Το βελούδινο γάντι του Λεβιάθαν

από Διονύσης Δρόσος 

Η σκέψη του π. Νικόλαου αποποιείται τις ευκολίες. Και το κάνει αυτό με την αρχοντιά και τον αυτοσεβασμό του ανθρώπου ο οποίος με πόνο σπουδάζει τον κόσμο του. Ο κόσμος του είναι ο «Ελληνο-δυτικός κόσμος». Ευθύς εξ αρχής, λοιπόν, ο όρος αυτός μας ειδοποιεί ότι το καράβι στο οποίο ο συγγραφέας μας κάλεσε να επιβιβαστούμε δεν θα ανεβάσει σημαία ευκαιρίας και δεν θα πιάσει λιμάνι ούτε στο προστατευόμενο, κατά κόρον προβαλλόμενο και αδρά επιχορηγούμενο ‘project’ της εθνικής μας κατάθλιψης, της κλάψας του τύπου «η δυστυχία να μην είσαι Δυτικός». Ούτε όμως θα αναζητήσει απάγκιο στο, παραπληρωματικό του πρώτου, λιμανάκι της γραφικότητας και της εθελοτυφλούσας και αυτάρεσκης ψευδο-αυτάρκειας. Ζούμε λοιπόν σε έναν κόσμο Ελληνο-Δυτικό. Έναν κόσμο όπου μοιραζόμαστε και διαχειριζόμαστε μια τεράστια πνευματική και πολιτισμική κληρονομιά, η οποία παρά τις διαφοροποιήσεις και τις διαφωνίες είναι ενιαία και κοινή στην Δύση, της οποίας μέρος είμαστε, καθώς είναι ενιαία και κοινά τα μεγάλα ζητήματα επί των οποίων αρθρώνονται οι αποκλίνουσες συζητήσεις και οι διαφωνίες.

Δεν είναι ισοπέδωση και ομοιότητα το κοινόν του πολιτισμού μας, αλλά διάλογος μεταξύ των διεστώτων. Λειτουργός δε της παράδοσης, είναι εκείνος που τρέφει τον διάλογο αυτόν. Κρίση δε και παρακμή της παράδοσης του πολιτισμού, η διακοπή της κριτικής αυτής επικοινωνίας, η απομόνωση, ακινητοποίηση και ειδωλοποίηση όψεων και ψηγμάτων του, που καταδικάζονται στη δύσπνοια της μονολογικής ναρκισσιστικής τους αυτό-αναφορικότητας.

Ο π. Νικόλαος τιμά τον αναγνώστη του διττώς. Χειρίζεται έννοιες δύσκολες, αλλά χωρίς εκπτώσεις, ξέρει να γίνεται απολύτως σαφής. Αφ’ ετέρου, απευθύνεται  σε κάθε άνθρωπο του πολιτισμού μας και όχι μόνο στους ομοεθνείς και ομόδοξους, καθώς επιμένει να είναι ανοικτός σε διαθρησκευτικό και διαπολιτισμικό διάλογο. Γιατί έχει σημασία αυτή η στάση του συγγραφέα διανοούμενου; Στα καθ’ημάς, έχει σημασία και μάλιστα μεγάλη. Διότι στην πατρίδα μας έχει αναπτυχθεί και κατά κόρον προβάλλεται ένας τύπος διανοουμένου, ο οποίος απευθύνεται με υψωμένα φρύδι και δάκτυλο προς τους ιθαγενείς, για να τους κατακεραυνώσει που δεν είναι τόσο «δυτικοί» όσο θα όφειλαν. Θλιβερός επαρχιωτισμός βεβαίως, αν σκεφτεί κανείς πως αν το κοινό της ήταν εκείνο «που όφειλε να είναι», μια τέτοια ρητορική δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Ο διανοούμενος αυτού του τύπου έχει κάθε λόγο να υποβάλει στο κοινό του την ιδέα ότι υστερεί, διότι αυτό ακριβώς του δίνει λόγο ύπαρξης. Ποιο «δυτικό» κοινό θα διάβαζε ποτέ ένα βιβλίο που απευθύνεται σε ιθαγενείς, εξηγώντας τους ότι πως όλα τους τα δεινά θα εξαφανίζονταν αν είχαν γίνει τόσο «δυτικοί» όσο νομίζει πως είναι ο ίδιος ο συγγραφέας; Οι πόνοι και οι πληγές των ανθρώπων που βιώνουν την κρίση όλου του Ελληνο-Δυτικού πολιτισμού μένουν ανέγγιχτα, χωρίς σκέψη, χωρίς παραμυθία και χωρίς επίγνωση. Πόσο «δυτικός» μπορεί να είναι κάποιος που δεν αναγνωρίζει και δεν βιώνει τις οδύνες και τα προβλήματα του πολιτισμού του στο ιστορικό σήμερα, αλλά στήνει ένα είδωλο μιας α-ιστορικής δυτικής ταυτότητας, η οποία πλέον έχει διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη;

