Το άγνωστο λεξιλόγιο του Παπουλάκου: Πελοποννησιακό ιδίωμα τον 19ο αιώνα

Γράφει ο Άγγελος Σακκέτος

Ποιες λέξεις χρησιμοποιούσε ο άγιος της Πελοποννήσου οι οποίες στη σημερινή γενιά φαίνονται άγνωστες, ενώ τον καιρό εκείνο ήταν στην καθημερινή χρήση από ανθρώπους θυμόσοφους και βαθιά θρησκευόμενους, όπως οι Μοραΐτες, που είχαν τον δικό τους επικοινωνιακό δίαυλο με τον προφήτη του Μοριά!..

ΕΙΝΑΙ γεγονός ότι ο Παπουλάκος έκανε πολλές περιοδείες και μίλησε σε όλα σχεδόν τα χωριά και τις κωμοπόλεις του Μοριά. Άνθρωποι «λογιώ-λογιώ», που λέει κι ο λαός μας, άκουσαν με δέος και σεβασμό τα όσα έλεγε ο άγιος της Πελοποννήσου, ενώ οι γυναίκες κρέμονταν κυριολεκτικά από τα χείλη του.

Μακάρι να είχαμε στη διάθεσή μας ορισμένα γραφτά του ή κάποια απ’ τα κηρύγματά του. Δυστυχώς αυτό δεν κατέστη δυνατόν, μ’ εξαίρεση ελάχιστα κείμενα, όπως μερικές επιστολές, που διασώζουν οι ιστορικοί, με αποτέλεσμα να μην έχουμε την δυνατότητα να δούμε τον τρόπο με τον οποίον έγραφε ή μιλούσε.

Ο γράφων, λοιπόν, για να καλύψει όσο είναι δυνατόν, αυτό το κενό, διάβασε όσα κείμενα έχουν γραφτεί για τον Παπουλάκο και μέσα από τα κείμενα αυτά αλίευσα τις λέξεις ή τις φράσεις, που έλεγε ο Άγιος της Πελοποννήσου, αλλά που είναι δύσκολο να τις κατανοήσει σήμερα ένα ελληνόπουλο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και πολλές άλλες στο λεξιλόγιο του καιρού εκείνου. Στη συνέχεια η ταπεινότητά μου έκανε την νεοελληνική απόδοση των λέξεων αυτών ή την όποια ερμηνεία τους, έχοντας ως πολύτιμους βοηθούς τα διάφορα ελληνικά λεξικά και ιδίως το Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, των Εκδόσεων Παπύρου, που με βοήθησε πάρα πολύ στην διασταύρωση των ερμηνειών.

Δράττομαι της ευκαιρίας να ευχαριστήσω και την αδελφή μου Γεωργία Σακκέτου – Βλαχάκη, που με βοήθησε κι αυτή στην αναζήτηση πολλών από τις λέξεις που ακολουθούν.

Περιττό να πω, ότι το Λεξιλόγιο που ακολουθεί είναι μόνον η αρχή και εύχομαι κάποια στιγμή να μας βοηθήσει ο Θεός για μια καλύτερη και πιο διεξοδική προσπάθεια, που θα γίνει στο μέλλον, για να διασωθεί η ντοπιολαλιά των πατεράδων μας!

Ας ελπίσω ότι αυτός ο κόπος δεν θα πάει χαμένος και πως οι νέες γενιές θα έχουν στη διάθεσή τους το Άγνωστο Λεξιλόγιο του Παπουλάκου, έτσι ώστε όχι μόνον να είναι εις θέσιν να γνωρίζουν τι έλεγε ο προφήτης του Μοριά, αλλά και τι εννοούσε ο άγιος της Πελοποννήσου, καθώς θύμιζε συνεχώς στους πιστούς «τα θεοτικά» και όχι «τα άθεα γράμματα»:

αβάσταχτο= αβάστακτο

αβγατισμένο = αυξημένο

αβέρτα = επίρρ.) [αβέρτος]· 1. στο ύπαιθρο· 2. ανοιχτά, διάπλατα· 3. αναφανδόν, ελεύθερα, ανεμπόδιστα, απροκάλυπτα· 4. απεριόριστα, απλόχερα, σπάταλα.

αγανάχτηση= αγανάκτηση

αγαναχτισμένος = αγανακτισμένος

αγαρινοί= Αγαρηνοί

αγγελοσκιάστηκε = ή αγγελοσκιάχτηκε, από το αγγελοσκιάζω 1. τρομάζω κάποιον· 2. αγγελοκρούομαι, τρομάζω βλέποντας τον άγγελο τού θανάτου, πνέω τα λοίσθια· 3. ταράζομαι, τρομάζω· 4. σεληνιάζομαι· 5. αγγελοκόβω.

αγέρας =αέρας, άνεμος (αγέρηδες = άνεμοι)

άγιασμα= αγίασμα

αγιοτικά = περί των αγίων

αγκλαμενούρα =  είδος αχλαδιάς

αγκλίτσα = γκλίτσα

αγκωνάρι = πέτρα διαμορφωμένη για γωνίες σπιτιών.

αγλαβουτσιά = είδος δένδρου

αγναντεύω = βλέπω, παρατηρώ κάτι από μακριά και συνήθως από ψηλά, ατενίζω

αγνάντια =και αγνάντι (επίρρ.)· απέναντι, αντίκρυ.

αγνάντιος = -α, -ο [επίρρ. αγνάντια]· 1. αυτός που βρίσκεται απέναντι, αντικρινός, αντικριστός· 2. (το ουδ. ως ουσ.) το αγνάντιο· α) θέα από μακριά, αγνάντεμα· β) ύψωμα από όπου βλέπει κανείς τη γύρω περιοχή.

αγριότη = αγριότη(τα)

αδικοσέρνεσαι = σύρεσαι αδίκως

αδράχνω = και αδράζω και δράχνω· 1. αρπάζω, γραπώνω, πιάνω κάτι βίαια· 2. (για φωτιά) περικαίω, καψαλίζω.

αερικό = α) το κλίμα, η υγιεινή κατάσταση ενός τόπου· β) δυνατός άνεμος, ανεμοδούρα· γ) σίφουνας, ανεμοστρόβιλος· δ) κεραυνός· ε) κακοποιό πνεύμα, δαιμόνιο, που προσβάλλει τους ανθρώπους και προξενεί νευρικές ή ψυχικές παθήσεις (αλλ. στοιχειό, ξωτικό, νεράιδα).

αθρώποι = άνθρωποι

άθρωπος= άνθρωπος

ακίδα = και αγκίδα ή αγκίθα, η (Α ακίς)· 1. οξύ άκρο, αιχμή (συνήθως βελόνας, βέλους, αγκιστριού κ.ά.)· 2. μικρό αιχμηρό κομμάτι, που αποσπάται από ξύλινο αντικείμενο, σχίζα, σκλήθρα· || (νεοελλ.) μικρό μεταλλικό καρφί, που χρησιμοποιείται στη ναυπηγική· || (αρχ.) 1. αιχμηρό αντικείμενο, βελόνα· 2. βέλος, ακόντιο· 3. κέντρισμα, παρόρμηση. // Το αγκάθι του περιβλήματος του καστάνου.

