Τιμάρια και αρματολίκια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Δημήτρης Παπασταματίου, Φωκίων Κοτζαγεώργης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ, σ. 132-34.

Κείμενο: Δημήτρης Παπασταματίου

Το οθωμανικό κράτος δε συντηρούσε διακριτό σώμα χωροφυλακής ή άλλο αστυνομικό σώμα, τουλάχιστον ως την εποχή των μεταρρυθμίσεων. Η τήρηση της τάξης και η πάταξη της ληστείας ήταν βασικό καθήκον των τιμαριωτών, και για αυτό το λόγο ποτέ δεν μετείχε σε εκστρατεία το σύνολο των σπαχήδων μιας επαρχίας˙ μέρος αυτών παρέμενε στην επαρχία με σκοπό τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης. Η συγκεκριμένη στρατιωτική ομάδα ήταν αποτελεσματική μέχρι περίπου τα τέλη του 16ου αιώνα, όταν ήταν ακόμη ευάριθμη και τα εισοδήματά της ήταν ικανοποιητικά. Η μείωση τόσο του αριθμού των τιμαριωτών όσο και των εισοδηματικών πόρων τους εξασθένισε την αστυνομική αξία αυτού του στρατιωτικού σώματος σε τέτοιο βαθμό ώστε στις ταραχές των τζελαλήδων στην Ανατολία τον 17ο αιώνα πολλοί τιμαριώτες εγκατέλειψαν τη θέση τους ως φύλακες του οθωμανικού συστήματος ασφαλείας και στράφηκαν στη ληστεία. Παρόμοια φαινόμενα στην Βαλκανική ήταν πολύ σπανιότερα, τουλάχιστον σύμφωνα με τις ως τώρα γνωστές οθωμανικές πηγές. Σε κάθε περίπτωση, καθώς το τιμαριωτικό σώμα από τα μέσα του 17ου αιώνα ήταν ολιγάριθμο, τα δε μέλη του συχνά διέμεναν στις πόλεις και είχαν απολέσει τις στρατιωτικές ικανότητές τους, η συμμετοχή του στην τήρηση της τάξης ήταν αμελητέα και μη-υπολογίσιμη εκ μέρους του κράτους.

Timariote — Wikipédia


Επικουρικό ρόλο σε θέματα αστυνομικής επίβλεψης έπαιζε το γενιτσαρικό σώμα – όπου φυσικά στάθμευαν λόχοι του. Γενιτσαρικοί λόχοι (orta) είχαν μόνιμη έδρα σε μεγάλα φρούρια και οχυρωμένες αστικές συγκεντρώσεις στο εσωτερικό των οποίων ήταν υποχρεωμένοι να εκτελούν αστυνομικά καθήκοντα. Η ανάλογη κινητοποίησή τους στην όμορη επαρχία δεν μαρτυρείται συχνά στις οθωμανικές πηγές, αν και οι τεκμηριωμένες σχέσεις τους με τιμαριώτες και η παρουσία πολλών ντόπιων (yerli) στις τάξεις του σώματος, με τα ανάλογα συμφέροντα τοπικής εμβέλειας, μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι δεν πρέπει να έμεναν αμέτοχοι σε περίπτωση διασάλευσης της τάξης και κλήσης τους για δράση. Μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν οι παράλληλες ενασχολήσεις των γενιτσάρων, οι οποίες συχνά περιλάμβαναν την εμπλοκή τους σε έκνομα δίκτυα και την ανάδειξή τους σε πρωταγωνιστές του αστικού εγκλήματος.


Αμιγώς αστυνομικό σώμα ήταν οι ντερμπεντζήδες (derbenci) φύλακες κομβικών ορεινών περασμάτων των μεγάλων οδικών αρτηριών της υπαίθρου. Στη νότια Βαλκανική η σύνθεσή τους ήταν μουσουλμανική και συνήθως αλβανική. Στον 18ο αιώνα το σώμα έγινε επίσης αντικείμενο επικρίσεων για καταχρήσεις, όπως την επιβολή αυθαίρετων διοδίων σε βάρος των ταξιδιωτών ή παράνομες φοροδοτικές αξιώσεις και εισφορές επιμελητείας σε βάρος των κατοίκων των γειτονικών χωριών. Καταγγελίες αυτής της μορφής για τους ντερμπεντζήδες της κεντρικής και δυτικής Μακεδονίας, οι οποίοι συχνά ενεργούσαν με την κάλυψη τοπικών προυχοντικών παραγόντων, αφθονούν στο ιεροδικαστικό αρχείο της Θεσσαλονίκης.