Ένα  φαντασμαγορικό μα κενό και νεκρό εντέλει είδωλο ενός υπερβατολογικού υποκειμένου, ενός κυριαρχικού εγώ, πριν το διαλύσει η ψυχανάλυση. Ένα παράδειγμα εξαντλημένο εκεί που γεννήθηκε, το οποίο όμως κρίνεται ως bon pour lorient και  προτείνεται ως σωτηρία για τους «καθυστερημένους» και υπανάπτυκτους ιθαγενείς. Ο ορισμός του επαρχιωτικού μεταπρατισμού. Για να καίει η φωτιά της σκέψης, για να είναι αληθινά κριτική, θα πρέπει να καταπιάνεται με τις αντινομίες του αντικειμένου της στην πλέον ανεπτυγμένη του μορφή. Γι αυτό το έργο του Λουδοβίκου μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες – αν δεν πρωτοδημοσιεύεται σε αυτές, καθώς μεγάλο μέρος του έργου του δεν υπάρχει ακόμα στα ελληνικά- και διαβάζεται και συζητιέται στη Δύση ως πλήρης μετοχή στην καρδιά της κοινής μας πολιτισμικής παράδοσης, μετοχή πολύτιμη που θεματοποιεί τα καίρια ζητήματα όπως βιώνονται στην πρώτη γραμμή του πολιτισμού αυτού σήμερα. Αξιοποιώντας την πλέον προχωρημένη βιβλιογραφία της δυτικής σκέψης, στο θεολογικό, ψυχαναλυτικό, κοινωνιολογικό, επιστημονικό και πολιτικο-φιλοσοφικό πεδίο, χρησιμοποιώντας παραβολές και παραδείγματα από τη λογοτεχνία, την επιστημονική φαντασία και τον σύγχρονο κινηματογράφο, αρθρώνει λόγο ζωντανό και λόγο κοινό που κοινωνεί σε κάθε μέτοχο του πολιτισμού μας, τον ανοιχτό προβληματισμό του για τα ζητήματα αιχμής, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι αυτή η ενεργός διατήρηση της διαλογικότητας είναι που παράγει την παράδοση την ίδια. Δεν είναι ένα «πράγμα» λοιπόν ο πολιτισμός για να τον πουλήσουμε ως καθρεφτάκι στους αδαείς ιθαγενείς, αλλά μια ζωντανή διαδικασία που περιλαμβάνει και την αντιπαράθεση των συνιστωσών του και την κριτική αμφισβήτηση όψεων του και τη συνεχή διερώτηση για τις αξίες του.

Κοινή λοιπόν η κρίση, κοινοί και οι κίνδυνοι εκτροχιασμού και παρακμής. Η δυστοπία του επερχόμενου «βελούδινου»- καθόσον τον ποθούν και τον εσωτερικεύουν ασμένως τα ίδια τα υποκείμενα – ολοκληρωτισμού είναι η πραγματική  πρόκληση για όποιον σκέπτεται και αναπνέει με τη γραμματική και τις αξίες του πολιτισμού αυτού. Από νωρίς μας προϊδεάζει ο συγγραφέας για το ψυχολογικό σημείο υποδοχής που κάνει βελούδινη την υφή της επερχόμενης τεχνο-ψηφιακής δικτατορίας: η εθελοδουλεία που κάνει τα υποκείμενα να προστρέχουν «ευτυχισμένα» και χαζοχαρούμενα στην κενή νοήματος λατρεία της παροντικής κατανάλωσης, πρόθυμα να πληρώσουν το πανάκριβο αντίτιμο της ίδιας της ελευθερίας τους. Η εθελοδουλεία αυτή, που υποσκάπτει ένδον και μειώνει μέχρι εκμηδενίσεως τον άνθρωπο, τρέφεται από τον Ναρκισσισμό. Οι άνθρωποι σπεύδουν να εκποιήσουν την ελευθερία τους στο όνομα της ελευθερίας πλέον και όχι στο όνομα της θυσίας εν όψει ενός υπέρτερου κοινοτικού νοήματος, όπως στις προηγούμενες μορφές ολοκληρωτισμού. Στο όνομα του παρόντος και όχι στο όνομα ενός προτάγματος για το μέλλον. Κάθε νόημα συρρικνώνεται και βυθίζεται στην ισοπεδωτική χοάνη της παροντικής «ευτυχίας». Ίσως θεωρηθεί βιαστικά από κάποιους πρόοδος αυτό, καθώς αποφεύγονται αμαρτίες του παρελθόντος, όμως «έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης».