ακλουθάτε με = ακολουθήστε με

ακλουθώντας = ακολουθώντας

ακονίζω= και ακονώ -άω 1. κάνω με το ακόνι κοφτερή την κόψη μεταλλικού οργάνου, τροχίζω («ακονίζω το μαχαίρι»)

ακουρασιά = χωρίς κούραση

ακρορεματιά = άκρη του ρέματος

αλάκαιροι= ολάκαιροι, ολόκληροι

αλάκαιρος = ολάκαιρος

αλαλάξανε = φωνάξανε από χαρά

αλαφιάζω = 1. φοβίζω, τρομάζω κάποιον· 2. τρομάζω ο ίδιος, ξαφνιάζομαι, τά χάνω, τό βάζω στα πόδια· 3. (παθ.) καταλαμβάνομαι από ταραχή, φοβάμαι· 4. (παθ. μτχ.) αλαφιασμένος, -η, -ο· α) φοβισμένος, ταραγμένος· β) λαχανιασμένος· γ) επιρρεπής στον φόβο, μη ψύχραιμος.

αλαφρό = ελαφρό, ελαφρύ

αλαφροπατώντας = πατώντας με ελαφρά βήματα

αλαφρότερος = ελαφρότερος, ελαφρύτερος

αλησμόνηκα = λησμόνησα, ξέχασα

αλησμονώ= λησμονώ, ξεχνώ

άλικος= -η, -ο· = 1. αυτός που έχει βαθύ κόκκινο χρώμα, ο κατακόκκινος· 2. αυτός που έχει ανοιχτό κόκκινο χρώμα, κοκκινόχρωμος, κοκκινωπός.

αλλονών = άλλων ανθρώπων

αλλουνούς = άλλους

αλμπάνης, θηλυκό αλπάνισσα = 1. πεταλωτής, καλιγωτής (το θηλ. δηλώνει τη γυναίκα τού πεταλωτή)· 2. (συχνά με ονόματα δηλωτικά επαγγέλματος) αδέξιος, άπειρος· «γιατρός είναι αυτός ή αλμπάνης

αλύχτημα = το [αλυχτώ]· υλακή, γάβγισμα.

αλυχτώ   =αλυχταίνω: ζεσταίνωχορταίνωθερμαίνω

αλωνάρης = αυτός που αλωνίζει

αμάντρωτο = χωρίς μάντρα, τοίχο

αμασχάλη = μασχάλη

αμάχη = δι(αμάχη)

αμαχωμένους = απόμαχους

αμείβουνται = αμείβονται

αμείλιχτοι = αμίλητοι, σιωπηλοί

αμετακούνητος = αμετακίνητος

αμετάλλαγος= αμετάλλακτος, αναλλοίωτος

αμολήσω= ελευθερώσω

αμπάρα = η μπάρα: 1. σιδερένιος ή ξύλινος μοχλός, που τοποθετείται πίσω από θύρα από τη μια παραστάδα μέχρι την άλλη για να εμποδίσει το άνοιγμά της, σύρτης, μάνταλο· 2. κάθε χοντρό και μικρό σε μήκος ξύλο που μοιάζει με αμπάρα.

αμποδάω = εμποδίζω, δυσκολεύω

αμυαλιά= χωρίς μυαλά, ανοησία

ανάβαθα = χωρίς βάθος

αναβροχιά = άνευ βροχής

αναγάλλιασα = αισθάνθηκα αγαλλίαση, ψυχική ευφορία

αναδεύω = αναμιγνύω, ανακατεύω, αναταράσσω· || (νεοελλ.) 1. ζυμώνω πολύ, ανακατεύω κάτι (πηλό, ζύμη κ.λπ.)· 2. κινώ, ανασκαλεύω· || 3. (αμτβ.) κινούμαι στον ίδιο τόπο, συσπειρώνομαι, ανασαλεύω (π. χ. το παιδί στην κοιλιά τής μάνας)· || (αρχ.) υγραίνω, βρέχω, εμποτίζω με υγρό.

αναθεματίζω = (Α αναθεματίζω)· 1. καταριέμαι, βλασφημώ· 2. (παθ. μτχ.) αναθεματισμένος, -η, -ο· (αρχ.-μσν. ανατεθεματισμένος, -η, -ον) ο άξιος κατάρας ή αποστροφής, καταραμένος· || (Εκκλ.) παραδίδω κάποιον στο ανάθεμα, αποκηρύσσω, καταδικάζω, αφορίζω· || (αρχ.) προσφέρω ως ανάθημα, αφιερώνω

αναίστητος = αναίσθητος

ανακαθισμένος = καθισμένος καλύτερα και πιο αναπαυτικά

ανάκατα = ανακατεμένα

ανακατοσούρα,η = γυναίκα, που ανακατεύεται σε όλα

αναπάντεχα = απρόσμενα

ανάπαψη = ανάπαυση

ανασηκώθη = ανασηκώθη(κε).

ανασκουμπώνω = Ι. ανασηκώνω τα μανίκια· «ανασκούμπωσέ με»· II. (μέσ.) 1. σηκώνω τα μανίκια και απογυμνώνω τα χέρια για να μην εμποδίζομαι στην εργασία μου· 2. προετοιμάζομαι, είμαι έτοιμος να ενεργήσω.

αναψαριά = χωρίς ψάρια

ανέμη = 1. συσκευή που με την περιστροφή της επιτρέπει το ξετύλιγμα μιας κούκλας νήματος και το ξανατύλιγμα στα μασούρια, ανεμοδούρα, ροδάνι· 2. η άτρακτος στην οποία τυλίγεται και ξετυλίγεται το σκοινί στο μαγγανοπήγαδο.

ανέμυαλες = άμυαλες, ανόητες, επιπόλαιες.

ανεμυαλιά = άνευ μυαλού, ανοησία.

ανεπρόκοπος = άνευ προκοπής, ακαμάτης.

ανήμπουρους = ανήμπορος, ασθενής, ανάπηρος.

ανθρώποι = άνθρωποι

ανόρεχτος = χωρίς όρεξη, ανορεξία.

ανταμώνω= συναντώ

ανταρτεύω = γίνομαι  αντάρτης.

αντερί = χιτώνας ανατολικής προέλευσης, μακρύς και ανοιχτός μπροστά, που στην τουρκοκρατία τον φορούσαν συνήθως οι άνδρες· 2. ο εσωτερικός χιτώνας, πουκάμισο· 3. το εσωτερικό ράσο των ιερέωναντικρύ = αντίκρυ.

αντιμετρηθώ = αναμετρηθώ

αντίς = αντί, προκειμένου να …

αντισκέδιο = αντισχέδιο, ενάντιος σχεδιασμός

αντισκόβω = διακόπτω (αντίσκοψεν = διέκοψε τον συνομιλητή_

αντιστήλι =  στήριγμα στήλης, αντιστήριγμα

απαλάμη= παλάμη (απαλάμες = παλάμες)

απάνω= επάνω, πάνω

απαράλλαχτος-η = αυτός που δεν παρουσιάζει παραλλαγές, ή διαφορές σχετικά με κάποιον άλλο, ο εντελώς όμοιος («ίδιος κι απαράλλαχτος»)· || (αρχ.-μσν.) ο αμετάβλητος.

