Το Βυζάντιο και οι άλλες δοσιματικές επικράτειες της Ευρασίας: Κίνα, Περσία, Άραβες (Β’ Μέρος)

Γράφει ο Ευάγγελος Κοροβίνης (Περιοδικό Ελλοπία τ. 10, Απρίλιος-Μάιος 1992, σελ. 60-63)

Κίνα, στέππα και ο Δρόμος του Μεταξιού

Μιά σύντομη ἀναφορά στίς διαφορές μεταξύ Βυζαντίου καί ἄλλων δοσιματικῶν ἐπικρατειῶν θά διευκολύνει τή σαφέστερη ὁριοθέτηση τῆς Βυζαντινῆς ἰδιαιτερότητας. Ἡ Κίνα (ὅπως καί ἡ ἀρχαία Αἴγυπτος), ἕνας δοσιματικός κοινωνικός σχηματισμός μέ ζωή χιλιετιῶν, χαρακτηρίζεται κατ᾽ ἀρχήν ἀπό τήν συντριπτικά ὑψηλότερη παραγωγικότητα τῶν ἀρδευόμενων κοιλάδων της. Ἐδῷ ὁ δοσιματικός τρόπος παραγωγῆς τείνει νά γίνει ὄχι ἁπλᾶ κυρίαρχος ἀλλά καί σχεδόν ἀποκλειστικός, γεγονός πού ἐκφράζεται μέ τήν ἀδιατάρακτη ἐπί μεγάλα χρονικά διαστήματα πολιτική σταθερότητα, τήν περιορισμένη σημασία τοῦ μακρυνοῦ ἐμπορίου καί τήν χωρίς ἀμφισβήτηση οἰκειοποίηση τῆς ψιλῆς κυριότητας τῆς γῆς ἀπό τό κράτος.

Στό Βυζάντιο τά ἀδύνατα σημεῖα τῆς γεωργίας καί τό χαμηλό (συγκριτικά μέ «κεντρικούς» δοσιματικούς κοινωνικούς σχηματισμούς ὅπως ἡ Κίνα) ὕψος τῶν δοσιμάτων ἀντισταθμί-ζει μιά σχετική ἐμπορική καί βιοτεχνική εὐρωστία. Σπονδυλική στήλη τοῦ διαπεριφερειακοῦ ἐμπορίου εἶναι ἡ πανάρxαια στή Μεσόγειο ἀνταλλαγή κρασιοῦ καί λαδιοῦ (παραγόμενου στή Ν. Εὐρώπη) μέ δημητριακά (παραγόμενα στήν Αἴγυπτο καί τή Β. ᾿Αφρική ἀρχικά καί, μετά τίς ἀραβικές κατακτήσεις, στή Θράκη, τή Μ. ᾿Ασία καί ἀλλοῦ). Τίς ἐπισιτιστικές ἀνάγκες τῶν πόλεων καί ἰδιαίτερα τῆς Κων/λης δέν μπορεῖ νά καλύψει ἡ παραγωγή τῆς ἀγροτικῆς ἐνδοχώρας των και γι’ αὐτό τό λεπτό δίκτυο διαπεριφερειακοῦ ἐμπορίου ἑπομένως καί ἕνα ἀκμαῖο ἐμπορικό καί πολεμικό ναυτικό, εἶναι όρος επιβίωσης τῆς Αὐτοκρατορίας (σέ ἀντίθεση μέ τήν Κίνα όπου κάθε ἐπαρχία εἶναι σχεδόν αὐτοσυντουρούμενη) ἀπό τό διαπεριφερειακό ἐμπόριο, γιά δοσιματικές ἐπικράτειες ὄπως τό Βυζάντιο, ὅπου τό ἀποσπώμενο ἀγροτικό πλεόνασμα εἶναι περιορισμένο, τό μακρυνό ἐμπόριο εἰδῶν πολυτελείας εἶναι ἀποφασιστικό γιά τήν ἀναπαραγωγή τους. Τό μακρυνό ἐμπόριο δέν εἶναι ξεχωριστός τρόπος παραγωγης αλλά τρόπος σύνδεσης αὐτόνομων κοινωνικῶν σχηματισμῶν. Επιτρέπει τήν μεταβίβαση ἑνός μέρους τοῦ πλεονάσματος από τήν μιά κοινωνία στήν ἄλλη. Ἱστορικά οἱ σταθερές προϋποθέσεις γιά τήν ἀνάπτυξη μακρυνοῦ ἐμπορίου μεταξύ των διάφόρων ἐπικρατειῶν τῆς Εὐρασίας διαμορφώθηκαν τον 2ο αἰώνα π.Χ. Μέ τήν ἐπέκταση τῆς κυριαρχίας τῶν Χάν στις ὀάσεις τῆς Κεντρικῆς ᾿Ασίας ἄνοιξε κατ᾽ ἀρχήν ὁ περίφημος Δρόμος τοῦ μεταξιοῦ. Ἕνα τακτικό δρομολόγιο καραβανιῶν κινούμενο ἀπό ὄαση σέ ὄαση, ἔφερνε σέ ἐπαφή τήν Κίνα με την ἑλληνιστική Μέση ᾿Ανατολή καί ᾿Αν. Μεσόγειο. Τήν ἴδια περίποῦ χρονική περίοδο, οἱ ναυτικοί τοῦ Πτολεμαίου τοῦ Β΄ τοῦ Εὐεργέτη διασχίζουν, ἐκκινώντας ἀπό τήν ᾿Αλεξάνδρεια, ὅλο τόν θαλάσσιο δρόμο πρός τίς Ἰνδίες.

