Τα τείχη της Κωνσταντινούπολης

Του Κωνσταντίνου Αραμπάμπασλη,

Τα τείχη της Κωνσταντινούπολης θεωρούνται ένα επίτευγμα αμυντικής θωράκισης, σε όλη την διάρκεια του μεσαίωνα. Επί Θεοδόσιου του Β, υιοθετήθηκε μια καινοτόμα τακτική με τείχη τριπλά στο μεγαλύτερο μήκος τους. Η πρώτη γραμμή ήταν η τάφρος, η δεύτερη γραμμή ήταν η το σημείο που γινόταν η κυρίως άμυνα, ενώ η τρίτη ήταν η λεγόμενη χρυσή εφεδρεία. Η κατασκευή των τειχών ξεκίνησε το 408 υπό την επίβλεψη του έπαρχου των πραιτορίων της Ανατολής, Ανθέμιου. Τελικά τα τείχη ολοκληρώθηκαν το 423, κατά τον πέμπτο χρόνο της βασιλείας του Θεοδοσίου που ήταν τότε 12 ετών.

Η πρώτη πρόκληση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει το θεοδοσιανό συγκρότημα ήταν η ίδια η φύση. Ο φονικός σεισμός του 447 γκρέμισε 57 πύργους. Εκείνο το διάστημα, η αυτοκρατορία απειλούνταν από τους Ούννους, οι οποίοι είχαν αρχηγό τον Αττίλα. Ο Ούννος αυτός αρχηγός, καλπάζοντας στην θρακική πεδιάδα και απειλώντας την Κωνσταντινούπολη, ανάγκασε τους βυζαντινούς να ολοκληρώσουν τάχιστα της εργασίες επισκευής των τειχών, σε διάστημα 2 μηνών. Το πελώριο αυτό συγκρότημα χερσαίου τείχους, εκτείνεται από τη θάλασσα του Μαρμαρά ως τον λόφο των Βλαχερνών, κοντά στον Κεράτιο κόλπο. Το μήκος του ήταν περίπου 6.500 μετρά. Το φάρδος των τειχών σε κάποια σημεία είναι περίπου 60 μέτρα ενώ σε κάποια άλλα, ανάλογα βεβαία και με την μορφολογία του εδάφους, ήταν 65 μετρά. Τα δομικά υλικά που χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά στην Κωνσταντινούπολη για την κατασκευή των τειχών ήταν η τετραγωνισμένη πέτρα, οι πλίνθοι και το ασβεστοκονίαμα. Στα παραπάνω μπορεί να προστεθεί και το μάρμαρο, μερικές φορές μάλιστα και με την μορφή μεταχειρισμένων κομματιών, που αφαιρέθηκαν από αλλά σημεία. Τα πέτρινα τμήματα των τειχών προέρχονταν από την περιοχή του Μαρμαρά, η οποία ήταν πλούσια σε φυσικά πετρώματα και διέθετε πολλά λατομεία.

ΓΡΑΜΜΗ ΑΜΥΝΑΣ

ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΑΜΥΝΑΣ=ΤΑΦΡΟΣ
Η τάφρος με τα χτιστά τοιχώματα είχε πλάτος 20 μέτρα και βάθος 10 μετρά. Το εμπόδιο αυτό προξενούσε τεραστία προβλήματα στους επιτιθεμένους (δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν χρησιμοποιήθηκε ποτέ νερό)Το εσωτερικό αντέρεισμα κατέληγε σε στηθαίο 2 μετρά ψηλό.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΜΜΗ ΑΜΥΝΑΣ=ΤΟ ΕΞΩΤΕΙΧΙΟΝ
Το στηθαίο προστατεύει τον περίβολο. Εδώ, το εχθρικό στράτευμα που κατόρθωνε να περάσει την τάφρο, έμενε παντελώς ακάλυπτο. Στο εξωτείχιον γινόταν η κυρίως άμυνα. Το τείχος υψωνόταν 5 μετρά πάνω από την περίβολο και κατέληγε σε επάλξεις και προμαχώνες. Όλες οι σκάλες είναι εξωτερικές ,αλλά στραμμένες προς το εσωτερικό του τείχους και της πόλης. Κάθε 50-60 μετρά υπήρχε ένας διώροφος πύργος που ενίσχυε το εξωτείχιον . Οι πύργοι αυτοί δεν είχαν ανοίγματα στα ισόγεια και έτσι δεν επικοινωνούσαν με τον έξω περίβολο.

ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΑΜΥΝΑΣ=ΕΣΩΤΕΙΧΙΟΝ
Η τρίτη γραμμή άμυνας των θεοδοσιανών τειχών είναι το εσωτείχιον. Το εσωτερικό υποστηρίζεται από 96 τριώροφους πύργους χτισμένους ανά 55 έως 75 μετρά απόσταση. Οι εσώπυργοι βρίσκονται στο κέντρο του κενού που αφήνουν ανάμεσα τους οι έξω πύργοι, ώστε κάθε 25 με 30 μετρά να υπάρχει στην δεύτερη ή στην τρίτη γραμμή άμυνας ένας πύργος.

ΠΥΛΕΣ
Στα τείχη του Θεοδοσίου ανοίγονταν αρκετές πύλες, οι κυριότερες από τις οποίες φαίνεται να ήταν, ξεκινώντας από την Προποντίδα, η Πρώτη Στρατιωτική Πύλη (γνωστή και ως Πύλη του Χριστού), η Χρυσή Πύλη (προϋπάρχουσα θριαμβική αψίδα που ενσωματώθηκε στο τείχος του Θεοδοσίου), η Δευτέρα Στρατιωτική Πύλη, η Πύλη της Πηγής ή της Σηλυβρίας, η Τρίτη Στρατιωτική Πύλη, η Πύλη του Ρηγίου, η Τετάρτη Στρατιωτική Πύλη, η Πύλη του Αγίου Ρωμανού, η Πέμπτη Στρατιωτική Πύλη και τέλος η Πύλη του Χαρισίου ή της Αδριανούπολης. Οι πύλες ανοίγονταν τόσο στο έσω όσο και στο έξω τείχος σε ευθεία γραμμή. Στον εσωτερικό περίβολο πλαισιώνονταν από ισχυρούς τετράγωνους πύργους, εκτός από την Πύλη του Χαρισίου , όπου οι πύργοι ήταν ημικυκλικοί.

ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ
Η τριπλή ζώνη άμυνας (τάφρος, προτείχισμα, έσω τείχος), δηλαδή το κατεξοχήν τείχος του Θεοδοσίου, τελείωνε περί τα 1.000 μέτρα από τον Κεράτιο, καθιστώντας την περιοχή των Βλαχερνών το πλέον ευάλωτο σημείο της άμυνας της Κωνσταντινούπολης, στόχο των Αβάρων το 626 και των πολεμιστών της Δ΄ Σταυροφορίας το 1203-1204. Όπως είναι φυσικό, οι μεταγενέστερες προσπάθειες των Βυζαντινών να ενισχύσουν τα χερσαία τείχη της Κωνσταντινούπολης επικεντρώθηκαν στην κατασκευή νέων τειχών στη συγκεκριμένη περιοχή.

Η πρώτη μετά τον 5ο αιώνα προσθήκη στα θεοδοσιανά τείχη έγινε από τον Ηράκλειο (610-641) μετά το 626. Θέλοντας να προστατεύσει την έως τότε ανοχύρωτη εκκλησία της Θεοτόκου των Βλαχερνών (στη θαυματουργή παρέμβαση της οποίας απέδιδαν οι πολίτες την απόκρουση των Αβάρων ), ο αυτοκράτορας έχτισε ή ενίσχυσε ένα προϋπάρχον τείχος, το λεγόμενο Πτερόν, από τις Βλαχέρνες έως τον Κεράτιο κόλπο. Το νέο τείχος διέθετε μικρούς τετράγωνους πύργους. Το 813 ο αυτοκράτορας Λέων Ε΄ Αρμένιος (813-820), θέλοντας να ενισχύσει την οχύρωση της περιοχής σε αναμονή επίθεσης από τους Βουλγάρους του Κρούμου , έχτισε υψηλό προτείχισμα σε απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρα από το Πτερόν. Το μεγάλο ύψος του τείχους του Λέοντος Ε΄ δυσκόλευε την υπερκείμενη βολή από το Πτερόν, με αποτέλεσμα το τελευταίο να αχρηστευτεί. Αργότερα όμως, επί Μιχαήλ Β΄ (820-829), το Πτερόν ενισχύθηκε με τρεις εξαγωνικούς πύργους ύψους 26 μέτρα. Καταπέλτες τοποθετημένοι στον ανώτατο όροφο των πύργων αυτών μπορούσαν να βάλλουν πάνω από το τείχος του Λέοντος.