Για αυτόν το λόγο, η Υψηλή Πύλη στις αρχές του 18ου αιώνα επέκτεινε την εφαρμογή ενός παλαιού μέτρου που ήταν σε ισχύ σε περιορισμένη κλίμακα σε ορισμένες περιοχές του βαλκανικού χώρου, δηλαδή την αυτοοργάνωση των κατοίκων των όμορων στα περάσματα χωριών σε πολιτοφυλακές για την προστασία της περιοχής. Το μέτρο είχε εφαρμοστεί και από τους Βενετούς, και σε μεγάλο βαθμό περιόριζε τις αυθαιρεσίες των ανεξέλεγκτων αστυνομικών οργάνων. Το πλέον γνωστό παράδειγμα στον ελλαδικό χώρο οικιστικών συγκεντρώσεων που ανέλαβαν τη φύλαξη της περιοχής τους ήταν τα Δερβενοχώρια των Μεγάρων, φύλακες της αρτηρίας από τη Στερεά Ελλάδα προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου. Στις ζώνες αυτές ίσχυε η συλλογική ευθύνη, ενώ σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους οι χωρικοί απαλλάσσονταν από ορισμένες φορολογικές καταβολές. Η πρακτική αυτή, παρά τα πλεονεκτήματά της, επιβάρυνε τους χωρικούς με την εκτέλεση ένοπλων καθηκόντων με τα οποία δεν ήταν εξοικειωμένοι, ενώ η συλλογική ευθύνη τούς έφερε σε θέση διαρκούς υπόλογου για έκνομες πράξεις οι οποίες εκτελέστηκαν στο χώρο τους και τις οποίες δεν μπορούσαν να αποτρέψουν. Έτσι, αιτήθηκαν και πέτυχαν τη δυνατότητα διορισμού εκ μέρους τους επαγγελματιών ντερμπεντζήδων, οι οποίοι ανέλαβαν το δύσκολο αστυνομικό έργο του φύλακα των περασμάτων.


Εντούτοις, το σημαντικότερο αστυνομικό σώμα της οθωμανικής υπαίθρου ήταν οι αρματολοί, ένοπλοι επαγγελματίες, συνήθως χριστιανοί, αν και όχι αποκλειστικά, οι οποίοι είχαν υπό την αστυνομική επίβλεψή τους μια εδαφική ζώνη, το λεγόμενο «αρματολίκι». Παρόμοια σώματα είχαν χρησιμοποιήσει και οι Βενετοί, τους meidani, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Τα σώματα των αρματολών είχαν περισσότερο στρατιωτική οργάνωση από τα αντίστοιχα των ντερμπεντζήδων και των ένοπλων χωρικών, με ιεραρχημένους βαθμούς παλαιότητας. Επικεφαλής των «παλικαριών» ήταν ο καπετάνιος, το αξίωμα του οποίου ήταν αιρετό. Η εκλογή του καπετάνιου, αν και γινόταν από τα παλικάρια του, έπρεπε αφενός να πληροί τους όρους της οθωμανικής νομιμότητας, και για αυτό ήταν ελέγξιμη από τον ιεροδίκη και τον τοπικό Οθωμανό διοικητή, και αφετέρου να συνάδει με τις ισορροπίες ισχύος της τοπικής πολιτικής δυναμικής˙ κατά συνέπεια, οι προύχοντες, όπου και όταν είχαν τη δυνατότητα, επενέβαιναν στην επιλογή του προσώπου του καπετάνιου.