απαρατώ = παρατώ, αφήνω (απαράτησε = παράτησε)

απέ = 1. (ως πρόθ.) από κάτι ή από κάπου («απέ το χέρι την κρατεί»)· 2. (επίρρ. χρον.) κατόπιν, έπειτα («τράβα τώρα κι απέ βλέπουμε»). Πρόκειται για διαλεκτική παραλλαγή της πρόθεσης από, της οποίας η χρήση επεκτάθηκε και ευρύτερα, με πιθ. επίδραση του απέκει –απέει (πρβλ. παιδάι < παιδάκι).

απές = απέ (βλέπε λέξη)

απήγανος = 1. είδος φαρμακευτικού και αρτυματικού φυτού, η Ρούτα η βαρύοσμος· 2. (φρ.) (ως απευχή) «ξορκισμένος με τον απήγανο»· μακριά από εδώ!

απιδιά = αχλαδιά

απλάδι=1. ανοιχτός επίπεδος τόπος· 2. απλάδενα (= μεγεθυντ. του ουσ. απλάδι).

απόγιομα= απόγευμα

αποδιώχνω = αποδιώκω, διώχνω, διώχνω, απομακρύνω· || (νεοελλ.) 1. διώχνω με εύσχημο τρόπο, ξεφορτώνομαι· 2. εγκαταλείπω κάποιον, παύω να τον προστατεύω. (απόδιωξε = έδιωξε οριστικά)

αποζητώ= επιθυμώ κάτι να βρω, θέλω (αποζητούσε = ήθελε)

αποθέτω= εναποθέτω, τοποθετώ (αποθέσει = τοποθετήσει, ακουμπήσει)

αποκαμωμένος = πολύ κουρασμένος, εξαντλημένος

αποκορώνω =αποκαρώνω, κάνω κάποιον να περιπέσει σε λήθαργο, αποκοιμίζω, αποβλακώνω· || (νεοελλ.) 1. θαμπώνω, καταπλήσσω κάποιον· 2. η μτχ. αποκορωμένος, –η, –ο· (με έννοια αποτροπιασμού) «αποκορωμένο νάναι το κακό», «η αποκορωμένη» (για οποιαδήποτε λοιμώδη ή ανίατη νόσο).

αποκοτιά =  τόλμη, θάρρος· || (νεοελλ.) θρασύτητα (αποκοτώ, απόκοτος)

αποκρίνω= απαντώ [αποκρίθη = απεκρίθη, αποκρίθη(κε)]

απόκριση = απάντηση

απολησμονώ= ξεχνώ τελείως (απολησμονάτε  = ξεχνάτε τελείως)

αποξεραθώ= ξεραθώ τελείως (αποξεραθεί = αποξηρανθεί, ξεράθηκαν)

αποριξίμι = απόριγμακ. απόρριμμα, το· 1. ό,τι πετιέται ως περιττό, άχρηστο υπόλειμμα, σκουπίδι· 2. πρόωρο γέννημα, έκτρωμα· 3. έκτρωση, αποβολή εμβρύου· 4. άνθρωπος (ή ζώο) ελαττωματικός, μισερός. (απόρριξε=ζώο που αποβάλλει, εκ του απορρίπτω)

αποσβολώνω =  κάνω κάποιον να σωπάσει από κατάπληξη ή ντροπή· || (μσν.) μαυρίζω κάτι με ασβόλη, καπνιά.

απόσκιος  = ο απόσκιος-α, -ο [σκιά]· 1. αυτός που παρέχει σκιά ή βρίσκεται σε σκιά, ο σκιερός· 2. (το ουδ. ως ουσ.) το απόσκιο ή τα απόσκια· τόπος σκιερός.

αποσταίνω = κουράζομαι (απόστασα = κουράστηκα)

αποσώσω=  (ό,τι σώσω, αλλά και αποτελειώσω)

απόφυγα= απέφυγα

αραδιάζω: 1. βάζω στην αράδα,  σειρά· 2. βάζω σε τάξη, (για στρατό) παρατάσσω· 3. προσορμίζομαι, αγκυροβολώ· || (νεοελλ.) διηγούμαι με κάθε λεπτομέρεια.

αραποσίτι=  αραβόσιτος, το καλαμπόκι

άραχλος=  από το άραχθος -η, -ο· δυστυχής, συφοριασμένος, κακότυχος. («μαύρος κι άραχλος», που λέει ο λαός μας)

αργαλειός = 1. ο υφαντικός ιστός, το κύριο όργανο της υφαντικής· 2. οποιοδήποτε εργαλείο· 3. το αντρικό μόριο· 4. είδος παιχνιδιού των παιδιών· 5. ο μηχανορράφος, ο ραδιούργος.

αργαστήρι =  το εργαστήρι.

άργητα, η  = καθυστέρηση, αργοπορία

αργιολόϊ = είδος κρησάρας, όπου έβαζαν καρπούς δημητριακών για καθάρισμα

άρεθε = άρεσε

αριά = αραιά

αρίδι = μικρό τρυπάνι    

άρμη = η άλμη: 1. το θαλασσινό νερό, και ιδιαίτερα το νερό τής αλυκής, που έχει υποστεί μερική εξάτμιση· 2. λεπτό στρώμα αλατιού που απομένει στο σώμα ή το έδαφος ύστερα από την εξάτμιση τού θαλασσινού νερού· 3. νερό μέσα στο οποίο έχει διαλυθεί αλάτι, σαλαμούρα· || (αρχ.) 1. το νερό τής θάλασσας, η θάλασσα· 2. η αλμυρότητα τού εδάφους ως στοιχείο τής κακής του ποιότητας.

αρχίνημα = αρχίνισμα (αρχινισμένο = έχει αρχίσει, είναι στην αρχή, ξεκινημένο)

αρχόντοι = άρχοντες

αρωτώ = ερωτώ, ρωτώ

ασθενικιά = ασθενική

ασκεδίαστα = ασχεδίαστα

ασκέρι= 1. σώμα στρατού τακτικού ή άτακτου· 2. (μτφ.) πολυμελής ομάδα ή οικογένεια.

ασκημος, η, ο = άσχημος, η, ο

ασκητάδες = ασκητές, μοναχοί

ασκηταριό = το [ασκητής]· η κατοικία του ασκητή.