Ὁ ἔλεγχος τῶν δρόμων αὐτῶν καί ἡ ὑπεράσπιση των ἀπέναντι στούς συνεχεῖς «σπασμούς» τῶν λαῶν τῆς Εὐρασιατικῆς στέππὰς (πρόκειται γιά τήν τεράστια χορτολιβαδική ἔκταση πού ἐξαπλώνεται μεταξύ Μογγολίας καί νοτίας Ρωσίας καί Οὐγγαρίας, στήν ὁποία ἤδη ἀπό τόν 4ο αἰώνα π.Χ. ἔχει διαδοθεῖ ἡ ἱππονομαδική κτηνοτροφία, ἀποτελεῖ τόν καμβά πάνω στόν ὁποῖο οἰκοδομήθηκαν οἱ σχέσεις καί οἱ συσχετισμοί δύναμης μεταξύ τῶν διαφόρων πολιτισμένων κέντρων τῆς «Εὐρασιατικῆς οἰκουμένης»,

Χερσαῖο κέντρο τῶν ἐπαφῶν ἀνάμεσα στίς ἐπικράτειες τῆς Εὐρασίας ὑπῆρξε ἐπί αἰῶνες ἣ Μ. ᾿Ανατολή. Καί εἶναι σ᾽ αὐτήν τήν περιοχή πού πρωτοεμφανίσθηκε ὁ νεωτερισμός ἐκεῖνος στήν ἀμυντική τεχνική, ἡ ἀνάπτυξη βαριά ὁπλισμένου ἱππικοῦ, πού ἀποτέλεσε πολύ ἀργότερα (ὅπως εἴδαμε) ἕνα ἀπό τά κύρια χαρακτηριστικά τῆς μεσαιωνικῆς Δ. Εὐρώπης, καθιστώντας δυνατή τήν ἄμυνα ἀπέναντι στό ἐλαφρό ἱππικό τῶν βαρβάρων ἐπιδρομέων (το θωρακισμένο ἱππικό ἦταν μέν λιγώτερο εὐκίνητο ἀπό τό ἐλαφρό, ἀλλά ἦταν ταυτόχρονα ἄτρωτο στά βέλη τῶν βαρβάρων). Ἄν ἐντάξουμε τίς ἐπιδρομές τῶν Οὕγγρων καί Πετσενέγων στό δεύτερο κύμα τῶν «σπασμῶν» τῆς Εὐρασιατικῆς στέππας (πού τό ἐγκαινίασαν οἵ ᾿Αραβοσλαβικές ἐπιδρομές), τότε οἱ ἐπιδρομές τῶν Ἰρανόφωνῶν λαῶν (Πάρθων, Σακκῶν, Κουσάνων καί Σαρματῶν) συγκροτοῦν τό πρῶτο κύμα (ἀρχίζουν τόν 20 αἰώνα π.Χ. γιά νά ὁλοκληρωθοῦν τόν 5ο αἰώνα μ.Χ. μέ τίς ἐπιδρομές τῶν Οὕννων), ἐνῶ ὃ χείμαρρος τῶν Τουρκικῶν καί Μογγολικῶν λαῶν πού διευθετήθηκε τελικά μέσα στήν κεντρική «κοίτη» τοῦ Ἰσλάμ, ἀνάμεσα στό 1000 καί 1500 μ.χ., ἀποτελεῖ τό τρίτο κύματοῦ δυναμισμοῦ τῆς νομαδικῆς βαρβαρικῆς περιφέρειας,