Η εδώ και τώρα «ευτυχία», που η άλλη όψη της είναι η λήθη, η αποστροφή του βλέμματος από τον πόνο, από την αρνητικότητα εν γένει -think positive, μας διατάσσουν οι γκουρού της «επιτυχίας» και της «ευτυχίας»- και εν τέλει από τον θάνατο, η «ευτυχία» αυτή είναι πλέον το μοναδικό κοινό παγκόσμιο νόμισμα αναγκαστικής κυκλοφορίας. Το τρομοκρατικό There Is No Alternative ενός πολιτισμού που η ορμή του και η ρώμη του ήταν η ανοικτότητα σε τόσες τροπές και εναλλαγές. Δηλωτική βαθιάς πολιτισμικής παρακμής αυτή η «άρνηση της άρνησης», όχι πλέον με την παλιά, διαλεκτική εγελιανή σημασία της άρσης και σύνθεσης σε ανώτερο επίπεδο κατάφασης, αλλά ως άρνηση να σκεφτεί κανείς το αρνητικό, τον θάνατο. Όλοι οι πολιτισμοί -και κατ’εξοχήν το δικός μας- χτίστηκαν πάνω στη σπουδή θανάτου. Όχι στον φόβο και τον τρόμο, αλλά τη σπουδή του θανάτου. Όθεν το «απορείν και θαυμάζειν» της φιλοσοφίας. Από εκεί και η τραυματική βίωση της έλλειψης και το εράν προς τον άλλον. Από εκεί και ο λόγος ως διάλογος. Σήμερα αποστρέφουμε το βλέμμα από το αρνητικό, δεν το βρίσκουμε «παραγωγικό» να μελετάμε τον πόνο και τον θάνατο. Είναι υποχρεωτικό να είμαστε «ευτυχισμένοι»- «ευτυχιοκρατία» ονόμασαν αυτό το πνεύμα των καιρών τη Eva Illouz και ο Edgar Cabana. Και αυτό όχι ως αποτέλεσμα μιας πορείας προς ένα σκοπό. Όχι. Το αντίθετο μάλλον: πρέπει να είσαι ήδη «ευτυχισμένος» προκειμένου να είσαι επιλέξιμος και αξιοποιήσιμος – ως ιδιοκτήτης του κεφαλαίου που είναι ο εαυτός σου. Και αφού οφείλεις να είσαι «ευτυχισμένος» ανεξαρτήτως σκοπού, κανένας σκοπός πλέον δεν έχει νόημα. Τι πολιτισμό μπορούν να χτίσουν οι ήδη «ευτυχισμένοι», οι αποστρέφοντες το πρόσωπο από τον θάνατο; Παγιδευμένος στον Ναρκισσισμό του ο άνθρωπος πλέον σαγηνεύεται όλο και περισσότερο από το μηδέν.χ

Ποια είναι όμως τα πολιτισμικά ριζώματα αυτού του Ναρκισσισμού; Πώς επήλθε η βασιλεία του; Διότι δεν μπορεί κάτι τόσο τρομερό να ήλθε έξωθεν, να μην υπήρξαν, να μην καλλιεργήθηκαν, να μην προετοιμάστηκαν οι υποδοχές του.

Ίσως αιφνιδιάζει τον κοινωνικό ή τον πολιτικό επιστήμονα, η άμεσα θεολογική προσέγγιση του θέματος από τον συγγραφέα. Σύντομα όμως η έκπληξή του θα μεγαλώσει, καθώς θα συνειδητοποιεί πόσο λειψή θα ήταν -και είναι- η προσέγγιση του, αν αγνοούσε (και αγνοεί) ακριβώς τα θεολογικά ριζώματα του Ναρκισσισμού στον πολιτισμό μας. Ο π. Λουδοβίκος με εδραία και βασανισμένη γνώση της Ελληνικής και της Λατινικής Πατρολογίας, μας οδηγεί με λεπτότητα και δικαιοσύνη στην αναγνώριση αυτών των ιχνών. Με επίκεντρο τις διαφορετικές κατανοήσεις της έννοιας «αναλογία», επισημαίνει δομές αντίληψης που δημιουργούν κανόνα και αναπαράγονται μετέπειτα και στη μη θεολογική σκέψη. Ανιχνεύει ο π. Νικόλαος τις στάσεις, τους σταθμούς μέσα από τους οποίους αναδύθηκε και καλλιεργήθηκε ο αυτο-εγκλεισμός του υποκειμένου, τον οποίο σήμερα βιώνουμε ως αυτο-αναφορικότητα, που σημαίνει απλώς θέληση για δύναμη και μηδενισμός.

Ο Αυγουστίνος λοιπόν ήδη πραγματοποιεί μια ανατροπή στον τρόπο που ο Πλάτων βλέπει τον άλλον, ως μέρος της γνώσης μου για τον εαυτό μου. Στον Αυγουστίνο, «η ψυχή είναι πολύ βαθιά παρούσα μέσα στον εαυτό της, για να υπάρξει στη θέαση του άλλου».  Εγώ αποφασίζω τελικά τους όρους υπό τους οποίους σκέπτομαι εσένα. Αυτό κάνει ο άνθρωπος, το ίδιο κάνει και ο Θεός, κατ’εικόνα του οποίου πλάστηκε. Ο Θεός είναι αυτο-αναφορικός στον Αυγουστίνο. Είναι ο «Μέγας Άγαμος», αντίληψη την οποία παραλαμβάνει από τον Πλωτίνο. Πώς θα γνωρίσω τον Θεό; κοιτάζοντας μέσα μου, όπως ακριβώς δηλαδή τελικά θα γνωρίσω και όλους του άλλους. Ο π. Λουδοβίκος διακρίνει εδώ τον Καρτέσιο σε σπερματική μορφή.