ασουλούπωτος, η = ανοικοκύρευτος, η 1. αυτός που δεν έχει σουλούπι, δηλαδή καλή εξωτερική εμφάνιση, ο άκομψος, ο απεριποίητος· 2. (για πράγματα) ο κακοφτιαγμένος

αστενικός = ασθενικός(αστενικιά = ασθενικιά, ασθενική

αστράχα = το κενό μεταξύ κεραμιδιών και τοίχου

αστροπή = αστραπή

ασυλλογησιά = ανοησία, απρονοησία

ασυναίστητα = ασυναίσθητα

ατοί = εαυτοί («Να μετανοιώσετε ατοί σας…»)

αυγατίζω = αυξάνω, πολλαπλασιάζω

αυγινή = πρωϊνή

αυτουνού = αυτού του ανθρώπου

αφανίζω= εξαφανίζω (αφάνιζε = εξαφάνιζε)

αφαρπάζομαι= είμαι ευερέθιστος (αφαρπάζεσαι = αρπάζεσαι, γίνεσαι νευρικός, οξύθυμος, θυμώνεις)

αφιονίζω= ναρκώνω

αφιονισμένος = από το αφιονίζω [αφιόνι]· 1. ναρκώνω κάποιον με αφιόνι· 2. (μτφ.) α) αποπλανώ, εξαπατώ· β) εμποτίζω κάποιον με ορισμένες ιδέες, φανατίζω.

αφορκισμός = αφορισμός: 1. αξίωμα, ορισμός σύντομος και ακριβής· 2. εκκλησιαστική ποινή που σημαίνει την πρόσκαιρη ή ισόβια αποκοπή κάποιου πιστού από το σώμα της Εκκλησίας· || (αρχ.) διάκριση, ορισμός.

αχαΐρευτος = 1. όποιος δεν έκανε ή δεν είναι ικανός να κάνει χαΐρι, ο ανεπρόκοπος· 2. ο άτυχος, ο κακότυχος· 3. δύστροπος, κακός· 4. (για ζώα και φυτά) καχεκτικός, αδύνατος· 5. (το ουδ. ως ουσ.) (ευφημ.) το αχαΐρευτο· το γεννητικό όργανο.

αχαμνός, ή, ό = 1. πλαδαρός, μαλακός· 2. χαλαρός· 3. ασθενικός, αδύνατος· 4. αδύνατος, ισχνός· 5. άρρωστος· 6. βλαβερός· 7. (για λόγια) ασθενικός, σιγανός· || (νεοελλ.). Ι. (φρ.) «το αχαμνό μέρος»· γυναίκα ή ανύπαντρη κόρη που χρειάζεται προστασία· II. (το ουδ. ως ουσ.) 1. ατύχημα, κακό· 2. (πληθ.) α) οι όρχεις· β) η βουβωνική χώρα· III. (το ουδ. ως επίρρ.) αχαμνά· 1. χωρίς ένταση, ασθενικά· 2. χαλαρά· 3. (φρ.) «είμαι…» ή «βρίσκομαι αχαμνά»· είμαι άρρωστος.

άχνα = 1. αχνός, ατμός· 2. ελαφριά πνοή, αναπνοή· 3. (φρ.) «δεν βγάζω άχνα»· δεν μιλάω καθόλου, σωπαίνω.

άχνη = άχνα, μιλιά

αχνός = ο όρος σημαίνει κατά βάση ισχνός και δεν έχει σχέση με την άχνα, τον αχνό. («τ’ αχνό του πρόσωπο», λέει ο Κωστής Μπαστιάς, στον «Παπουλάκο», σελ. 127).

αχός = ήχος, βουητό

αχρόνιαγος = αχρόνιστος και αχρόνιαστος, -η, -ο· 1. αυτός που δεν χρόνισε, που δεν συμπλήρωσε ακόμη ένα έτος· 2. (σε κατάρα) εκείνος που μακάρι να μη χρονίσει, να πεθάνει πριν περάσει ο χρόνος.

άχτι = το· 1. επιθυμία για εκδίκηση· 2. σφοδρή επιθυμία, πόθος.

αψηφώ= περιφρονώ, δεν λαμβάνω υπόψη 

βαγγέλιο = Ευαγγέλιο

βαγένι = βαρέλι με κρασί

βαλαντωμένος= στενοχωρημένος συνήθως από ερωτική απογοήτευση

βαλμάς = 1. αυτός που τρέφει άλογα, γαϊδούρια, βόδια, βουβάλια κ.λπ. 2. εκείνος που τρέφει άλογα και τα νοικιάζει για αλώνισμα και άλλες γεωργικές εργασίες· 3. αυτός που κατευθύνει τ’ άλογα κατά το αλώνισμα· 4. ο γκιόνης.

βάνω = βάζω

βαρειά = βαριάη· (Μ βαρέα)· βαρύ, μεγάλο σιδερένιο σφυρί.

βαρέλα = βαρέλι για νερό

βαριοπούλα = μικρή βαρειά

βαρυγόμια = βαρυγκόμια, δυσανασχέτηση, γογγυσμός

βαρυτόπι = ή βαρυτοτόπι: παιχνίδι που έπαιζαν με τόπι τυλιγμένο με κουρέλια. (Αρχαίο παιχνίδι, που μνημονεύει και ο Ιάκωβος Φάλκε στο έργο του: «Ελλάς»)

βασκανία = μάτιασμα (βλέπε λέξη βάσκανος)

βάσκανος  = (AM βάσκανος, -ον)· 1. κακός, κακεντρεχής, που έχει κακό μάτι («βάσκανος μοίρα»)· 2. (για μάτια) αυτός που φέρνει βασκανία, που ματιάζει· || (αρχ.) 1. κακολόγος, υβριστής· 2. συκοφάντης, διαβολεύς· 3. μάγος.

βαφτισιμιά = βαπτιστικιά, βαπτισμένο παιδί, πνευματικό τέκνο

βγάνω = βγάζω (έβγανε – έβγαζε)

βελέτζα = η  βελέντζα· βαρύ μάλλινο κλινοσκέπασμα με κρόσια, φλοκάτη.

βερεσέδια= χρέη [βερεσές ο· Ι. 1. αγορά με πίστωση, πίστωση· 2. (πληθ.) οι βερεσέδες ή τα βερεσέδια· χρέη που οφείλονται σε έμπορο από αγορά με πίστωση· II. (επίρρ.) βερεσέ· χωρίς πληρωμή, με πίστωση (φρ. «πήρα βερεσέ το λάδι»)· III. (μτφ.) «τ’ ακούω βερεσέ»· δεν τα λαμβάνω σοβαρά υπ’ όψιν μου.

βίκος =  ο (Α βικίον, το και βικία, η)· το φυτό vicia sativa, κατάλληλο για κτηνοτροφή.

βιός = περιουσία

βίτσα, η = (Μ βίτσα)· 1. λεπτή και ευλύγιστη βέργα από δέντρο ή θάμνο· 2. μαστίγιο από σκοινί δεμένο σε κοντό ξύλινο ραβδί· 3. (φρ.) α. «βίτσα που σου χρειάζεται»· ξύλο που σου χρειάζεται· β. «χλωρή γυρίζ’ η βίτσα»· όσο είναι κανείς νέος έχει εύπλαστο χαρακτήρα.

βλαστημιά = βλασφημία

βλαφτικό = βλαπτικό

βλάφτω = βλάπτω

βλογημένος, η, ο = ευλογημένος, η, ο (βλογήσει = ευλογήσει)

βολά = φορά

βολεί = βολεύει

βόρβορος = βούρκος

βουβώνω = δεν μιλώ(βουβάσου = σταμάτα να μιλάς, μείνε άφωνος, βουβός).

