Το άγνωστο επεισόδιο του Τερλίζ το 1924

Στις 26 Ιουλίου 1924 σημειώθηκε το επεισόδιο του Τερλίζ (Βαθύτοπος) στην περιοχή της Δράμας. Τα χωριά Τερλίζ, Καρακιόι και Λόφτσα όπου σημειώθηκαν τα γεγονότα είχαν στην πλειοψηφία τους βουλγαρόφωνο πληθυσμό. Από τις 800 οικογένειες του Τερλίζ και του Καρακιόι οι 750 ήταν σλαβόφωνες.

Παρόλο που οι Σλαβόφωνοι αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία, οι πρόσφυγες ( Οι Έλληνες που ήρθαν από την μικρά Ασία και την ανατολική Θράκη το 1922 αλλά  και το 1923 με την συνθήκη ειρήνης της Λοζάνης ) συγκέντρωσαν την πολιτική και στρατιωτική εξουσία του τόπου χάρη στην εμπιστοσύνη που τους έδειχνε το ελληνικό κράτος. Παράλληλα  σύμφωνα με σχετικό νόμο είχε συσταθεί  πολιτοφυλακή δύναμης τριάντα ατόμων με αποστολή τη φύλαξη της περιοχής και την διατήρηση της ταξης. Στις 26 Ιουλίου 1924 κατά τη δύση του ήλιου, ομάδα αγνώστων μεταμφιεσμένων σε βοσκούς, επιτέθηκε με χειροβομβίδες εναντίον του καφενείου στο χωριό Τερλίζ, στο οποίο βρισκόταν συγκεντρωμένοι ο πρόεδρος του χωριού και έξι αξιωματικοί του παρακείμενου VIII Τάγματος Προκαλύψεως. Ο διοικητής της περιοχής ταγματάρχης Καλαμπαλίκης θεώρησε το γεγονός αυτό ως επίθεση κομιτατζήδων και διέταξε τη σύλληψη εξήντα με εβδομήντα Σλαβόφωνων και από τα τρία χωριά ως υπόπτων. Στις 27 Ιουλίου είκοσι επτά από αυτούς θα μεταφέρονταν στο χωριό Βροντού με συνοδεία δέκα ενόπλων υπό τις διαταγές του υπολοχαγού Δοξάκη. Οι συλληφθέντες και το απόσπασμα ξεκίνησαν, ωστόσο πέντε ή έξι ώρες αργότερα το απόσπασμα επέστρεψε μόνο του, ενώ ο υπολοχαγός ανέφερε ότι είχαν χτυπηθεί από κομιτατζήδες και ότι αναγκάστηκε να σκοτώσει δεκαεπτά από τους κρατούμενους ενώ οι υπόλοιποι διέφυγαν.

Η αναφορά του Δοξάκη υιοθετήθηκε  από τις ελληνικές στρατιωτικές και πολιτικές αρχές και κυριος από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά αμφισβητήθηκε έντονα από τους εκπροσώπους της Κοινωνίας των Εθνών, οι οποίοι υποστήριξαν ότι ο φόνος των Βουλγάρων χωρικών ήταν αδικαιολόγητος και απρόκλητος . Η βουλγαρική κυβέρνηση από την πλευρά της ισχυρίστηκε ότι το όλο επεισόδιο ήταν ενέργεια του Δοξάκη, ο οποίος σκηνοθέτησε την επίθεση στο Τερλίζ, προκειμένου να δικαιολογήσει το φόνο των ομογενών χωρικών. Οι Βούλγαροι θεωρούσαν πως η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε κάποια ανάμειξη στα γεγονότα, αλλά ότι η ευθύνη βάρυνε το Δοξάκη και μερικούς πολιτοφύλακες οι οποίοι πίστευαν ότι με την πράξη τους εξυπηρετούν εθνικά συμφέροντα.