Ο Ακινάτης, τον οποίο ο π. Νικόλαος αντιμετωπίζει με άκρα προσοχή και σεβασμό, δεν αδιαφορεί για την «μετοχή» του ανθρώπινου στο θείο, όπως βιαστικά θα τον κατηγορούσε μια «αντι-δυτική» νεο-ορθόδοξη πολεμική. Κάθε άλλο. Όμως, οι άκτιστες ενέργειες του Θεού, εισερχόμενες στο κτιστό πλάσμα- αποδέκτη τους, τρέπονται σε αμιγώς κτιστές, εφόσον ενεργούν εντός ενός όντος που το ίδιο δεν παύει να είναι κτιστόν. Στον Γρηγόριο Παλαμά, ωστόσο, δεν συμβαίνει αυτό, καθώς υπάρχει η «ανάκρασις», η  οποία δηλώνει αντιθέτως, την άτρεπτη και αλληλοπεριχωρούμενη συνύπαρξη των κτιστών με τις άκτιστες ενέργειες. Η αντίληψη του Ακινάτη σημαίνει ότι η μετοχή συντελείται στο εσωτερικό του υποκειμένου. Η θεο-ανθρώπινη σχέση πραγματοποιείται εντός του Θεού και η ανθρωπο-θεϊκή σχέση εντός του ανθρώπου. Όπως επισημαίνει ο π. Λουδοβίκος αυτό είναι ακριβώς το «θεολογικό ισοδύναμο του ψυχολογικού Ναρκισσισμού». Για τον Ακινάτη, ουσία και ενέργεια είναι ένα και το αυτό. Γιατί; Γιατί ο Θεός δεν χρειάζεται να δρα έξω του, είναι πλήρης. Η συνεργία με τον άνθρωπο μένει ατελής.

Πρόκειται για εκπληκτική σύνδεση. Το θέμα των κτιστών και άκτιστων ενεργειών, για πολλούς ένα θέμα τόσο ανούσιο όσο εκείνο περί του φύλου των αγγέλων, αναδεικνύει τόσο κεντρικό για τον πολιτισμό μας, με απορροές που αγγίζουν το καίριο πρόβλημα της εποχής μας. Δεν είμαστε συνηθισμένοι, είναι αλήθεια,  σε αυτή τη χρήση της θεολογίας.

Η θεολογία ρίχνει πάντα τη βαριά σκιά της στις κοσμικές νοηματοδοτήσεις που εξηγούν αλλά και εμπνέουν την ιστορία. Η νεωτερική εκκοσμίκευση έφερε στα μέτρα της τις Ακινάτειες θέσεις. Ο αυτό-εγκλεισμός του Θεού ανοίγει τον δρόμο για τον εγκλεισμό της ιστορίας μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση.

Με τον Καρτέσιο το εγώ καθίσταται το επίσημο μοναδικό υποκείμενο. Όλα τα όντα είναι αντικείμενα του εγώ και κυρίως ο άλλος γίνεται το αντικείμενο του εγώ.  O Καρτέσιος, έχοντας τις ρίζες του στον Αυγουστίνο, ορίζει τον άνθρωπο ως ισοδύναμο με την ψυχή του και κυρίως, με τον νου του. Ένας τέτοιος άνθρωπος, όπως το διατυπώνει ο π. Λουδοβίκος, γίνεται το κέντρο του κόσμου: «ικανός να υποτάσσει στη σκέψη του και την κοινότητα και τα ήθη και τις παραδόσεις του και το σώμα φυσικά, και τα αισθήματα». (94) Και φτάνουμε έτσι σε έναν άνθρωπο – αφαίρεση. Έναν άνθρωπο με υπερεξηρμένο εαυτό (detached self), αποσυνδεδεμένο από τη φύση και την κοινότητα. Ένα «έλλογο ον» το οποίο υποτίθεται από τον Καντ ότι μπορεί να αυτονομηθεί από τις ενορμήσεις και το ασυνείδητο, αλλά και τις φαντασιώσεις του, για να επιτελέσει «το μοναχικό καθήκον», υπακούοντας σε μια Κατηγορική προσταγή, αλλά μη διαθέτοντας τρόπο να προσδιορίσει τους όρους και τα όρια της ελευθερίας του (65-6). Μέσα στον αυτο-εγκλεισμό του, ένα τέτοιο υπερεξηρμένο υποκείμενο δεν μπορεί παρά να σκέπτεται για λογαριασμό των αντικειμένων του και κυρίως για λογαριασμό των άλλων. Οι άλλοι μιλάνε «μέσα στον εγωτικό μου ορίζοντα» (267)

Είναι το υποκείμενο αυτό, το οποίο πολλοί επικαλούνται ως τον κατ’ εξοχήν δυτικό ιατρό του «ανορθολογικού συναισθηματισμού» του λαού μας, ξεχνώντας όμως ότι είναι το αφηρημένο υποκείμενο αυτό το οποίο εκρήγνυται και διαλύεται από την ψυχαν

Η ατελής συνεργία, η παθητική αναλογία της Ακινάτειας θεολογίας, στην εκκοσμικευτική της αξιοποίηση υποστηρίζει την κλειστή φιλοσοφία της ιστορίας που μας παραδίδει ο Hegel. Κλειστή με την έννοια ότι η ματαίωση εντέλει της μετοχής του ριζικά ετέρου, εγκλείει τα ριζικά έτερα υποκείμενα (τον Θεό και τον άνθρωπο) στην χωριστή εαυτότητά τους. Ο κόσμος διαδραματίζεται αποκλειστικά μέσα στο υποκείμενο. Έτσι, η ανωτερότητα της διάνοιας – απόρροια του άρνησης της ανακράσεως εντέλει- αντιμετωπίζει την σωματικότητα με όρους υποταγής. Υποταγής σε τι; Μα στην πορεία πραγμάτωσης του Πνεύματος στην Ιστορία. Τι είναι αυτό το Πνεύμα; Είναι η αμιγής κτιστότητα όλων των θείων ενεργειών που χρησιμοποιούν ως εργαλείο τους τα ανθρώπινα υποκείμενα για την πραγματοποίηση επί γης της ναρκισσιστικής τους απολυτότητας. Μια πορεία ιστορικής καταπίεσης, όπου ό,τι φυσικά ανθρώπινο (αισθήματα, αγωνία, πόνος, επιθυμία κτλ) πρέπει να υποταγεί στην τελολογία της ιστορικής πραγμάτωσης του Πνεύματος. Ιδού και η δικαιολόγηση της αδιαφορίας για σημαντικά της ανθρώπινης ύπαρξης που φαίνονται αμελητέα από τη σκοπιά της τρομερής πορείας του Πνεύματος. Ιδού η αρχή της υπαγωγής του ανθρώπινου προσώπου σε απλό αριθμό, άθυρμα στην υπηρεσία της Ιστορίας. Η αρχή των ολοκληρωτισμών του προηγούμενου αιώνα έχει ήδη τεθεί.

