άνθρωπος βέβαια μπορεί να αγαπά, αλλά η αγάπη υπερβαίνει τους πάντες, εφόσον βαθιά – βαθιά Αγάπη είναι ο ίδιος ο Χριστός. Εν πάση περιπτώσει, ο χριστιανισμός δεν είναι καθόλου ένα είδος σολιψισμού.

Υπάρχει όμως και μια μεγάλη διαφορά μεταξύ χριστιανισμού και Χάιντεγκερ. Για τον πρώτο η αγάπη είναι μείζων πάντων, αντιθέτως για τον Χάιντεγκερ αποτελεί απότοκο μιας ευρύτερης διάθεσης μέσα στην οποία και ήδη βρίσκομαι. Το θέμα είναι ιδιαίτερα λεπτό και απαιτεί κάποια διασαφήνιση: για παράδειγμα, μπορεί να νιώθω πλήξη για τη ζωή μου και η πλήξη αυτή να είναι η κυρίαρχη διάθεση μέσα στην οποία βρίσκομαι. Ξαφνικά, και ενώ βγαίνω έναν περίπατο για να διασκεδάσω λίγο, συναντώ απρόσμενα έναν πολύ καλό παλιό φίλο, που είχα χρόνια να τον δω. Νιώθω γι’ αυτόν πολύ μεγάλη «αγάπη», πράγμα που μπορεί να εξηγηθεί από το ότι με βοήθησε να βγω από τη πλήξη μου. Ή επίσης νιώθω πολύ μεγάλη χαρά για κάποια μου επιτυχία, και τότε συμβαίνει να νιώθω ότι αγαπώ όλο τον κόσμο. Και πάλι η αγάπη μου είναι απότοκος της εκάστοτε κυρίαρχης διάθεσης – η ίδια η αγάπη πουθενά δεν κατονομάζεται ως πιθανή διάθεση. Αυτό ειναι ιδιαίτερα σημαντικό. Η αγάπη δεν πρέπει να έχει τα πρωτεία. Για να το πούμε όλα αυτά πιο απλά, ο Χαιντεγκέρ νομίζω ότι λέγει το εξής: πιο πολύ σημασία έχει το ότι μπορώ να σχετίζομαι με τους ανθρώπους, από το ότι μπορώ να αγαπώ τον έναν ή τον άλλον, λίγο ή πολύ. Υπάρχει ένα πεδίο του «σχετίζεσθαι» προγενέστερο οντολογικά ακόνη και έναντι της αγάπης, και αυτό ειναι οι διαθέσεις.

*****************

Το ανομολόγητο επιχείρημα του Χάιντεγκερ ότι η αγάπη είναι απότοκος μιας διάθεσης και άρα το χριστιανικό κήρυγμα πρέπει να θεωρηθεί ως απλή παρένθεση σε μια ευρύτερη οντολογία, είναι προβληματικό. Πρώτα από όλα πρέπει ωστόσο να τονίσουμε ότι όντως οι λεγόμενες «διαθέσεις» του Χάιντεγκερ (που στην πραγματικότητα είναι όλες συναισθήματα ή κάτι παραπλήσιο προς αυτά), είναι πολύ σημαντικές για την χριστιανική πνευματική ζωή. Αυτό που δεν λέγεται είναι ότι διαρθρώνονται, αναπτύσσονται και συναποτελούν όλες μια δομή, καθώς η μία αποκαλύπτει τον βαθύτερο χαρακτήρα της άλλης. Πώς αναφύονται οι διαθέσεις στο «ενθάδε – είναι», αν δεν συναποτελούν όλες μαζί το υφάδι του ψυχισμού; Ο Χάιντεγκερ λέγει ότι δεν μπορούμε να πάμε πιο πίσω από τις διαθέσεις, πράγμα λαθεμένο. Πιο συγκεκριμένα, η πλήξη δεν έρχεται να με βρει έτσι τυχαία, μήτε υπάρχει αποκομμένη κάπου στον ψυχικό ορίζοντα, και ενίοτε έρχεται να με συναντήσει. Η πλήξη γεννιέται από το ότι άφησα τον εαυτό μου να περιπέσει σε αυτήν. Μπορεί βέβαια να έχει και μια άλλη ουσιωδέστερη σημασία, όπως η εφηβική πλήξη, που είναι στην πραγματικότητα πολύ δημιουργική. Μέσω αυτής μαθαίνουμε τι θα πει αναζητώ το καίριο, το σημαντικό, τι θα πει να τελματώνει η ζωή μας στο ουτιδανό. Οπότε, σχετίζεται και με αυτή την έννοια με την χριστιανική αγάπη. Αν αγαπάς, δεν πλήττεις. Γενικότερα, δεν υπάρχει καμιά ψυχική διάθεση όπου η αγάπη να μην κυριαρχεί βαθύτερα, να μην «ελέγχει» τα πράγματα.