βούκινο = το κέρατο που χρησιμοποιείται ως σάλπιγγα· || (νεοελλ.) (φρ.) «το κάνω βούκινο» ή «το βγάζω βούκινο»· διαδίδω ευρύτατα, διαλαλώ κάποιο μυστικό.

βουλοκέρι=  πλαστικό είδος σφραγίσματος επιστολών.

βουτσί = βαρέλι με κρασί

βρίσκουμαι = βρίσκομαι

βυζανιάρικο = παιδί που βυζαίνει, θηλάζει

γαλέτα = η· 1. είδος ψωμιού που έχει ψηθεί δυο φορές, παξιμάδι στρογγυλό ή τετράγωνο· 2. (ναυτ.) το άκρο τού καταρτιού σε σχήμα ρόμβου.

γάνωμα  = από το γανώνω : (AM γανόω, -ώ)· κασσιτερώνω, καλύπτω την εσωτερική επιφάνεια χάλκινων σκευών με ρευστό κασσίτερο.

γάστρα = και γάστρη, η)· 1. η γλάστρα· 2. τα μέρη τού σκάφους που βρίσκονται κάτω από την ίσαλο γραμμή, η πλεούσα || (νεοελλ.) πήλινο ή σιδερένιο ημισφαιρικό σκεύος με το οποίο σκεπάζουν φαγητό για να ψηθεί πάνω στη θράκα· || (αρχ.) το εξογκωμένο μέρος δοχείου ή αγγείου.

γδικιωθεί = εκδικηθεί

γειάνω =γίνομαι καλά, θεραπεύομαι (γειάνει = υγιαίνει, γίνεται καλά)

γεννήματα = συγκομιδή καρπών, συνήθως σιτηρών

γερόντοι = γέροντες

γητειά = και γητιά και γηθειά και γηθιά, η και γήτεμα, το [γητεύω]· 1. μαγική επωδή, ξόρκι· 2. τα μάγια, τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για τα ξόρκια· 3. θέλγητρο, γοητεία.

γιάνανε= θεράπευσαν

γιάνω= γίνομαι καλά, θεραπεύομαι (έγιανε = έγινε καλά)

γιατίς = γιατί

γιδίσιο = από γίδι

γινούμενα= γινόμενα, αυτά που γίνονται ή πραγματοποιούνται (γινούμενο = πραγματοποιούμενο)

γιόμα = απόγευμα

γιοματάρι =  το· κρασί από βαρέλι που ανοίχτηκε πρόσφατα.

γιομάτος = γεμάτος (γιόμισε = γέμισε)

γιούκος=  ρούχα στιβαγμένα το ένα πάνω στ’ άλλο.

γιουρούσι = 1. έφοδος, εφόρμηση· 2. κατάχρηση, σφετερισμός

γιούρτα = μακρύ φόρεμα χωρίς μανίκι.

γιοφύρι = γεφύρι

γιωργαλίτικο = γεωργαλίτικο, γρήγορο άλογο.

γκαστριά =γυναίκα σε εγκυμοσύνη(γκαστρώθη = γκαστρώθη(κε), έμεινε έγκυος).

γκλαβανή = και κλαβανή και κλιβανή, η· 1. οπαίο τής στέγης που κλείνει με κινητή πλάκα ή σανίδα και χρησιμεύει για φωτισμό, αερισμό ή έξοδο στο δώμα· 2. καταπακτή τού ισόγειου πατώματος που βρίσκεται πάνω από σκάλα και χρησιμεύει για την κάθοδο στο υπόγειο.

γκρεμνός = γκρεμός, κρημνός

γλέπω = βλέπω, τηρώ, παρατηρώ

γλήγορα = γρήγορα

γλίνα = η (Μ γλίνη)· 1. λίπος που βγαίνει από τον βρασμό κρεάτων και κυρίως χοιρινών· 2. στρώμα που σχηματίζεται στην επιφάνεια κρύου λιπαρού φαγητού ή μένει στα τοιχώματα τού μαγειρικού σκεύους· 3. χοιρινό λίπος στο οποίο συντηρούνται καρυκευμένα κρέατα (σύγγλινα)· 4. λίγδα· 5. γλοιώδης ζύμη πηλού· 6. αργιλότοπος (γλιστερός λόγω υγρασίας)· 7. άνθρωπος με γλοιώδη χαρακτήρα· 8. το φυτό ροκέλλη η φύκοψις, λειχήνα.

γλυκάδι = (Α γλυκάδιον, Μ γλυκάδιν)· 1. γλύκισμα· 2. (κατ’ ευφημισμό) το ξίδι· || (νεοελλ.) (πληθ.) τα γλυκάδια· 1. αδένες τού σφαχτού, κυρίως του λαιμού και τού παγκρέατος· 2. οι όρχεις.

γλυκοσαλιάσματα = σαλιαρίσματα

γνέμη = γνώμη

γογγύλι = το (Α γογγύλη και γογγυλίς, η· Μ γογγύλιν, το) [γογγύλος]· είδος λάχανου με στρογγυλό υπόγειο βλαστό.

γούβα = λακούβα

γουβί= τάφος («τούφτιαξε το γουβί του»)

γουρμιασμένο = και γουρμασμένο, ωριμασμένο

γούρμιο = ώριμο, γινωμένο.

γουρνοτσάρουχο =γουρουνοτσάρουχο: υπόδημα φτιαγμένο από  δέρμα χοίρου.

γουρουνίτσα= παιχνίδι που μοιάζει με το γκολφ

γροικώ = (α)γροικάω) 1. εννοώ, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, αναγνωρίζω· 2. αισθάνομαι, νιώθω· 3. έχω την αίσθηση τής ακοής, ακούω· 4. υπακούω, πείθομαι.

γυναίκειες = γυναικείες

γυναικωνίτης = συνήθως το μέρος που λειτουργούνταν οι γυναίκες στην εκκλησία.

δαιμόνοι = δαίμονες

δανεικαριά = δανεικά

δαυλί = δαυλός

δέση = η (AM δέσις) [δω]· 1. το δέσιμο, η σύνδεση· 2. δέσμευση· 3. συναρμογή, συγκόλληση πολύτιμου λίθου σε κόσμημα· 4. πλοκή, σύνδεση δραματικού έργου· || (μσν.-νεοελλ.) 1. το σημείο όπου το νερό τού ποταμού διοχετεύεται στο μυλαύλακο· 2. ενότητα, σύνδεσμος· || (νεοελλ.) φράγμα ποταμού· || (αρχ.) 1. βαλάντιο· 2. (για φυτά) αρμός, άρθρωση.

δημοσιά = δημόσιος δρόμος

διαβατικός= διαβάτης, στρατοκόπος

διακονιάρης =  ζητιάνος

διάκοψε = διέκοψε

διάνεμα = και γιάνεμα, το [διανεύω]· 1. νεύμα, γνέψιμο· 2. σχήμα ή περίγραμμα αντικειμένου που κινείται· 3. φευγαλέα κίνηση, διαβατική μορφή.