Η κυβέρνηση Τσαγκώφ έσπευσε να εκμεταλλευθεί και αλλιώς το γεγονός ασκώντας διεθνή προπαγάνδα κατά της Ελλάδας. Ορισμένοι βουλγαρικοί κύκλοι προσπάθησαν να προκαλέσουν επέμβαση της Κοινωνίας των Εθνών στέλνοντας τηλεγράφημα στη Γενεύη, στο οποίο ζητούσαν να παρέμβει ο οργανισμός, ώστε να σταματήσει η τρομοκρατία σε βάρος των Βουλγάρων, τους οποίους επιδίωκαν να εξαναγκάσουν σε μετανάστευση.

Ταυτόχρονα, η επίσημη βουλγαρική πλευρά κινήθηκε σε δύο κατευθύνσεις. Αρχικά απευθύνθηκε στη Μεικτή Επιτροπή Μετανάστευσης διαμαρτυρόμενη για τον τρόπο μετανάστευσης των Βουλγάρων από την Ελλάδα και ζητώντας α) εξακρίβωση της αλήθειας για τα γεγονότα, β) τη διενέργεια γενικής ανάκρισης για να διαπιστωθεί η πραγματική κατάσταση των μειονοτήτων στις δύο χώρες και γ) τη λήψη κατάλληλων μέτρων ώστε να εμποδιστεί η αναγκαστική μετανάστευση.

Κατόπιν επιδόθηκε στις 31 Ιουλίου 1924 διακοίνωση στον Έλληνα υπουργό εξωτερικών όπου η Βουλγαρία διαμαρτυρόταν για την τρομοκρατία που ασκούσαν οι ελληνικές αρχές εις βάρος των Βουλγάρων, ώστε αυτοί να εξαναγκαστούν να μεταναστεύσουν.

Την Ελλάδα πάνω στο ζήτημα  βοήθησαν η Σερβία και η Γαλλία. Η ελληνική και η σερβική κυβέρνηση έκαναν διάβημα στις Μεγάλες Δυνάμεις, ενώ η γαλλική επέστησε την προσοχή στη βουλγαρική κυβέρνηση για την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στα Βαλκάνια.

Εν τούτοις η Μεικτή Επιτροπή Μετανάστευσης κλήθηκε να διεξάγει ανακρίσεις στα χωριά όπου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, θεώρησε υπεύθυνες τις τοπικές ελληνικές αρχές. Η Ελληνική κυβέρνηση αποδέχτηκε το πόρισμα της μεικτής επιτροπής, δεσμεύτηκε από την πλευρά της ότι θα εξέταζε το επεισόδιο και θα προχωρούσε στην τιμωρία των ενόχων. Ο Βούλγαρος υπουργός Εξωτερικών της Βουλγαρίας  Καλφώφ απαίτησε επίσημα την αυστηρή τιμωρία των ενόχων και ιδίως του Καλαμπαλίκη και του Δοξάκη, τη δίκαιη αποζημίωση των θυμάτων, την απελευθέρωση των συλληφθέντων χωρικών και τη λήψη μέτρων για να δοθεί τέλος στις μεθόδους που αποσκοπούσαν στον εξαναγκασμό του βουλγαρικού πληθυσμού σε μετανάστευση.

Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε τα βουλγαρικά αιτήματα επικαλούμενη το γεγονός ότι η Βουλγαρία δεν είχε υπογράψει τη συνθήκη των Σεβρών «περί προστασίας των εθνικών μειονοτήτων», αποδέχτηκε ωστόσο να συζητήσει το ζήτημα της αποζημίωσης των θυμάτων. Επίσης ζήτησε από τη βουλγαρική πλευρά τη διάλυση των μακεδονικών και θρακικών οργανώσεων και την παρεμπόδιση σχηματισμού και εισβολής στη Ελλάδα συμμοριών κομιτατζήδων, ώστε να μειωθεί η δυσπιστία των ελληνικών αρχών.

Ο Δοξάκης καταδικάστηκε στις 12 Ιανουαρίου σε «πρόσκαιρα δεσμά δεκαπέντε ετών γιατί αντιλήφθηκε αστόχως την αποστολή του», ωστόσο την επόμενη χρονιά απελευθερώθηκε και ανέλαβε υπηρεσία στην πόλη των Σερρών, ενώ τελικά οι οικογένειες των θυμάτων δεν αποζημιώθηκαν.

, , , ,

1 thought on “Το άγνωστο επεισόδιο του Τερλίζ το 1924

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.