Τα ψηφιδωτά της Μητρόπολης, μια τολμηρή χειρονομία του 1957

Στο εργαστήρι της, την ώρα της δουλειάς, σκυμμένη πάνω στη μακέτα της… Τη «λαμπρή φίλη» παρατηρούσε ο Ηλίας Βενέζης, έτσι όπως εκείνη, η Ελλη Βοΐλα, δούλευε πάνω στο νέο έργο της: την ψηφιδωτή σύνθεση για τη Μητρόπολη Αθηνών. Πόσες φορές έχουμε σταθεί απέναντι από τη Μητρόπολη, ξαναπέρασα όμως για να δω προσεκτικά τον «Ευαγγελισμό της Θεοτόκου», το ψηφιδωτό έργο της Ελλης Βοΐλα (1908-1989) που τοποθετήθηκε το 1957.

Πάντα με συγκινούσε ο τρόπος που ένα κείμενο μπορεί να σε οδηγήσει να δεις κάτι εξαρχής, όπως το άρθρο του Βενέζη «Το ψηφιδωτό της Μητροπόλεως», δημοσιευμένο στο «Βήμα» στις 26 Μαρτίου 1957, και σοφά ανθολογημένο από τον Χ. Λ. Καράογλου στον β΄ τόμο των κειμένων του Ηλία Βενέζη που κυκλοφόρησε πρόσφατα από την Εστία («Ελληνική Διάρκεια, Μορφές και θέματα των γραμμάτων και των τεχνών, 1953-1962»). Με έφερε πάλι στην πλατεία Μητροπόλεως για να παρατηρήσω αυτό που ο Τύπος της εποχής είχε επικροτήσει. Η ίδια η Μητρόπολη συμπυκνώνει μια ιστορία της πόλης. Ο ίδιος ο ναός, οι παρεμβάσεις και οι εξωραϊσμοί, τα γύρω κτίρια, το αέναο πλήθος. Το 1955, η Μητρόπολη είχε περιέλθει σε αθλία κατάσταση, όπως έγραφε η «Καθημερινή», γι’ αυτό και το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του ναού ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρι την αποκατάσταση των όψεων.

Ο Κίμων Λάσκαρις (1905-1978), από τη Λαμία, ήταν ένας αρχιτέκτων με μεγάλη δημόσια παρουσία (δικό του έργο τα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας) και με ισχυρή άποψη για πολλά θέματα. Ανάμεσα σε όσα τον απασχολούσαν ήταν και η ανάπλαση της κοίτης του Ιλισού. Εν προκειμένω, όμως, είχε αναλάβει το θεάρεστον έργο της αποκατάστασης της Μητρόπολης. «Δι’ ισχυράς σιμεντοκονίας απεμιμήθη πωρόλιθον εις τα όψεις όπου κατήργησε περιττά κοσμήματα και επέτυχε να εναρμονίση τα εις ελεεινήν κατάστασιν κωδωνοστάσια με το όλον σώμα του ναού», έγραφε η «Καθημερινή» (16 Μαρτίου 1957). Αλλά ίσως η πιο τολμηρή χειρονομία ήταν ο εμπλουτισμός της πρόσοψης της Μητρόπολης με νέο ψηφιδωτό έργο.

Αυτό το έργο ο Κίμων Λάσκαρις το ανέθεσε στην Ελλη Βοΐλα το 1955 και εκείνη για δύο χρόνια έμεινε αφοσιωμένη στο έργο αυτό. «Και είναι ένα έργο καθαρά ελληνικό», λέει ο Βενέζης, «δηλαδή δεν απιστεί στην παράδοση αυτού του τόπου, στην αίσθηση της φόρμας, των αναλογιών, του ύφους του. Αυτό το έργο δεν θα μπορούσε να γίνει από τεχνίτη που να μην είναι Ελληνας. Ούτε θα μπορούσε να συνδεθεί οργανικά με το περιβάλλον οποιουδήποτε άλλου τόπου εκτός απ’ την Ελλάδα». Η Ελλη Βοΐλα, μια ευγενής γυναίκα, είχε σπουδάσει το ψηφιδωτό και στη Ραβέννα, πάσχιζε για την αναγέννηση αυτής της τέχνης. Ο Ηλίας Βενέζης γράφει πως ήταν μάρτυρας της εφαρμογής του ψηφιδωτού στη Μητρόπολη, τον Μάρτιο του 1957. Παρακολουθούσε γοητευμένος. «Δοκίμαζα», λέει, «την ίδια συγκίνηση, την ίδια χαρά που έχουμε από ένα δημοτικό τραγούδι, απ’ τον Ερωτόκριτο, από μια σελίδα του Μακρυγιάννη. Και μόνο το ότι ο νους πήγαινε σε τέτοιες συσχετίσεις, σε τέτοια πρότυπα, ήταν ήδη μια αποτίμηση του ψηφιδωτού της Μητροπόλεως».

Εβλεπα ξανά τα χρώματα του «Ευαγγελισμού», το χρυσό, το πράσινο, τα γαλάζια. Τέσσερις μορφές, η Θεοτόκος, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, οι προφήτες Δαβίδ και Σολομών. Θαυμάσια και τα βυζαντινότροπα αρχιτεκτονικά θέματα μέσα στην ευρύτερη σύνθεση. Η Ελλη Βοΐλα, η οποία προπολεμικά είχε εργαστεί στην αναστήλωση του Οσίου Λουκά, είχε εμπλουτίσει και τον ναό του Αγίου Λουκά στην Πατησίων με ψηφιδωτές τοιχογραφίες, δικό της είναι και το ψηφιδωτό με τη μορφή του Αθανασίου Διάκου στη Γέφυρα της Αλαμάνας. Η στάση στη Μητρόπολη επιβάλλει άλλο βλέμμα.

Νίκος Βατόπουλος, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.