διαφεντεύω = διαυθεντεύω, δηφενδεύω, δεφενδεύω, δεφεντεύω, διαφεδεύγω, διαφενδεύω, διαφεντεύω, διαφεντεύγω· 1. προστατεύω, υπερασπίζω, υποστηρίζω· 2. κυβερνώ, εξουσιάζω, διαχειρίζομαι.

δικριάνι = το δικράνι  ξύλινο ή σιδερένιο εργαλείο για λίχνισμα αχύρων στο αλώνι.

δίμιτος= 1. (για ύφασμα) αυτό που υφαίνεται με δύο μίτους, κλωστές· 2. (φρ.) «δίμιτη περιέλιξη», «δίμιτη συνδεσμολογία»· διάταξη με δύο μεμονωμένα, παράλληλα σύρματα που διαρρέονται από διαφορετικό ρεύμα. [Από τις λέξεις:  δι + μίτος  (= νήμα)].

διμούτσουνοςη, -ο = αυτός που έχει δύο μουτσούνες (συνήθως για πυροβόλα με δύο κάννες, όπως το δίκαννο κυνηγετικό ή η δίκαννη πιστόλα που κυρίως λέγεται διμούτσουνη.

δίπατος = με δύο πάτους («δίπατο σπίτι» = σπίτι με δύο ορόφους).

δισάκκι = το (AM δισάκκιον)· 1. δύο μικροί υφασμάτινοι ή δερμάτινοι σάκκοι ενωμένοι στο στόμιο τους· 2. σάκκος, ταγάρι· || (νεοελλ.) (στρ.) διπλός ατομικός σάκκος ιππέων και πυροβολητών όπου τοποθετούν τα ατομικά τους είδη.

δισταχτικός = διστακτικός

δούλεψη = υπηρεσία [δουλώνεστε = (υπο)δουλώνεστε]

δραγατεύω= είμαι δραγάτης

δραγάτης = ο (θηλ. δραγάτισσα, η) (Μ δραγάτης)· αγροφύλακας και κυρίως αμπελοφύλακας  (βλ. δραγατεύω].

δράμι = και δράμιο, το (Μ δράμιον)· 1. μονάδα βάρους ίση με το ένα τεσσαρακοστό τής οκάς· το δράμι αντιστοιχεί σε 3,203 γραμμάρια· 2. ελάχιστη ποσότητα («δεν έχει δράμι μυαλό

δράμω= βαδίζω, πηγαίνω στο δρόμο (δράμει = πάει, προχωρήσει, περπατήσει  δράμανε = πήγανε στο δρόμο)

δρασκελίζω = και δρασκελώ (-άω) (Μ δρασκελίζω και δρασκελεύω και δρασκαλεύω) 1. διαβαίνω πάνω από κάτι έχοντας τα σκέλη ανοιχτά· 2. μετρώ απόσταση με διασκελισμούς

δριμόνι = και δριμόνι και δρομόνι, το [δέρμα]· κόσκινο με μεγάλες τρύπες για το καθάρισμα τών δημητριακών καρπών από ξένες ουσίες, αρολόγος

δρόλαπας = και δρολάπι, το· ραγδαία βροχή με παγωμένο άνεμο, ανεμοβρόχι, θύελλα.

δύνεται = δύναται

δυχατέρα = θυγατέρα

δώκαν = έδωσαν

έγνοια = έννοια

εδεκεί  = εκεί ακριβώς

εδώθε = προς τα εδώ

εδωπά = εδώ ακριβώς

εδωπέρα = προς τα εδώ, στη δική μας πλευρά

εκείθε = προς τα εκεί

ελόγου σου = εσύ ο ίδιος

εμπατή = και αμπατή, η· 1. είσοδος σε υπόγειο από την οροφή του, καταρράχτης· 2. υπόγειο.

εμπορευάμενος= είναι έμπορος (εμπορευάμενου  = εμπορευόμενου, εμπόρου)

έμπυο = πύον: υγρό, αδιαφανές, φλεγμονώδες εξίδρωμα, πλούσιο σε αλλοιωμένα πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα ύστερα από φαγοκυττάρωση στην εστία μιας φλεγμονής·

εναγώνια = εν αγωνία, με αγωνία («μ’ εναγώνια έκφραση»)

ενεργούμενο = πειθαρχημένο

ενού = ενός

έντογιας = νάτος

εξόν = εκτός

εργοχειριάστης· αυτός που κάνει χειρωνακτική εργασία.

εργοχειρίζω= κάνω χειρωνακτική εργασία

έρτουν = έρθουν

έρχουμαι = έρχομαι

ευγενεία σου = ευγένειά σου, καλοσύνη σου

ευκή = ευχή

ευτύς = ευθύς

εφτάγερος = πολύ γερός και δυναμωμένος (επτά φορές γερός)

εφτούνος = αυτός

εχτός= εκτός

ζα= τετράποδα ζώα

ζαγάρι = το ζαγάριον και ζαγάριν· κυνηγετικό σκυλί· || (νεοελλ.) 1. άνθρωπος αγροίκος, ευτελής· 2. ζώο κατοικίδιο ή μικρό ζώο που ζει στο δάσος.

ζαλιά, η = φορτίο από ξύλα ή φρύγανα, το οποίο βαστάζει κάποιος στους ώμους, αλλιώς:  ζαλίκι.

ζαλούκα = καλλικούτσα (μεταφορά ανθρώπου στον ώμο συνανθρώπου)

ζαμάνι = το· (φρ.) «χρόνια και ζαμάνια»· πολύς καιρός, μεγάλο χρονικό διάστημα.

ζάφτι = και ζάπτι και ζάπι, το (Μ ζάφτι και ζάπτι)· 1. κατάληψη· 2. περιορισμός, «μέτρο», φειδώ· 3. (φρ.) «κάνω ζάφτι» ή «κάνω ζάπι»· καταβάλλω, δαμάζω, επιβάλλομαι, κάνω κάποιον υποχείριο.

ζεματισμένος, η, ο = καυτός, ή, ό.

ζεμένο =ζώο δεμένο (: ζωμένο) στο χωράφι. Προφανώς η λέξη είναι παραφθορά του ρήματα ζώνω (ζωσμένος > ζωμένος > ζεμένος)

ζεμπερέκι = και ζουμπερέκι, το· μπετούγια πόρτας που μοιάζει με μοχλό και υψώνεται με πίεση τού αντίχειρα.

ζερβός = αριστερός (ζερβά = αριστερά, ζερβί = αριστερό)

ζεστοκοπηθώ =ζεσταθώ.

ζευγάς:ο [ζεύγος] =  1. αυτός που έχει ζεύγος βοδιών που καλλιεργούν τη γη, ο ζευγολάτης· 2. (παροιμ.) «ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς» ή «ή ζευγάς ζευγάς ή καθάριος μυλωνάς»· δεν πρέπει να περισπάται κάποιος σε ασυμβίβαστες ασχολίες.