************

Πρέπει στο σημείο αυτό να πούμε ότι η διάθεση, κατά τον Χάιντεγκερ, έχει και μια πολιτισμική διάσταση. Για παράδειγμα, η θεμελιώδης διάθεση όσον αφορά τον τρόπο που εκκινεί η φιλοσοφία στην αρχαία Ελλάδα είναι ο θαυμασμός, ενώ, όπως ο ίδιος λέγει, η κυρίαρχη διάθεση στην εποχή του ήταν η ανησυχία («alarm».) Ο Ντρέιφους προσθέτει επίσης (2) ότι ένα ιδιαίτερο είδος ντροπής προσιδιάζει στην ιαπωνική παράδοση, ενώ η «ρομαντική αγάπη» κυριάρχησε στην Δύση για πολύ καιρό και ήταν μάλιστα αποκλειστική ιδιοκτησία της.

Όλα αυτά είναι σωστά, ωστόσο φαίνεται ότι πάσχουν από μια τάση να εξοβελίζεται το ιστορικό. Η ρομαντική αγάπη ήταν και πάλι μέρος ενός ευρύτερου κινήματος, του ρομαντισμού, τον οποίο δεν θα καταλάβει κανείς, αν δεν κατανοήσει την αντίθεσή του στον διαφωτισμό. Και ούτε τον διαφωτισμό θα καταλάβει κάποιος, δίχως να γνωρίζει τον σχολαστικισμό και την Αναγέννηση. Έτσι λοιπόν δεν υπάρχουν απλές ανιστορικές «διαθέσεις», αλλά συγκροτημένα πολιτισμικά στοιχεία και επίσης, κάτι πάρα πολύ σημαντικό, ανταγωνιστικές, για να το πούμε έτσι, ηθικές. Και μέσα στον ίδιο πολιτισμό μπορεί να διεξάγεται μια διαμάχη περί την ηθική: άλλο η ειδωλολατρική ηθική, και άλλο αυτά που δίδασκε ο Σωκράτης.

Εν πάση περιπτώσει, για να μείνουμε στην ρομαντική αγάπη, είναι αδύνατον να μην την συνδέσουμε με την τάση να θεωρηθεί το συναίσθημα, και όχι ο «λόγος», αυτό που βασικά διερμηνεύει την δυναμική του υποκειμένου. Περαιτέρω, το συναίσθημα, ως κατακλυσμιαίο πρωτεϊκό στοιχείο, διαπερνά το υποκείμενο, το οποίο λυγίζει κάτω από την τρομερή του δύναμη. Ο ρομαντισμός έφτασε στο αυτοκαταστροφικό, για αυτό ίσως ο έρωτας εκεί ήταν ανικανοποίητος και εξ ορισμού αδύνατος. Όλα αυτά όμως, συνοδευόμενα με την συνακόλουθη τάση να εξιδανικεύεται ο ερών και ο ερώμενος, κρύβουν αρκετή παθολογία, για τούτο και η ρομαντική αγάπη δεν είναι πια αυτό που ήταν στο σύγχρονο κόσμο (οι ψυχολόγοι π.χ. μιλούν συχνά σήμερα για την πλανερή αντίληψη ότι πρέπει κανείς ν’ αναζητήσει το ένα και μοναδικό σε ολόκληρο τον κόσμο «soul mate», για να το παντρευτεί). Όποτε, βασική αδυναμία της ανάλυσης του Χάιντεγκερ είναι η ανιστορικότητα – μολονότι ο ίδιος έχει μια τρομερή αίσθηση του παλμού της ιστορίας, όπως θα δούμε παρακάτω.