Η τελευταία βυζαντινή προσθήκη στο τείχος του Θεοδοσίου οφείλεται στον αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνό (1143-1180), ο οποίος έχτισε ένα μακρύ τείχος για να οχυρώσει την περιοχή του ανακτόρου των Βλαχερνών από τα δυτικά. Το νέο τείχος είχε ύψος 15-18 μ. και πάχος περί τα 3,75 μ., ενισχυμένο στο εσωτερικό του με αντηρίδες. Διέθετε ογκώδεις πύργους, πεταλόσχημους , κυκλικούς, τετράγωνους και πολυγωνικούς. Εκτός από τις προσθήκες, κατά καιρούς μαρτυρούνται διάφορες επισκευές στα τείχη και τους πύργους του Θεοδοσίου, είτε κατόπιν ζημιών από σεισμούς ή εχθρική ενέργεια είτε στο πλαίσιο προετοιμασίας για την απόκρουση επίθεσης. Οι κυριότερες φάσεις επισκευών χρονολογούνται στα τελευταία έτη της βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄ (527-565) και των διαδόχων του, στις αρχές του 8ου αιώνα, περί το 740 έπειτα από σεισμό, μετά την ανακατάληψη της Πόλης από το Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1258-1282) και τους διαδόχους του, καθώς και στα μέσα του 14ου αιώνα, στο πλαίσιο του εμφυλίου μεταξύ Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου και Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού. Η τελευταία σειρά επισκευών χρονολογείται μεταξύ των ετών 1432 και 1441 και επικεντρώθηκε στο έξω τείχος, το οποίο και αποτέλεσε την κύρια γραμμή άμυνας των Βυζαντινών κατά την πολιορκία του 1453.

Η χρησιμότητα των θεοδοσιανών τειχών δεν έπαψε με την Άλωση. Αντίθετα, ένα από τα πρώτα μελήματα του σουλτάνου Μεχμέτ Β΄ (1451-1481) ήταν να επιδιορθώσει τα τμήματα εκείνα του τείχους που είχαν υποστεί τις μεγαλύτερες ζημιές κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Το 1457 οι Οθωμανοί προέβησαν στην τελευταία προσθήκη στην ιστορία των τειχών, κατασκευάζοντας το φρούριο του Γεντικουλέ στο νότιο άκρο των τειχών. Έχει σχήμα πενταπλεύρου και δημιουργήθηκε με την κατασκευή τριών πύργων στο εσωτερικό του κυρίως τείχους, οι οποίοι ενώθηκαν μεταξύ τους με ισχυρά τείχη. Ως πέμπτη πλευρά ενσωματώθηκε στο φρούριο το τμήμα εκείνο των τειχών του Θεοδοσίου ανάμεσα στους πύργους 8 και 11, το οποίο περιλάμβανε και τη Χρυσή Πύλη με τους δύο πύργους της. Οι τέσσερις βυζαντινοί πύργοι και οι τρεις νεότεροι είναι αυτοί που έδωσαν στο φρούριο την ονομασία του (Επταπύργιων).

Η έλλειψη συντήρησης επηρέασε αρνητικά τη στατικότατα του κτίσματος, ενώ η τάφρος σταδιακά επιχωματώθηκε και σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως για την καλλιέργεια κηπευτικών. Κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα έγιναν προσπάθειες από τις τοπικές Αρχές, χρηματοδοτούμενες εν μέρει από την UNESCO, να ανακαινιστούν τα θεοδοσιανά τείχη. Η προσπάθεια αυτή των δεκαετιών του 1970 και 1980 δέχτηκε πολλές επικρίσεις, διότι αποφασίστηκε η ανακατασκευή πολλών πύργων και τμημάτων των τειχών, αντί για τη συντήρηση και προστασία των αρχαιολογικών καταλοίπων. Με την πολιτική αλλαγή του 1994 τα έργα σταμάτησαν. Η κακή ποιότητα των αισθητικών παρεμβάσεων του προγράμματος φάνηκε τον Αύγουστο του 1999, όταν ο μεγάλος σεισμός που χτύπησε την περιοχή κατέστρεψε μεγάλο μέρος των ανακατασκευασμένων τειχών και πολλούς πύργους, αλλά άφησε σχεδόν ανέπαφα τα γνήσια βυζαντινά τμήματα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βλ. σχετικά Πασαδαίος, Α., «Παρατηρήσεις επί της αισθητικής αξίας των Θεοδοσιανών τειχών», Αρχαιολογική Εφημερίς (1968)
Καρδαράς Γ., Στρατιωτική Ιστορία, Η Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους αβαροσλάβους, τεύχος 102, Περισκόπιο, 2005
Βλ. Η Άλωση Της Κωνσταντινούπολης, ΝΤ.ΝΙΚΟΛ-ΤΖ.ΧΑΛΝΤΟΝ-ΣΤ.ΤΕΡΝΜΠΟΥΛ.ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.