Οι αρματολοί διατηρούσαν μια ιδιάζουσα θέση στην κάθετη ιεράρχηση της οθωμανικής κοινωνίας˙ αν και χριστιανοί προερχόμενοι από την τάξη των αγροτών θεωρούνταν askeri και όχι ραγιάδες, καθώς παρείχαν στρατιωτική υπηρεσία στο κράτος και ταυτόχρονα ήταν απαλλαγμένοι από φορολογικές υποχρεώσεις. Από την άλλη, όταν έχαναν τη θέση τους, θεωρητικά επέστρεφαν στη θέση του χωρικού διατηρώντας όμως το δικαίωμα επανένταξης σε αρματολικό σώμα, και έτσι επιδεικνύοντας μια κινητικότητα μοναδική για χριστιανούς στη στεγανή κοινωνική ιεραρχία του οθωμανικού κόσμου.

Τι ήταν οι Κλέφτες και τι ήταν οι Αρματολοί; - Κατερίνα Τσεμπερλίδου


Τα αρματολίκια αποτέλεσαν τον ιδιαίτερο χώρο δράσης του κάθε καπετάνιου και διοικητική μονάδα της οθωμανικής υπαίθρου, την οποία δεν όριζε η κεντρική διοίκηση αλλά οι τοπικές συνθήκες. Ο αριθμός, η θέση και τα ακριβή σύνορα των αρματολικιών δεν είναι δυνατόν να περιγραφούν, καθώς υπόκεινταν σε διαρκείς αυξομειώσεις στο χρόνο, οι δε διαθέσιμες πηγές δεν παρέχουν πληροφορίες αυτού του τύπου. Τα όρια των αρματολικιών ήταν ρευστά και υπόφορα μεταβολών, εξαιτίας της προσπάθειας των καπετάνιων να επεκτείνουν τη σφαίρα επιρροής τους και να εντάξουν στη δικαιοδοσία τους εδάφη που ανήκαν σε όμορα αρματολίκια. Η διαδικασία αυτή στερούνταν άλλης νομιμοποιητικής βάσης εκτός από την επιβολή μετά από ένοπλο αγώνα ανάμεσα στα αρματολικά σώματα. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Αλή Πασάς ως επικυρίαρχος του κεντρικού ελλαδικού χώρου αναδιάρθρωσε πολλές φορές το χάρτη των αρματολικιών μεταβάλλοντας τα όρια τους, δημιουργώντας καινούργια αρματολίκια και καταργώντας άλλα.


Σε γενικές γραμμές το αρματολικό φαινόμενο εκτεινόταν σε όλο τον κεντρικό ελλαδικό χώρο καλύπτοντας τη δυτική Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα και την Ήπειρο. Βασικό γνώρισμα αυτής της ζώνης ήταν το ορεινό έδαφος, και η απουσία άλλων εξουσιαστικών πόλων, κυρίως των τοπικών προεστών. Ακριβώς αυτή η απουσία προκλήσεων στο εξουσιαστικό κύρος και νομιμότητα των καπετάνιων θα επιτρέψουν στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα τη σταδιακή ισχυροποίηση της θέσης τους και τη μετατροπή του αξιώματος του καπετάνιου, και κατά συνέπεια και του αρματολικιού, σε ισόβιο και κληρονομικό. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε μια ιδιότυπη οπλική αριστοκρατία της υπαίθρου, η εξουσιαστική ισχύς της οποίας είχε εξω-οικονομικό χαρακτήρα. Παράλληλα, το αρματολίκι, υλική βάση της εξουσιαστικής υπεροχής του καπετάνιου, αυτονομήθηκε και μετατράπηκε σε ένα είδος τιμαρίου ή τσιφλικιού, όμως στερούμενου οικονομικού χαρακτήρα. Η κυριαρχία αυτής της οπλικής οικογενειακής αριστοκρατίας ήταν πλήρης και καθοριστική για την κοινωνική και οικονομική εξέλιξη του αγροτικού χώρου. Οι καπετάνιοι υιοθετούσαν κοινωνικές συμπεριφορές ίδιες με αυτές των ανώτερων κληρικών και των προυχόντων. Για παράδειγμα, διατηρούσαν υπηρετικές ακολουθίες, ανέγειραν πολυτελείς και συχνά οχυρωμένες οικίες, επένδυαν μεγάλα κεφάλαια στην πολυτέλεια και στην κοινωνική φιλανθρωπία.
Ο πίνακας που ακολουθεί καταγράφει τις σημαντικότερες αρματολικές οικογένειες και την έδρα του αρματολικιού τους