Η Περσία των Σασσανιδών

Ἢ Σασσανιδική Αὐτοκρατορία θεμελιώνεται στίς ἀρχές τοῦ 3ου αἰώνα μ.Χ. ἀξιοποιώντας καί ἐμπλουτίζοντας τήν παράδοση τοῦ Παρθικοῦ βασιλείου. Ἢ ἰδιομορφία τῆς δοσιματικῆς αὐτῆς ἐπικράτειας ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ἐπί τέσσερεις αἰῶνες (ϑος ἕως καί ἀρχές 7ου) σημείωσε ἐντυπωσιακές ἐπιτυχίες στή φρούρηση τοῦ μετώπου τῆς στέππας. ᾿Ανάλογες προσπάθειες τῆς Κίνας καί τοῦ Βυζαντίου ὠχριοῦν μπροστά στίς περσικές ἐπιτυχίες. Τό κλειδί στήν ἀποτελεσματική φρούρηση τῶν Βορείων συνόρων τῆς Σασσανιδικῆς αὐτοκρατορίας ἦταν ἕνα δυαδικό σύστημα ἄμυνας. Τό ἕνα σκέλος τοῦ συστήμᾶτος εἶχε σάν βάση τοὺ μιάν ἀνατολική καί ἤπια παραλλαγή τῆς φεουδαρχίας. Στηρίζονταν στήν ἄρρηκτη σύνδεση συγκεκριμένων πολεμιστῶν μέ συγκεκριμένες ἀγροτικές κοινότητες. Οἱ πολεμιστές διέθεταν τόν ἀπαραίτητο χρόνο καί τό ἀναγκαῖο εἰσόδημα γιά νά ἀσκοῦνται στήν τέχνη τοῦ βαριά ὁπλισμένου ἱππέα. Τό δεύτερο σκέλος αὐτοῦ τοῦ ἀμυντικοῦ συστήματος τό συγκροτοῦσε μιά βασιλική μισθοφορική δύναμη, ἱκανή νά προσδώσει συνοχή στήν ὅλη ἀμυντική προσπάθεια καί νά ἐξισορροπήσει ταυτόχρονα τίς κεντρόφυγες τάσεις τῆς Ἰρανικῆς ἀριστοκρατίας. Ἢ πολυέξοδη, ὁπωσδήποτε, συντήρηση τῶν μισθοφορικῶν σωμάτων ἑδράζονταν πάνω σέ δύο πηγές ἐσόδων. Τούς τελωνειακούς δασμούς πού ἀπέφερε ὁ ἔλεγχος τῶν ἐμπορικῶν δρόμων ἐπαφῆς τῆς Κίνας καί τῶν Ἰνδιῶν μέ τήν ᾿Αν. Μεσόγειο’ καί τα δοσίματα ἀπό τίς ἀρδευόμενες καί εὔφορες κοιλάδες τῆς Μεσοποταμίας.