Στη Δύση τα αποσυνδεδεμένα άτομα έρχονται σε σχέση μέσω του θεσμού, ο οποίος επιτρέπει να κρατώ άθικτη την «αυτοτέλεια» του εαυτού μου· σχετίζομαι επιφανειακά και δεσμευτικά ενώπιον του νόμου, όμως χωρίς να παραχωρώ τίποτα από τον εαυτό μου. (95) Ο δεσμός είναι ψιλός και χαλαρός και δεν υποχρεούμαι να σεβαστώ σε βάθος τίποτα από τους άλλους και τις κοινότητές τους· απλώς τους αφήνω να υπάρχουν.

Ο Καπιταλισμός εμβαθύνει αυτή την αποσύνδεση, αυτή τον τον αυτο-εγκλεισμό όλο και περισσότερο: εξυπηρετείται από άτομα που δεν διαθέτουν πλέον τίποτα παρά το «εγώ» τους. Είναι εκπληκτικό ωστόσο πώς και με πόσο ενθουσιασμό, ορκισμένοι εχθροί του Καπιταλισμού συναινούν σε αυτή την απογύμνωση του ατόμου από όλα όσα τον ορίζουν. Είναι σαν η Δεξιά να βλέπει τους ανθρώπους ως αυτό-εμπορευόμενα εγώ, υπό το ιδεολογικό πρόσχημα της ατομικής αυτονομίας και ελευθερίας, η δε Αριστερά να επικρίνει μεν την εμπορευματική αναγωγή, αλλά να ομνύει στην ιερότητα του ιδεολογήματος που την υποβαστάζει! Έτσι χτίζεται ο άνθρωπος της παγκοσμιοποίησης μέσα από μια ιδιότυπη και παράδοξη συναίνεση: χωρίς οικογένεια, χωρίς παραδόσεις, χωρίς μη αναγκαστικές κοινότητες, χωρίς έδαφος, χωρίς πατρίδα, ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες (τουλάχιστον άλλες από εκείνες του αυτό-αξιοποιούμενου κεφαλαίου), ο άνθρωπος χωρίς σώμα, ο αφηρημένος άνθρωπος, ο ναρκισσιστικός άνθρωπος, ο εθελούσια ισοπεδωμένος και υποχρεωτικά «ευτυχής» και ενθουσιωδώς υποταγμένος στην τυραννία του ομοίου, όπως μας επισημαίνει στα έργα του ο Μπιούν Τσουλ Χαν.

«Επέστη ο καιρός της αυτολατρείας και πάσα θρησκεία κατηργήθει» προφήτευσε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Η μεγάλη απουσία των καιρών μας είναι η απουσία του νοήματος. Το διαμέρισμα του νοήματος που μένει πάντα ξενοίκιαστο όπως εύστοχα γράφει ο συγγραφέας ήδη στον πρόλογο του έργου του. (13) Τι νόημα μπορεί να υπάρξει χωρίς αναφορά προς έτερον; Τι εγώ μπορεί να υπάρξει χωρίς εμείς; Περάσαμε στην εποχή του we-less I (Norbert Elias: 273). Όμως πόσο ελεύθερο είναι ένα «χωρίς-εμείς-εγώ»; Τι είδους εαυτότητα είναι αυτή που δεν έχει αναφορά προς τον άλλον, αναφορά στην ιστορία της, στην κοινότητά της; Ο εαυτός που αυτοσυγκροτείται μη απορροφώντας αλήθειες απέξω του. Loudovikos, “Being and Essence…”. (70)