Ο χριστιανισμός βέβαια θεωρεί ότι το μήνυμά του ειναι πράγματι υπεριστορικό, αν και δεμένο στενά με την Ιστορία. Για παράδειγμα, η ρομαντική αγάπη, όπως την γνωρίζουμε στα ρομαντικά μυθιστορήματα, αποτελεί εν πολλοίς ειδωλοποίηση του άλλου, πράγμα που γρήγορα θα καταρρεύσει. Επίσης, η υπερέξαρση του συναισθήματος δεν σημαίνει πάντα και αληθινή αγάπη- το συναίσθημα δεν μπορεί να απολυτοποιείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, για να καταπολεμηθεί η προγενέστερη τάση να θεωρείται η «ratio» ως η πεμπτουσία της υποκειμενικότητας. Η χριστιανική αγάπη περιλαμβάνει κατά τον άγιο Μάξιμο μια δυναμική, για την οποία θα μιλήσουμε αργότερα.

Μια άλλη βασική αδυναμία του Χάιντεγκερ είναι ότι παραμένει προσκολλημένος, περιγράφοντας τις διαθέσεις, στην επιφάνεια της συνείδησης. Πράγματι, όλα όσα λέγει μπορούν να περιγραφούν ως «διαθέσεις», όπως η λύπη, η χαρά, η μελαγχολία, η ανία κλπ, τι γίνεται όμως με το κρυφό, ανομολόγητο μίσος που μπορεί να νιώθει κάποιος για ένα πρόσωπο; Μπορεί αυτό το απόκρυφο από ψυχαναλυτική άποψη μίσος να είναι μεταμφιεσμένο ακόμη και σε αγάπη, πράγμα που αγνοεί ο μισών. Γενικότερα, κατά τον χριστιανισμό, η αγάπη, όταν γίνεται πράξη, αποκαλύπτει όλη την κρυφή παθολογία του πιστού, οπότε και το μίσος αυτό θα γίνει αντιληπτό. Τίποτε κρυφό δεν θα μείνει που να μην φανερωθεί, λέγει η Αγία Γραφή. Ο Χάιντεγκερ ωστόσο αποφεύγει να μιλήσει για τον βαθύτερο ψυχισμό, και προτιμά, όπως θα δούμε, να εμμείνει στο «άγχος».

****************

Μιλώντας για τις διαθέσεις, ο Χάιντεγκερ λέγει ότι δεν μπορούμε να πάμε πιο πέρα από αυτές, καθώς πάντοτε το «ενθάδε – είναι» βρίσκεται σε μία «διάθεση». «Είμαι πάντα περιτριγυρισμένος από «αντικείμενα τα όποια έχουν μια για μένα μια ξεχωριστή σημασία», λέγει ο Ντρέιφους (3). Κατά συνέπεια προκύπτει ως βασική η έννοια της «throwness», ότι δηλαδή είμαι «ερριμμένος» πάντοτε σε μία κατάσταση. Είμαι ήδη μπλεγμένος σε μια «situatedness», όπως ήδη είπαμε στην αρχή, δηλαδή σε μία κατάσταση. Σε αυτό ο Χάιντεγκερ έχει δίκιο. Ανέκαθεν βρίσκομαι και «λειτουργώ» σε έναν περίγυρο, στον οποίο ακόμη και ως βρέφος έχω ήδη ανταποκριθεί. Ειναι αδύνατον να υπάρξει, θα λέγαμε ως χριστιανοί, το πρόσωπο γυμνό, χωρίς τις συνδέσεις του με άλλα πρόσωπα αλλά και με τα πράγματα – ο Χάιντεγκερ βέβαια δεν ενδιαφέρεται για το πρόσωπο.