Μπροστά σ᾽ αὐτές τίς ἐξελίξεις τό Βυζάντιο ὑποχρεώθηκε νά ἐγκαταλείψει ἐν μέρει τήν ἀρχαία πεζική παράδοση τῆς Ν. Εὐρώπης (ἀρχαιοελληνική κυρίως καί σ᾽ ἕνα βαθμό καί Ρωμαϊκή). Παρά τό γεγονός, πάντως, ὅτι ἤδη ἀπό τόν καιρό τοῦ Ἰουστινιανοῦ οἱ θωρακισμένοι ἱππεῖς πού χειρίζονταν λόγχες καί τόξα (οἱ «κατάφρακτοι») ἀποτελοῦσαν τήν κύρια δύναμη κρούσης τοῦ αὐτοκρατορικοῦ στρατοῦ, τό Βυζάντιο οὐδέποτε συμμορφώθηκε πλήρως μέ τό Ἰρανικό πρότυπο (ἔστω κι ἄν οἱ στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις τῶν Ἰσαύρων ἔβαλαν τά θεμέλια γιά τήν διαμόρφωση μιᾶς στρατιωτικῆς ἀριστοκρατίας πού τό εἰδικό βάρος της αὐξήθηκε σταδιακά ἐπί Μακεδόνων γιά νά καταστεῖ ἀποφασιστικό ἐπί τῶν Κομνηνῶν).
Στήν φρούρηση τῶν χερσαίων του συνόρων, τό Βυζάντιο, ἀναπλήρωνε τίς σοβαρές του ἐλλείψεις μέ μία στρατηγική παρόμοια μέ τήν Κινέζικη. Ἢ καταβολή φόρων ὑποτέλειας στούς πολεμάρχους τῶν βαρβαρικῶν νομαδικῶν φύλων κρίνονταν λιγώτερο δαπανηρή καί ἐπικίνδυνη γιά τήν κεντρική ἐξουσία ἀπό τήν συντήρηση στρατευμάτων ἱκανῶν νά ἀντιμετωπίσουν κάθε ἐξωτερική ἀπειλή (κεντρόφυγες τάσεις πανίσχυρων καί μέ αὐτόνομη βάση ἰσχύος στρατηγῶν).

Ποιό εἶναι τό μυστικό τῆς τελικῆς κατάρρευσης τῆς Σασσανιδικῆς Αὐτοκρατορίας στήν παρατεταμένη σύγκρουση της μέ τό Βυζάντιο; ᾿Από τήν παραδοσιακή ἱστοριογραφία εἶχε ὑπερτονισθεῖ ἡ σημασία τῆς μεταφορᾶς τῆς καλλιέργειας τοῦ μεταξοσκώληκα καί τῆς ἀνάπτυξης ἐναλλακτικῶν δρόμων ἐπαφῆς (μέσα ἀπό τήν Εὐρασιατική στέππα) μέ τά κέντρα τῆς Ἄπω ᾿Ανατολῆς στήν διάρκεια τοῦ όου αἰώνα μ.Χ., πού δέν ἐλέγχονταν ἀπό τούς Πέρσες. Εἶναι βέβαιο ὅτι οἱ ἐξελίξεις αὐτές ἀποστέρησαν τήν Σασσανιδική αὐτοκρατορία ἀπό μέρος τῶν εἰσοδημάτων της καί ὅτι ἐπέτειναν τόν ἀνταγωνισμό ἀνάμεσα στίς δύο δοσιματικές ἐπικράτειες. Τά αἴτια ὅμως τῆς κατάρρευσης τῆς αὐτοκρατορίας τῶν Σασσανιδῶν πρέπει νά ἀναζητηθοῦν πρός ἄλλες κατευθύνσεις:
Στήν πανίσχυρη ἀμυντικά πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου κατ᾽ ἀρχήν, στόν αὐτοκρατορικό στόλο πού χάριζε στίς δυνάμεις τοῦ στρατοῦ ξηρᾶς ἕνα βαθμό περιορισμένης ἀλλά κρίσιμης γιά τά μέτρα τῆς ἐποχῆς στρατηγικῆς κινητικότητας (μεταφορά στρατευμάτων στά μετόπισθεν τοῦ ἀντιπάλου κλπ.)”7, στοὺς βαθεῖς δεσμούς τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας μέ τήν ὕπαιθρο καί τό στράτευμα (πού ἦταν ὁ κεντρικὸς μοχλός μαζί μέ τήν ἐκκλησία τῆς διαβόητης «κοινωνικῆς κινητικότητας» στό Βυζάντιο, ὅπου πολλοί ἱδρυτές «δυναστειῶν» δέν ἦταν τίποτε ἄλλο ἀπό ἀγροτόπαιδα πού διακρίθηκαν στά πεδία τῶν μαχῶν) καί στήν πόλωση τέλος ἀνάμεσα στόν «ἀναπαλαιωμένο» ζωροαστρισμό τῆς Ἰρανικῆς ᾿Αριστοκρατίας καί τίς θρησκευτικές ἀναζητήσεις τῶν πληθυσμῶν τῶν πόλεων (Μανιχαῖσμός κλπ.) σέ ἀντιδιαστολή μέ τήν σχετικά συμπαγέστερη κοινότητα τῶν πιστῶν στό Βυζάντιο.