ζέχνω = βρωμάω

ζητιανιά = επαιτεία

ζήτουλας = ζητιάνος, διακονιάρης, επαίτης

ζίλι =το· 1. ταμπούρλο· 2. κρόταλο χορευτή ή χορεύτριας· 3. (στον πληθ.) τα ζίλια· τα δύο χάλκινα στρογγυλά κρόταλα, με τον ήχο τών οποίων συνοδεύονται τα κάλαντα.

ζορίζω= δυσκολεύω (ζορίσουνε = δυσκολέψουνε)

ζουγράφος= ζωγράφος

ζουλάπι = και ζ’λάπι, το (Μ ζουλάπι[ν])· (νεοελλ.) 1. άγριο ζώο, ιδίως ο λύκος· 2. (υβριστ. για πρόσ.) βλάκας, χαζός· || (μσν.) φαρμακευτικό αφέψημα.

ζούλια =ζήλεια

ζύγι = και ζύγιο, το (AM ζύγιον, Μ και ζύγιν και ζυγίν)· 1. η εξακρίβωση και ο καθορισμός με σταθμά τού βάρους ενός σώματος, ζύγισμα, ζύγιασμα, ζυγοστάθμιση· 2. (στον πληθ.) τα ζύγια ή ζυγά· τα εγκάρσια καθίσματα που ενώνουν τις απέναντι πλευρές πλοίου ή λέμβου· || (νεοελλ.) 1. ποσότητα ομοειδών πραγμάτων που ζυγίζεται μ’ ένα ζύγισμα («ένα ζύγι κάρβουνα»)· 2. (μτφ.) η θεία θέληση, η ροπή τής τύχης («αν φέρουν οι καιροί που ‘ναι στο ζύγι απάνω και τελειωθούν οι χρόνοι μου στα ξένα», Ερωτόκρ.)· 3. το μικρό βάρος που αναρτάται από το νήμα τής στάθμης, η μολυβήθρα, το βαρίδι· 4. (στον πληθ.) τα ζύγια· α) τα βάρη τών επιμέρους ζυγισμάτων ομοειδών εμπορευμάτων που καθορίζονται σε σταθμά («έχω 100 ζύγια σταφίδα»)· β) τα δύο ή τρία μικρά νήματα με τα οποία ο χαρταετός προσδένεται στο νήμα ανυψώσεως· γ) (φρ.) (για τελωνειακούς υπαλλήλους) «υπηρετεί στα ζύγια»· υπηρετεί στο τμήμα όπου γίνεται ο έλεγχος τού βάρους τών δασμολογούμενων εμπορευμάτων· || (νεοελλ.-μσν.) 1. μικρός ζυγός, πλάστιγγα, ζυγαριά («κρατεί στην χέραν της… το ζύγιν», Ερωτόκρ.)· 2. (στον πληθ.) τα ζύγια· τα σταθμά, διάφορα μέτρα βάρους («ζύγια βενέτικα», «ζύγια πολίτικα», «ζύγια εγγλέζικα»· μέτρα βάρους με βασική μονάδα, αντίστοιχα, τη βενετική, κωνσταντινουπολίτικη ή την αγγλική λίτρα.

ζυγώνω = πλησιάζω

ζω,το= τετράποδο ζώο

ζωντανά, τα = ζώα (συνήθως τα γαϊδούρια, μουλάρια και άλογα)

ζωσμένος = κυκλωμένος, πολιορκημένος

ημεράδα = ηρεμία, νηφαλιότητα

ήρτες = ήρθες

θαλασσοδερνόταν =θαλασσοδέρνονταν

θάμα = θαύμα

θαματουργό = θαυματουργό

θαμποχαράζει = γλυκοχαράζει το πρωϊνό

θαρρετά = με θάρρος και παρρησία

θεληματικά = με τη θέληση, εκούσια

θέμε = θέ(λου)με.

θένε = θέ(λου)νε.

θεοτικό= που είναι του Θεού(«θεοτικά γράμματα» έλεγε ο Παπουλάκος σε αντίθεση με «τα άθεα γραμματα» τα οποία στηλίτευε).

θεριακλής = ο, θηλ. θεριακλού και θεριακλίδισσα· 1. αυτός που κάνει χρήση θηριακής, ο οπιομανής· 2. αυτός που αγαπά με πάθος κάτι, ο μανιώδης για κάτι («θεριακλής τού καφέ»).

θεριό = θηρίο

θέτε = θέ(λε)τε.

θημωνιά = και θημωνία και θεμωνιά (ΑΜ θημωνιά και στον Ησύχ. και θειμωνία και θημονιά) [θημών]· (νεοελλ.-μσν.) ο σωρός που σχηματίζεται από δεμάτια θερισμένων σιτηρών ή χόρτων· || (αρχ.) κάθε σωρός.

θλίβουμαι = θλίβομαι

θροφή = τροφή

ιγέ!.. =  και υγέ: επιφώνημα εκπλήξεως (ενδεχομένως η λέξη να είναι παραφθορά του όρου υγεία)

ινάτι =γινάτι και γενάτι,  το· 1. πείσμα, ισχυρογνωμοσύνη· 2. αντιπάθεια που προέρχεται από πείσμα, εχθρική διάθεση, μίσος («τόν πιάσανε τα γινάτια»)· 3. (παροιμ.) «το γινάτι βγάζει μάτι»· το πείσμα οδηγεί σε απάνθρωπη συμπεριφορά ή βλάπτει τον ίδιο τον πείσμονα.

ίσκα =και ήσκα και ύσκα: 1. κοινή ονομασία μύκητα που αναπτύσσεται κυρίως πάνω σε οξιές, βαλανιδιές και καρυδιές· 2. η ξεραμένη σάρκα τού ομώνυμου μύκητα η οποία χρησιμοποιείται ως προσάναμμα.

ισκιερός = που έχει ίσκιο, δροσερός

ιστοράει = ιστορεί, διηγείται, αφηγείται

κα = κάτω

καβαλίνες = περιττώματα ζώων, ιδίως

καβαλλαρέοι = καβαλλάρηδες, ιππείς

καδένα= η (Μ καδένα)· 1. αλυσίδα λεπτή (ρολογιού κ.λπ.) ή χοντρή (βαποριού)· 2. δεσμά, φυλακή· 3. περιδέραιο, κόσμημα· 4. αλυσίδα που κλείνει την είσοδο λιμανιού· || (μσν.) δοκάρι που συνδέει τις πλευρές καραβιού στο μέγιστο πλάτος του.

καζάρμα, η = στρατώνας.

καζούρα η =πείραγμα, φάρσα για γελοιοποίηση κάποιου.

καθάριο = στάρινο αλεύρι.

καθενού = καθενός

κάθικο = καθίκι, είδος δοχείου

κάθισμα = συνήθως υπαίθριος χώρος αναπαύσεως ποιμένων στα βουνά.

κάθουμαι = κάθομαι, αναπαύομαι

κακάβι= χωριάτικο καζάνι που καλείται και λεβέτι.

κακάρισμα = το λάλημα των πετεινών // και καρκαρίζω (Μ κακαρίζω)· 1. (για κότες) κράζω κα-κα-κα· 2. (μτφ.) φλυαρώ θορυβωδώς.