Μήπως ο αυτό-αναφορικός, φαντασιωτικός εαυτός αυτό-ακυρώνεται ακριβώς στο σημείο όπου φαντασιωνόταν την απόλυτη και μη αναγώγιμη μοναδικότητά του; Ο χωρίς ρίζες εαυτός είναι απολύτως και ελευθέρως παραδομένος στα παίγνια των χειριστών του Ναρκισσισμού του. Και αυτός ο αυτοχειριασμός είναι η ύστατη και μοιραία πράξη της ελευθερίας του. Υπόδουλος πλέον στην μηχανή τροφοδοσίας του ακόρεστου και ανικανοποίητου Ναρκισσισμού του, αναπνέει στους ρυθμούς της μηχανής αυτής που δεν είναι παρά ο νέος πίθος των Δαναΐδων, τον οποίο διψά μάταια να γεμίσει με ισχύ. Ισχύ που είναι πάντα λιγότερη από όσο θα θέλαμε και πάντα ποιοτικά ίδια, ολόιδια με την ισχύ που θέλουν και όλα τα άλλα χωρίς-εμείς-εγώ. Αυτή η αναγωγή των διαφορετικών στο όμοιο, το οποίο όπως κάθε όμοιο δεν διαφοροποιείται παρά μόνον ως προς την ποσότητα, σε μια φυγή προς το άπειρο όπου καμία ποσότητα δεν είναι ικανή (αναγνωρίζει κανείς εδώ την ίδια τη σωρευτική δυναμική λογική του Κεφαλαίου, η οποία αποτελεί και το αρχέτυπο της «προόδου»), αυτή η αναγωγή, αυτή η πτώση είναι η κόλαση του υπερ-εξηρμένου εγώ που παγιδεύτηκε στο όνειρο να είναι ο κτίστης του εαυτού του, να καταργήσει δηλαδή κάθε εκτός του εγώ του αναφορικότητα, εγχείρημα που καταλήγει στη βύθιση στο μηδέν.

Ο άνθρωπος του Ελληνο-Δυτικού πολιτισμού μας, ανεπαισθήτως έκτισε γύρω του τα τείχη του αυτό-εγκλεισμού του. Υπό την υπνωτική γοητεία της αυτό-αναφορικότητας, εγκαταλείπεται στην χωρίς όρια και χωρίς αύριο θέληση για δύναμη, που δεν είναι παρά η θέληση για το μηδέν. Αυτή η ακαταμάχητη κάθοδος στο προκτισιακό μηδέν είναι η σύγχρονή μας μορφή του κακού.

O π. Νικόλαος παραθέτει 24 χαρακτηριστικά του νέου Ολοκληρωτισμού. Δεν υπάρχει λόγος να τα αναπαραγάγουμε εδώ, εφόσον υπάρχει το βιβλίο που τα λέει και καλύτερα. Αξίζει όμως να επισημάνουμε κάποια:

Φαντασιωτικό ατομικό υποκείμενο. Καταποντισμός της αρχής της πραγματικότητας.

Αποσύνδεση μιας γλώσσας πλέον νομιναλιστικής από την όποια οντολογία των πραγμάτων. (Εδώ μπορεί κανείς να αρθρώσει την μελέτη του J.P.Fitoussi, Τι μας κρύβουν οι λέξεις ).

Ιδεώδες ψευδο-παντοδυναμίας του ναρκισσιστικού υποκειμένου: πολλαπλασιασμός και κατακερματισμός των επιθυμιών του. «Απελευθέρωση» της ευτυχίας από κάθε φυσικό ή πνευματικό μέτρο που απέτρεπε τη ναρκισσιστική της ιδιωτικότητα. Αδυναμία συγχώρησης και αδυναμία ευγνωμοσύνης. Αποστροφή προς τη σοφία. Γνώση χωρίς σοφία και ελευθερία χωρίς σοφία. Η απαγόρευση της σοφίας του Θεού: «ιδού το μοναδικό δόγμα του βελούδινου Ολοκληρωτισμού» γράφει ο συγγραφέας (137). Αποστροφή προς τη σοφία σημαίνει αλλεργία για το νόημα. Εξοβελίζεται το νόημα και εσχατολογοποιείται το ιστορικό παρόν. Αυτό σημαίνει υποταγή και προσαρμογή στο παρόν σύστημα, ενοχοποίηση οποιασδήποτε προσπάθειας να κρατηθεί κριτική απόσταση· ούτε λόγος δε για οραματισμό μιας άλλης διευθέτησης των κοινών. Μα και η πολυσυζητημένη και παρεξηγημένη «ουδετεροθρησκεία του Κράτους», τι ακριβώς είναι εντός αυτού του περιβάλλοντος; Αν το νόημα υπονομεύεται, αν η αλήθεια εκπίπτει ως αξία και καταντά μια άλλη «αφήγηση» του ψεύδους, αν η κοινωνική και πολιτική διάσταση των ατομικών υποκειμένων έχει καταπωθεί από τον ιδιωτικό καταναλωτισμό, τότε ποιοι φραγμοί και ποιοι έλεγχοι απομένουν για να τιθασεύσουν την αυθαιρεσία και τον αυταρχισμό του Κράτους. Στο πλαίσιο αυτό, διερωτάται ο συγγραφέας, η θρησκευτική ουδετερότητα σημαίνει θρησκευτική ελευθερία ή απαγόρευση της θρησκείας στον δημόσιο χώρο; Μα αυτό δεν είναι άρση ενός ακόμα εμποδίου στον κρατικό δεσποτισμό, ο οποίος πλέον αποφασίζει ποιες αξίες πρέπει και ποιες δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτές στον δημόσιο χώρο; Μήπως η ρητορική της «επανάστασης των πάντων» και της άρσης όλων των ορίων και αποκλεισμών καταλήγει – και όχι τυχαία- στην πλέον ντεσιζιονιστική και αυθαίρετη επιβολή του απόλυτου αποκλεισμού όλων των πρακτικών που αποκλίνουν από υποχρεωτική αυτό-επιβεβαίωση και αυτό-δοξολόγηση του εσχατολογικού παρόντος. Ο π. Λουδοβίκος αγγίζει εδώ το τεράστιο πρόβλημα της σύγχρονης πολιτικής φιλοσοφίας.  Μήπως μέσα από την ρητορική της ανοχής, του δικαιωματισμού, της «αέναης ευφορίας», του μικρότερου και «λιγότερου» Κράτους, της «αυθορμησίας» των αγορών κτλ κτίζονται οι πύργοι του νέου Λεβιάθαν. Διότι όποιος αποφασίζει για τα όρια και τους αποκλεισμούς, αποφασίζει και για την ηθική. Και η ηθική που δεν οριοθετείται ούτε από τη φύση ούτε από νόημα του κόσμου είναι απλώς μια ρητορική αυτοδικαίωσης και εγκαθιδρύει τη σκληρότερη ανηθικότητα. Το μηδέν δεν στηρίζει καμία ηθική. Μπορεί όμως να στηρίξει την απόλυτη αυθαιρεσία της εξουσίας.