Άραβες και Ισλάμ

Τό εἰδικό χαρακτηριστικό τῶν δοσιματικῶν Ἰσλαμικῶν ἐπικρατειῶν εἶναι ἡ ὀργανική ἐνσωμάτωση τοῦ νομαδισμοῦ τῆς ᾿Αραβικῆς ἐρήμου, ἀρχικά, καί τοῦ ποιμενικοῦ νομαδισμοῦ τῶν Τουρκικῶν καί Μογγολικῶν φύλων τῆς στέππας, ἀργότερα, στή ζωή μιᾶς περιοχῆς, τῆς Μέσης ᾿Ανατολῆς, πού ὑπῆρξε ἕνα ἀπό τά πανάρχαια λίκνα τοῦ πολιτισμοῦ. Τό χαρΡακτηριστικό αὐτό, συγκρινόμενο μέ τήν πολιτική καταβολῆς φόρων ὑποτέλειας (Βυζάντιο, Κίνα) καί τήν ἀποτελεσματική φρούρηση τῶν συνόρων τῆς στέππας (αὐτοκρατορία τῶν Σασσανιδῶν), ἀποτελεῖ ἀποφασιστική καινοτομία. Τῆς συγκριτικῆς δριοθέτησης τοῦ Βυζαντίου ἀπέναντι στό πρῶτο καί τό δεύτερο Χαλιφάτο, θά ἔπρεπε νά προταχθεῖ μιά λεπτομερής ἀνάλυση τοῦ νομαδισμοῦ τῆς ᾿Αραβικῆς Ἐρήμου καί τοῦ ποιμενικοῦ νομαδισμοῦ τῶν λαῶν τῆς στέππας᾿. Γιά λόγους χώρου, ἀναφέρουμε ἁπλά ὅτι μέχρι τήν ἐμφάνιση τοῦ Ἰσλάμ τά «ληστρικά» κράτη τῶν νομάδων (ὅπως τό κράτος τῶν Οὕννων ἐπί ᾿Αττίλα) ἀντλοῦν ἕνα ὑπέρμετρο πλεόνασμα ἀπό τό ὑπάρχον παραγωγικό σύστημα, ἀφήνοντας τό κατά τά ἄλλα ἐντελῶς ἀνέγγιχτο, ᾿Ακριβῶς ἐπειδή οἱ νομάδες κυρίαρχοι δέν διαθέτουν καμμιά ρίζα στά προὔπάρχοντα συστήματα παραγωγῆς, εἴτε ἐνσωματώνονται γρήγορα στίς ὑπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις καί ἀποβάλλοντας τά νομαδικά τοὺς χαρακτηριστικά ἀνανεώνουν ἁπλῶς μέ νέο αἷμα τίς κυρίαρχες τάξεις,εἴτε ἐφ᾽ ὅσον ἐπιμείνουν στόν νομαδισμό τοὺς παύουν νά κυριαρχοῦν.