κακόπαθος = βασανισμένος

κακορίζικος= χωρίς καλή μοίρα, άμοιρος

κακοτυχιά = κακοτυχία

καλαπόδι= σιδερένιο εργαλείο επισκευής υποδημάτω.

καλιβώνω = καλιγώνω: ο καλιβωτής: αυτός που έχει ως επάγγελμα να καλιγώνει, πεταλωτής, αλλιώς  αλμπάνης.

καλογερίστικο =  αυτό που ανήκει ή ταιριάζει σε μοναχό

καλοζωϊσμένος = που κάνει καλή ζωή, καλοφαγωμένος

καλοστεκάμενος = καλοστεκούμενος

κάλπης = ο, θηλ. κάλπισσα· κίβδηλος άνθρωπος, απατεώνας, ψεύτης.

καλυτέρεμα = καλλιτέρευση

καλυτέρεψη= καλυτέρευση

κάμαρη – κάμαρα, δωμάτιο

καματερός = 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον κάματο, καματάρικος, ο κατάλληλος για κοπιαστική δουλειά («άλογα καματερά»)· 2. (το θηλ. ως ουσ.) η καματερή· εργάσιμη μέρα, καθημερινή· 3. (το ουδ. ως ουσ.) το καματερό· α) βόδι κατάλληλο για όργωμα· β) οι μεταξοσκώληκες· γ) το πεύκο· || (νεοελλ.) φιλόπονος, προκομμένος, εργατικός· || (μσν.) 1. (το ουδ. ως ουσ.) τo καματερόν· γη καλλιεργήσιμη με άροτρο, χωράφι· 2. (για φορτηγά πλοία) κατάλληλος για φόρτωμα («καράβια καματερά», που λέει ο ποιητής)

καμπόσοι = αρκετοί

καμωμένη = φτιαγμένη, κατασκευασμένη

καμώνεται= προσποιείται, τάχα μου, τάχα μου(καμώθηκε = προσποιήθηκε, υποκρίθηκε, καμονόνταν = προσποιούνταν)

κάνιστρο = και κανίστρι, το (Α κάνιστρον και κάνιτρον και κάναστρον και κάνυστρον και κάναυστρον)· ευρύ και αβαθές καλάθι πλεγμένο από καλάμι ή λυγαριά, κανίσκι, πανέρι· || (αρχ.) πήλινο αγγείο, πινάκιο με σχήμα κανίστρου.

καντηλέρι  =καντήλι

καντούνι, το = καντόνιον, γωνία· || (νεοελλ.) στενό δρομάκι.

κάπελας = ταβερνιάρης

καπότα,η = είδος πανωφοριού, που έφτιαχναν από μαλλί γίδας. Την ράβανε και την ρίχνανε στη νεροτριβή.

κάποτες= κάποτε (καπότες = κάποτε)

καραμούτζα = η καραμούζα (και καρλαμούζα)· (νεοελλ.)· ζουρνάς· || (μσν.) γκάιντα.

καραούλι = 1. φρουρά, φυλάκιο, βάρδια· 2. φρουρός, σκοπός, φύλακας· 3. (συνεκδ.) παρατηρητήριο, σκοπιά, βίγλα· 4. (φρ.) «κρατώ καραούλι» ή «φυλάω καραούλι»· α) φρουρώ, φυλάγω· β) ενεδρεύω, παραμονεύω, στήνω καρτέρι.

καρδάρα = καρδάρι: δοχείο για το άρμεγμα τών ζώων, μικρή καρδάρα

καρύτζαφλος= το καρύδι  του λαιμού. Στα χωριά των Καλαβρύτων, όταν έσφαζαν τα γουρούνια, το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να βγάζουν το καρύδι του λαιμού του χοιρινού, που πολλοί το λένε «καρύτζαφλο» και να το ψήνουν στη φωτιά. Ακόμη και σήμερα πολλοί λένε: «θα του στρίψω το καρύδι» ή «θα σου βγάλω τον καρύτζαφλο»

κασέλα, η = κιβώτιο επίμηκες και βαθύ όπου φυλάγονται κυρίως τα είδη ρουχισμού, σεντούκι, μπαούλο· || (νεοελλ.) (στα ελαιοτριβεία) δοχείο μέσα στο οποίο χύνεται από το πιεστήριο το λάδι ανάμικτο με νερό.

κασόνι: μέρος που τοποθετούν διάφορα είδη

καταλαγιάζω =και καταλλαγιάζω· 1. κάνω κάποιον να ησυχάσει, κατευνάζω, καταπραΰνω· 2. (αμτβ.) ησυχάζω, ηρεμώ· 3. (για πρόσ.) κατακλίνομαι, αναπαύομαι.

κατάματα = κατ’ ευθείαν στα μάτια

κατάπληχτος = κατάπληκτος

καταπλούμιστος = γεμάτος στολίδια, πλουμισμένος

καταρράχτης = συνήθως το ειδικό άνοιγμα στο ταβάνι της οικίας.

κατάσπρα = κάτασπρα, ολόλευκα

κατάφατσα = πρόσωπο με πρόσωπο

καταφέρνουνται = καταφέρονται

καταφονιαστηκε = βρυκολάκιασε ( περίπτωση νεκροφάνειας)

καταφρόνια, η  =  1. καταφρόνηση, περιφρόνηση· 2. ταπείνωση, εξευτελισμός

καταχωνιάζω = 1. χώνω βαθιά, κατακαλύπτω με χώμα, θάβω· 2. κρύβω, εξαφανίζω («πού τό καταχώνιασες πάλι το βιβλίο μου;»)· 3. καταπίνω, καταβροχθίζω

καταχωνιασμένος = ενταφιασμένος

κατεβασιά = τα ορμητικά νερά χειμάρρου ή άλλου ξεροπόταμου που έρχονται κατόπιν μεγάλης βροχής.

κατζίκι = κατσίκι

κατηγόραε = κατηγορούσε

κατηγόρια = κατηγορία

κατρουλήθρα = είδος χόρτου που χρησιμοποιόταν για σκούπισμα των αλωνιών

κατσιαβός = κατσιασμένος, ισχνός.

κατσικοπόδαρος = 1. αυτός που έχει πόδια κατσίκας, τραγοπόδαρος· 2. (σκωπτικός χαρακτηρισμός ανθρώπων) αυτός που έχει πολύ ισχνές κνήμες· 3. (το αρσ. ως ουσ.) ο κατσικοπόδαρος· α) ο καλικάντζαρος· β) ο διάβολος· 4. (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ.) ο κατσικοπόδαροςη κατσικοπόδαρη· άνθρωπος που φέρνει κακοτυχία, γρουσούζης.

κατσιφάρα = η καταχνιά (και καταχνία και κατεκνιά)· ομίχλη, ομιχλώδης καιρός· || (νεοελλ.) 1. (μτφ.) ζάλη· 2. θλίψη, μελαγχολία· || (μσν.) σκοτούρα, φροντίδες.

κατσούλα = είδος καπέλου

CUL-HUB

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.