Η δημοκρατία καταλύεται μέσω της δημοκρατίας και το κράτος του Διαφωτισμού μέσω των αρχών του. … (211) «… η ίδια η δημοκρατία και το ελεύθερο κράτος δεν συγκινεί πια σήμερα, στην πράξη, τόσο όσο συγκινεί ο … ιδιωτικός μηδενισμός των ποικίλων, πολλαπλών και χαοτικών μικρο-ηδονών όπου διασπείρεται σήμερα η ανύπαρκτη πλέον ανθρώπινη ουσία» (211)

Ο π. Νικόλαος μας προτείνει την αρχή μιας νέας πολιτικής φιλοσοφίας. «Η πολιτική πρέπει να βαπτιστεί πάλι σε πράγματα που την ξεπερνούν» (108). Πώς θα γίνει αυτό χωρίς να πέσουμε σε μια ανεπιθύμητη Θεοκρατία; Πώς θα γίνει χωρίς να τραπεί η πίστη στον Χριστό σε μια κρατική ιδεολογία, όπως έγινε στο παρελθόν; Να ανακαλύψουμε πάλι την κοινότητα. Όχι όμως ως ιδεολόγημα «κοινοτισμού». Κυρίως όχι ως κοινότητα που συγκροτείται εναντίον ενός αποδιοπομπαίου τράγου. Όχι μέσω της θυματοποίησης και της ψευδοκαταγγελίας ενός κακού που παραμένει «εξωτερικό» προς εμάς, άρα κατ’εξοχήν ενεργό και κυρίαρχο πάνω μας. Τι πρέπει να καταλάβουμε με τον όρο κοινότητα;

Είναι σαφής και καθαρός ο λόγος του π. Λουδοβίκου: « Όταν λέω ‘κοινότητα’ εννοώ πάντοτε κυρίως την ανθρώπινη, όχι τη θεσμική, το να είμαστε μαζί χωρίς να υπάρχει αιτία και λόγος. Όχι για να νικήσουμε τον εχθρό. Όχι για να πετύχουμε τη βιομηχανική επανάσταση. Όχι για να γίνει η οικονομία απρόσβλητη. Αλλά για να είμαστε κυρίως μαζί, ως αυτοσκοπός, επειδή ήδη αυτό έχει νόημα και παράγει νόημα». (99) Να βρούμε την «κοινωνιολογία του πλησίον» κατά τον Paul Ricoeur.