Τό πρῶτο χαλιφάτο, τό χαλιφάτο τῶν Ὀμμευαδών μέ πρωτεύουσα τή Δαμασκό τῆς Συρίας, συγκρινόμενο μέ τά «ληστρικά» κράτη τῶν νομάδων, διαθέτει μιά σταθερότερη δομή καί μιά ἀσύγκριτα πλουσιώτερη πολιτιστική ζωή, ὑπό τόν ὅρο ὅμως τῆς συνεχοῦς ἐπέκτασης. Ὁ στρατός, ὀργανωμένος σέ φρουρές στίς σημαντικώτερες πόλεις τῆς ἐπικράτειας, στρατολογεῖται σχεδόν ἀποκλειστικά ἀπό τούς ἀραβικούς νομαδικούς πληθυσμούς. Τά ἔξοδα συντήρησής του προέρχονται ὄχι μόνον ἀπό τά δοσίματα τῆς ὑπαίθρου (πού εἰσπράττονται ἀπό τούς παλιούς βυζαντινούς καί περσικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς), ἀλλά καί ἀπό τή σταθερή ροή λαφύρων πού ἐξασφαλίζει ἡ συνεχής ἐπέκταση τοῦ χαλιφάτου. Ἢ σταθερή ροή λαφύρων δέν ἀπαλύνει μόνον τήν φορολογική συμπίεση τῶν πληθυσμῶν τῆς ὑπαίθρου, ἀλλά ἐξασφαλίζει καί τήν νομιμοφροσύνη τῶν ᾿Αράβων φυλάρχων πρός τήν κεντρική ἐξουσία τῆς Δαμασκοῦ. Ὅσο ἡ ἐπέκταση συνεχίζεται ἀπρόσκοπτα, ἡ πολιτική σταθερότητα εἶναι ἐγγυημένη, παρά τό γεγονός ὅτι τό καθεστώς δέν διαθέτει σπουδαία ἐρείσματα στήν ὕπαιθρο (συγκρινόμενα γιά παράδειγμα μέ τό Βυζάντιο)”.

Στά πλαίσια τοῦ δευτέρου χαλιφάτου, τοῦ χαλιφάτου τῶν Ἀββασιδῶν τῆς Βαγδάτης, ἡ κατάργηση τῶν διακρίσεων μεταξύ ᾿Αράβων καί μή ᾿Αράβων Μουσουλμάνων, ἡ ἀποσύνδεσῃ τῆς τρέχουσας διαχείρισης τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων ἀπό τόν ἀδιάκοπο ἀγώνα ἀνάπλασης τῆς κοινωνίας σύμφωνα μέ τή θέληση τοῦ ᾿Αλλάχ, ὁ συνδυασμός τοῦ «λεγκαλισμοῦ» τῶν οὐλεμάδων μέ τόν «χαρισματικό ἀντινομικισμό» τῶν Σούφι καί τήν καλλιέργεια τῶν κλασσικῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν ἀπό τούς διανοούμενους τῆς αὐλῆς, καί τέλος μιά ἀμοιβαῖα ἐπωφελής ρύθμιση τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων μέ τό Βυζάντιο, δημιουργοῦν τίς προῦποθέσεις γιά μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα καί ἐπιτρέπουν στό Ἰσλάμ νά ἀνταγωνίζεται τίς ἄλλες σωτηριολογικές θρησκεῖες ὄχι πιά ἀποκλειστικά στά πεδία τῶν μαχῶν, ἀλλά καί μέσα στούς κόλπους τῶν μόνιμα ἐγκατεστημένων ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Σημειώνουμε ὅτι ἀπό τόν καιρό τοῦ χαλίφη Μουτασίμ (833 μ.Χ.) οἱ Τοῦρκοι σκλάβοι – στρατιῶτες εἶναι τό κυριώτερο στήριγμα τῆς χαλιφικῆςἐξουσίας καί ὅτι, γιά λόγους στούς ὁποίους δέν θά ἀναφερθοῦμε ἐδῶ, ὁ μιλιταριστικός καί ἐπεκτατικός χαρακτήρας τοῦ πρώτου χαλιφάτου ὑποτροπιάζει καί ἀναπαράγεται στό τετράγῶνο στά πλαίσια τῆς ᾿Οθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας”,

Οι τρεις κύκλοι

Μετά τήν περιληπτική αὐτήν ἀντιδιαστολή τοῦ Βυζαντίου πρός τίς δοσιματικές μουσουλμανικές ἐπικράτειες, ὑπάρχει πλέον ἡ δυνατότητα νά ἀνασυγκροτηθεῖ καί ὁ τρόπος ἔνταξης τοῦ Βυζαντίου στό συνεχῶς μεταβαλλόμενο σύστημα διακρατικῶν σχέσεων τῆς Εὐρασιατικῆς Οἰκουμένης. Μποροῦμε νά ἐπισημάνουμε, συγκεκριμένα, τρεῖς διαδοχικούς κύκλους τρόπων ἔνταξης στίς διεθνεῖς σχέσεις.