Οικογένεια Αρματολίκι

Μπουκουβαλαίοι Άγραφα

Στορναραίοι Ασπροπόταμος Πίνδου

Σπαθάδες και Ίσκος Βάλτος Αιτωλοακαρνανίας

Δεληγιανναίοι Μέτσοβο

Γριβαίοι Βόνιτσα

Βλαχόπουλοι Καρπενήσι και Βλοχός Αιτωλοακαρνανίας

Βαρνακιώτηδες Ξερόμερο

Κοντογιανναίοι Υπάτη

Λαζαίοι και Τσαραίοι Όλυμπος

Μπασνεκαίοι Πήλιο
Μπλαχαβαίοι Χάσια


Αντίθετα, σε περιφέρειες όπου οι προεστοί επέβαλαν την εξουσία τους, το αρματολικό φαινόμενο δεν βρήκε βάση ανάπτυξης και υποχώρησε είτε μερικά με την υπαγωγή των καπετάνιων στις επιταγές των κοτζαμπάσηδων, όπως συνέβη στη Λιβαδειά, ή με την πλήρη απουσία του θεσμού.


Η τελευταία περίπτωση είναι αυτή της Πελοποννήσου, μοναδικής στον ελλαδικό χώρο, αν και συνήθης σε άλλες ζώνες της αυτοκρατορίας, όπως στην Ανατολία. Πρόκειται για περιοχές όπου η φύλαξη της δημόσιας τάξης ανατέθηκε στους τοπικούς προεστούς, ειδικά κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, όταν οι περιφερειακές ελίτ των αγιάνηδων και κοτζαμπάσηδων ανέλαβαν στην ουσία τη διοίκηση των επαρχιών τους. Σε αυτή την περίπτωση, οι προεστοί, προσωπικοί εγγυητές της κοινωνικής ευταξίας απέναντι στο σουλτάνο, διέθεταν το μικρό προσωπικό στρατό τους ή τη σωματοφυλακή τους για την τήρηση της τάξης. Είναι αυτονόητο ότι η ανάληψη αστυνομικών καθηκόντων ενίσχυσε περαιτέρω την προυχοντική ελίτ όπως και την περιφερειακή αυτονομία.


Δεν είναι τεκμηριωμένο αν υπήρχαν αρματολίκια στον πελοποννησιακό χώρο πριν την οθωμανική ανακατάληψή της, όμως από το 1715 και εξής, οι κάποι, προσωπικοί σωματοφύλακες των προυχόντων, ανέλαβαν καθήκοντα χωροφυλακής, σε ένα ρόλο που μπορεί να θυμίζει σε μεγάλο βαθμό αυτόν των αρματολών, αλλά οι διαφορές ανάμεσα τους παραμένουν σημαντικές. Οι κάποι δεν μισθοδοτούνταν από το κράτος αλλά από τους εργοδότες τους κοτζαμπάσηδες, και κατά συνέπεια δεν απολάμβαναν τη θεσμική υπεροχή των askeri. Ακόμη, η αστυνομική δικαιοδοσία τους δεν είχε διακριτά εδαφικά όρια, όπως ήταν τα αρματολίκια, αλλά καθοριζόταν από τη γεωγραφική έκταση της επιρροής που ασκούσε ο προεστός-εργοδότης τους. Συνεπώς, η θεσμική θέση των κάπων ήταν υποδεέστερη αυτής των αρματολών, διότι ήταν στερημένη αυτονομημένων πολιτικών και κοινωνικών δυνατοτήτων. Τουναντίον, η εξάρτησή τους από τον προεστό-εργοδότη τους ήταν απόλυτη, καθώς από αυτόν μισθοδοτούνταν και σε αυτόν ήταν υπόλογοι. Ανάμεσα στις πλέον γνωστές οικογένειες κάπων από τα τέλη του 18ου αιώνα ως την έναρξη του Αγώνα ήταν οι Κολοκοτρωναίοι, οι Πλαπουταίοι και οι Πετμεζάδες.

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.