Η κριτική του π. Λουδοβίκου δεν είναι μια συνωμοσιολογική κινδυνολογία. Η ίδια η θεολογία του περί του κακού θα απαγόρευε άνευ ετέρου μια τέτοια στάση. Δεν φέρει ο άνθρωπος το κακό στον κόσμο, όπως ήθελε η Αυγουστίνεια σκέψη, αυτή η μήτρα του φόβου και της ενοχής του δυτικού ανθρώπου. Η πηγή του κακού είναι η εκ του μηδενός δημιουργία του ανθρώπου και όχι η παρακοή του, λες και ο θάνατος δεν προϋπήρχε της πτώσης. Θραύοντας το ηθικολογικό και ενοχικό αρχέτυπο, η πρωταρχική «εντολή» χάνει κάθε ηθικιστικό χαρακτήρα και γίνεται αντιληπτή ως σύσταση, ως συμβουλή από αγαπώντα προς αγαπώμενο. Υπενθύμιση ότι  μόνον μέσω της θεληματικής συνεργίας με τον Κτίστη μπορεί να κρατηθεί το κτίσμα υπαρξιακά- όχι ηθικά- εις πείσμα του μηδενός. Αν τώρα ο άνθρωπος καλπάζει εκθύμως προς το μηδέν, αυτό συμβαίνει λόγω της ευόλισθης φύσης του, που τον έλκει προς το προκτισιακό μηδέν. Όχι επειδή συνωμότησαν κάποιοι «κακοί» εκτός της θελήσεώς του. Πρόκειται για ελεύθερη τροπή της θέλησής του, χωρίς τη συγκατάθεση της οποίας δεν ενεργοποιείται το κακό. Κίνηση που πλέον γίνεται ευκολότερη, καθώς οι δρόμοι και οι τρόποι της οντολογικής του αυτό-αναφορικότητας, αν και γεννήθηκαν εντός της θεολογικής σκέψης, έχουν ολίγον κατ’ ολίγον  κατακλύσει, περιχαράξει και απομονώσει την ατομική ύπαρξη από κάθε αναφορικότητα προς τον άλλον. Πορεία που βρήκε ερείσματα στα ίδια τα δημιουργήματα του ανθρώπου, που είναι λαμπρά κατορθώματα της ελευθερίας του και των δυνάμεών του, αλλά συγχρόνως και είδωλα που τον έλκουν στο μηδέν του νοήματος και της ύπαρξης εντέλει. Διότι πλέον με την καταπληκτική βιο-ψηφιακή τεχνο-επιστήμη του, την οποία έθεσε στην υπηρεσία της αυτολατρείας, βαδίζει πλέον από την ακύρωση του νοήματος στην ακύρωση της ίδιας της ύπαρξης του ως ανθρώπινου όντος. Η πορεία αυτή προς τον cyborg, το ον το πλήρως ανίκανο για πόνο, αίσθηση έλλειψης και θανάτου και συνεπώς για ενσυναίσθηση, μας επαναφέρει σε μια εφιαλτική επανέκδοση της χομπσιανής προ-πολιτικής «φυσικής κατάστασης», που θα είναι πλέον εφοδιασμένη με πρωτοφανείς τεχνικές ελέγχου και επίβλεψης από έναν τερατώδη Λεβιάθαν- λογικά αναπόφευκτος δεσμός μεταξύ ακοινώνητων ατομικοτήτων- ο οποίος επιπλέον θα είναι «ελεύθερα» – και γι’αυτό «βελούδινα»- εσωτερικευμένος, ασμένως αποδεκτός από τα εθελόδουλα ναρκισσιστικά υποκείμενα. Η ακύρωση της ελευθερίας είναι ακύρωση του όντος που κτίστηκε για να υπάρξει ελεύθερα. Όλος ο μόχθος του αγώνα για ελευθερία, θα καταλήξει στο μηδέν, όχι νικημένος από κάποιο ιδεολογικό αντίπαλο δέος- δεν κατέρρευσαν όλα τα σχετικά εγχειρήματα, άλλωστε;- αλλά αυτοδηλητηριασμένος από την ακοινωνησία της ελευθερίας όπως την κατανόησε. Και δεν θα είναι ένας πολεμικός, θεαματικός και δραματικός θάνατος, αλλά θα είναι «γλυκός», καθώς θα έχουν προηγηθεί οι ενέσεις που θα αδρανοποιήσουν τις αισθήσεις, όπως συμβαίνει στους θαλάμους ευθανασίας.

Θα μπορούσε μια προσέγγιση θεολογική όπως αυτή να τεθεί σε διάλογο με τις κοινωνικές επιστήμες; Υπάρχουν κοινωνικοί επιστήμονες και πολιτικοί φιλόσοφοι που θα μπορούσαν να μη σταματήσουν τη μελέτη του κειμένου ήδη στο σημείο πχ όπου αρχίζει να γίνεται λόγος περί κτιστών και άκτιστων ενεργειών και περί διακρίσεως θείας ουσίας και ενέργειας; Σαν να μην αποτελούσε αντικείμενο της επιστήμης τους ακριβώς η γένεση αρχετυπικών δομών σκέψης που αναπαράγονται ομοιότροπες δίκην fractal σε όλο το σώμα του πολιτισμού! Έχω κάθε λόγο να υποθέσω ότι και από την πλευρά των θεολογούντων, είναι πολλοί – ίσως να είναι μάλιστα οι περισσότεροι- εκείνοι που αποδοκιμάζουν για τους δικούς τους λόγους, μια τέτοια αποκοτιά, να  χρησιμοποιείται θεολογική εργαλειοθήκη για να διατυπωθεί μια τόσο κριτική κοινωνική θεώρηση. Η διαλογική στάση, η συνεργία, η σχέση είναι πάντα τα δύσκολα. Ο π. Νικόλαος έκανε το βήμα ωστόσο. Και είναι βήμα ελευθερίας και αγάπης – και δεν βλέπω ποιο άλλο θα πρέπει να είναι το ήθος της γνώσης- καθόσον όχι μόνον κατακρίνει στα λόγια τον μηδενιστικό Ναρκισσισμό που ρημάζει τον πολιτισμό μας, αλλά ενεργά, στην πράξη αποποιείται τον συλλογικό Ναρκισσισμό του -όποιου- σιναφιού για να αρθρώσει λόγο κοινωνίας με τον εκτός της ταυτοτικής ομάδας άλλον. Μας φέρνει εμπράκτως το μήνυμα ότι αν είναι να μη χαθεί στο μηδέν, αλλά να σταθεί και να ανθίσει πάλι αυτός ο Ελληνο-ευρωπαϊκός πολιτισμός, θα πρέπει να ξαναβρεί τους δρόμους του διαλόγου όλων των συνιστωσών του, να ενεργοποιήσει τις εσωτερικές του εντάσεις και να επικοινωνήσει με το εκτός του, όχι κατά τις επιταγές μιας αδιάφορης ανεκτικότητας, αλλά κινούμενος από την αγωνία για το νόημα που κρατά τον άνθρωπο και όλη την κτίση στη ζωή.

Με αφορμή το βιβλίο του π. Νικόλαου Λουδοβίκου, Η ανοικτή ιστορία και οι εχθροί της. Η άνοδος του Βελούδινου Ολοκληρωτισμού, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2020

*Καθηγητής Ηθικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Η Καρυάτιδα “) είναι έργο του Πέτρου Ζουμπουλάκη.

antifono.gr

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.