Ὁ πρῶτος σχετίζεται μέ τήν ἀντιμετώπιση τῶν γερμανικῶν φύλων στό Βορρᾶ καί τή Δύση καί τοῦ Περσικοῦ ἀνταγωνιστῆ στή Μ. ᾿Ανατολή καί λήγει στίς ἀρχές τοῦ 7ου αἰώνα μέ τήν ἐπανάκτηση τῶν παράλιων περιοχῶν τῆς νότιας Εὐρώπης καί τῆς Βόρειας ᾿Αφρικῆς καθώς καί μέ τήν δημιουργία ἑνός σημαντικοῦ κενοῦ στά νοτιανατολικά σύνορα τῆς Αὐτοκρατορίας (κατάρρευση τῆς Σασσανιδικῆς Αὐτοκρατορίας). Οἱ ἐπιτυχίες εἶναι ἀναμφισβήτητες, ἀλλά στή Δύση τήν συντριβή τῶν γοτθικῶν βασιλείων (πού οἰκοδομήθηκαν μετά τίς ἐπιδρομές τῶν Οὕννων) συνοδεύει ἡ ἐμφάνιση τοῦ πρώτου φραγκικοῦ βασιλείου (Μεροβίγγειοι), ἐνῷ στήν ᾿Ανατολή ἡ ἕτεροδοξία τῶν πληθυσμῶν τῆς Συρίας καί τῆς Αἰγύπτου ἐπενδύεται καί μέ ἰδιαίτερα ἐθνικά καί κοινωνικά χαρακτηριστικά,

Ὁ δεύτερος κύκλος, πού τόν ἐγκαινιάζουν οἱ ἀβαροσλαβικές ἐπιδρομές καί ἡ προέλαση τοῦ Ἰσλάμ στίς νοτιανατολικές ἐπαρχίες τῆς Αὐτοκρατορίας, ἀρχίζει μέ τήν ὁριστική ἀπώλεια αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν καί τήν διαμόρφωση ἀργότερα (8ος αἰώνας μ.Χ.) τῆς πρώτης ἐπικράτειας στή Δύση πού ἀμφισβητεῖ τό μονοπώλιο τοῦ Βυζαντίου στή Ρωμαϊκή κληρονομιά, τῆς Καρολίγγειας Αὐτοκρατορίας. Ὃ ἐκχριστιανισμός τῶν σλαβικῶν φύλων καί ἣ μορφοποίηση τοὺς σέ συντεταγμένα ἔθνη καθώς καί ἡ ὁλοκλήρωση τῆς μεταστοιχείωσης τοῦ ἀρχαίου σέ νέο ἑλληνισμό συμπληρώνουν τήν εἰκόνα τοῦ δεύτερου κύκλου.

᾿Ανάμεσα στό δεύτερο καί τρίτο κύκλο μεσολαβεῖ ὁ παρατεταμένος Βυζαντινο – βουλγαρικός πόλεμος μέ τίς καταστροφικές του συνέπειες.