Για να δώσουμε εάν παράδειγμα, ποτέ δεν γίνεται να «φοβάμαι» γενικά και αόριστα, αλλά φοβάμαι εκείνο εκεί το αντικείμενο, που βρίσκεται δίπλα σε ένα άλλο, και το φοβάμαι γιατί κάποτε χτύπησα από αυτό, και ήταν παρόν τότε εκεί το τάδε πρόσωπο, το οποίο έχω συνδέσει με αυτόν τον φόβο κλπ. Με άλλα λόγια, ο φόβος μου είναι μια, ας το πούμε έτσι, «κοσμική» κατάσταση, εμπλέκει όλο μου το είναι. Και ο Χάιντεγκερ επιλέγει ότι το άγχος, η αγωνία ειναι η πιο αποκαλυπτική των πάντων διάθεση, και όχι η αγάπη. Και αυτό γιατί το άγχος, καθώς σημαίνει για μένα ένα θα λέγαμε ολικό «άδειασμα» από τη σημασία (στο άγχος δεν ξέρω τι φοβάμαι) συνιστά μια ρωγμή, μέσα από την οποία μπορούμε να κοιτάξουμε βαθύτερα τη φύση του «ενθάδε – είναι» και του κόσμου του. Για την ακρίβεια, προσθέτει ο Ντρέιφους, το άγχος αποκαλύπτει το « ‘‘ενθάδε – είναι’’ ως εξαρτώμενο από ένα σύστημα κοινών («public») σημασιών, το οποίο δεν δημιούργησε αυτό». Για να το πούμε αλλιώς, το «ενθάδε – ειναι» δεν αποτελεί την πηγή του εαυτού του, μήτε της σημασίας γενικότερα. Αυτό το κάνει να αισθάνεται ξένο μέσα στον κόσμο- εξ ου και το άγχος του.

Δεν θα προβούμε σε κάποια αντιρρητική σε αυτό το σημείο, καθώς ο Χάιντεγκερ στην ουσία περιγράφει το άγχος της εκβιομηχάνισης, τον μαζάνθρωπο που δημιούργησε το οικονομικό σύστημα της εποχής του. Το άγχος πρέπει να ιστορικοποιηθεί: ο Χάιντεγκερ μιλά για την αλλοτρίωση, αλλά, επειδή αρνείται την ηθική, προβάλλει το ιστορικό στην οντολογία του Είναι χωρίς κάποια διευκρίνιση. Δεν είναι υποχρεωτικό για το «ενθάδε – ειναι» να βιώσει το άγχος, μπορεί να αποδεχθεί την ύπαρξή του ως δώρο, όπως στον χριστιανισμό.

Και θα τελειώσουμε με κάποια μικρά αποσπάσματα του αγίου Μαξίμου, που μιλούν για την αγάπη με τέτοιο τρόπο, ώστε φαίνεται το γεγονός ότι δεν είναι απλό συναίσθημα:

«Αν μερικούς τους μισείς, και μερικούς ούτε τους αγαπάς ούτε τους μισείς, και άλλους τους αγαπάς μέτρια ενώ άλλους πάρα πολύ, απ’ αυτή την ανισότητα μαθέ ότι είσαι μακριά από την τέλεια αγάπη, η οποία διδάσκει να αγαπήσεις κάθε άνθρωπο εξίσου».

«Ανταμοιβή της εγκράτειας ειναι η απάθεια. Ανταμοιβή της πίστεως ειναι η γνώση. Η απάθεια γεννά τη διάκριση, ενώ η γνώση την αγάπη προς τον Θεό».

«Ο τέλειος στην αγάπη, που έφτασε στην ακρότητα της απαθείας, δεν γνωρίζει διάφορα δικού του και ξένου, ή δίκης του και ξένης, ή πιστού και απίστου, ή δούλου και ελευθέρου, ή γενικά αρσενικού και θηλυκού. Αλλ’ επειδή έχει γίνει ανώτερος από την τυραννία των παθών και αποβλέπει στην μία ανθρώπινη φύση, όλους τους θεωρεί ίσους και έχει την ίδια διάθεση απέναντι όλων. Γιατί δεν υπέχει γι αυτόν Έλληνας και Ιουδαίος, ούτε αρσενικό και θηλυκό, ούτε δούλος και ελεύθερος, αλλά όλα και σε όλα ο Χριστός» (4).

1) «Being in the world», A Commentary on Heidegger’s Being and Time, MIT 1991.
2) Ό.π. σελ. 172
3) Ό.π. σελ. 173
4) Μετάφραση Αντ. Γαλίτη («Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών», εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας , τομ Β, Θες/κη 1991).

ΑΝΤΙΦΩΝΟ

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.