Ὁ τρίτος κύκλος ἐπαναλαμβάνει, μέ τό σχήμα τῆς διευρυμέης ἀναπαραγωγῆς, τό γνωστό ἀπό τούς δύο ἄλλους κύκλους μοντέλο περίσφιγξης τοῦ Βυζαντίου ἀπό μία λαβίδα πού τό ἕνα της ἄκρο βρίσκεται βορειοδυτικά καί τό ἄλλο νοτιοανατολικά. Αὐτή τήν φορά ἡ Δύση δέν ἀμφισβητεῖ ἁπλά καί μόνον τό μονοπώλιο τοῦ Βυζαντίου στήν Ῥωμαϊκή πολιτειακή κληρονομιά, ἀλλά καί τό ἀποκλειστικό του δικαίωμα νά ὑπερασπίζεται τή Χριστιανοσύνη ἀπέναντι στούς ἄπιστους (σταυροφορίες), ἐνῶ στήν ᾿Ανατολή οἱ Ὀσμανλῆδες προβάλλουν σάν «ἐγγυητές» τῆς πολιτισμικῆς ἰδιαιτερότητας τῆς ᾽Αν. Μεσογείου, τῶν Βαλκανίων καί τῆς Μ. ᾿Ανατολῆς ἀπέναντι στήν «σχισματική» καί φεουδαρχική Δύση καί τήν ἀνευθυνότητα καί τήν ἀφερεγγυότητα τῆς Βυζαντινῆς ἀριστοκρατίας “. Ἢ παλαιολόγεια ἀναγέννηση. ὀργανικό στοιχεῖο τῆς ὁποίας ὑπῆρξε ἡ «παλαμική σύνθεση», καθώς καί ἡ διαμόρφωση μιᾶς κοινοπολιτείας ὀρθοδόξων λαῶν, ἐξισσοροποῦν τόν καταθλιπτικό συγχρονικό ἀπολογισμό, πού εἶχε σάν τελική του κατάληξη τήν Ἀλωση.

Εἰδικά γιά τόν δεύτερο κύκλο ὁ Βέλγος ἱστορικός H. Pirenne πε ἔχει διατυπώσει τήν περίφημη θέση του σύμφωνα μέ τήν ὁποία χωρίς τόν Μωάμεθ ὁ Κάρολος ὁ Μέγας θά ἦταν ἀδιανόητος. Ἧ θέση αὐτή, ἄν καί ἐκκινεῖ ἀπό λανθασμένες προκείμενες, ἀποδίδοντας τή χειραφέτηση τοῦ Γερμανικοῦ Βορρᾶ ἀπό τόν ἐκρωμαϊσμένο νότο καί τό Βυζάντιο (στά πλαίσια τῆς Καρολίγγειας Αὐτοκρατορίας) σέ μιά ὑποτιθέμενη διακοπή τοῦ ἐμπορίου μεταξύ ᾿Ανατολικῆς καί Δυτικῆς Μεσογείου λόγὼ τῶν ἀραβικῶν κατακτήσεων, συνοψίζει μέ ἐπιγραμματικό τρόπο τήν ὀργανική σχέση πού συνδέει τίς ἐξελίξεις στά δύο μέτωπα τοῦ Βυζαντίου στή διάρκεια, θά ἔλεγε κανείς, καί τῶν τριῶν κύκλων ἔνταξής του στίς διεθνεῖς σχέσεις. Ἔν πάσει περιπτώσει, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τόν δεύτερο κύκλο εἶναι βέβαιο ὅτι τό ἐμπόριο μεταξύ ᾿Ανατολῆς καί Δύσης δέν διεκόπη ποτέ, ἀφοῦ συνεχίσθηκε μέ διάμεσο ὄχι πιά τήν ᾿Αντιόχεια καί τήν ᾿Αλεξάνδρεια, ἀλλά τήν ἴδια τήν Κων λη (καί μάλιστα μέ τήν συμφωνία τῶν ᾿Αββασιδῶν χαλίφηδων τῆς Βαγδάτης). Παρά ταῦτα, ἣ ἀδυναμία τῶν ᾿Ισαύρων νά παράσχουν προστασία στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἀπέναντι στίς ἐπιδρομές τῶν Λομβαρδῶν (λόγω τῆς ἀπασχόλησής τοὺς μέ τούς Ἄραβες) καί κυρίως ἡ εἰκονομαχική ἐκκλησιαστική τους πολιτική πού δέν ἦταν ἀποδεκτή ἀπό τόν Πάπα, ἔσπρωξε τήν Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης νά συνάψει μιά στρατηγικοῦ χαρακτήρα συμμαχία μέ τήν Καρολίγγεια Β.Δ. Εὐρώπη μέ ἀνυπολόγιστες μακροπρόθεσμες συνέπειες.

, , , , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.