Το Ελληνικό Αρχιπέλαγος

Γράφει ο Διονύσης Μαυρογιάννης,* από το Περιοδικό Ελλοπία τ. 61, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2002, σελ. 56-60

*καθηγητής Κοινωνιολογίας και πρ. πρύτανης Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Ο τίτλος του θέματος μας δεν έχει ανάγκη κανενός επιθετικού ή γεωγραφικού προσδιορισμού για να αντιληφθεί ο αναγνώστης ότι πρόκειται για τις θάλασσες ή τα πολυάριθμα επιμέρους πελάγη του Αιγαίου. Και τούτο διότι ο όρος «Αρχιπέλαγος» δημιουργήθηκε και επικράτησε για περισσότερο από μισή χιλιετία με αφορμή το Αιγαίο και για το Αιγαίο*1′. Η ορολογία αυτή διαμορφώθηκε στα έργα ναυτικής χαρτογράφησης και καταγραφής που έκαναν κυρίως και σε εκτεταμένη χρονική περίοδο και γλωσσική βάση ναυτικές πολιτείες και κράτη της Δύσης, όπως η Βενετία, η Ιταλία και η Ολλανδία*2′. Στην εξόρμησή τους προς την Ανατολική Μεσόγειο, το Αιγαίο και τις παράκτιες περιοχές του τότε βυζαντινού κατ’ αρχάς και ενετικού – γενοβέζικου και οθωμανικού ακολούθως χώρου (σημερινή Ελλάδα, Μικρασία, Εγγύς Ανατολή και Β. Αφρική), για την ανεύρεση και εκμετάλλευση πρώτων υλών καθώς και για την ανάπτυξη του εμπορίου, το Αιγαίο με τα νησιά του και τον ελληνικό πληθυσμό απετέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Στα μάτια των Δυτικών ναυτικών, εμπόρων, ταξιδιωτών και κρατών, το Αιγαίο στο σύνολο του (κατοικημένα νησιά, ακατοίκητα, ξερονήσια, βράχια, ξέρες, ύφαλοι, φανοί και σημαδούρες, λιμάνια και όρμοι, θαλάσσιοι διάδρομοι και δίοδοι, γεωφυσική αποτύπωση, σημεία ύδρευσης για τα πλοία, πνέοντες άνεμοι κατά περιοχή και εποχή, ανθρωπογεωγραφική ταυτότητα καθώς και τα εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου παράλια), αποτελούσε μια πολύπλευρη και λειτουργική ενότητα. Και αυτή η γεωγραφική, οικονομική και ανθρωπολογική ενότητα που τη χαρακτήριζε και μια διαχρονική ελληνική πολιτιστική ταυτότητα, σήμαινε για τους Δυτικούς ότι το ένα ήταν δεμένο με το άλλο στην περιοχή αυτή και ότι το πρώτο μοιραίως οδηγούσε στο επόμενο, με τρόπο που, όσο δεν μπορούσες να προσθέσεις κάτι σ’ αυτά (π.χ. άλλο ένα νησί, βράχο, ξέρα), άλλο τόσο δεν μπορούσες και να αφαιρέσεις. Οσο για τους κατοίκους των νησιών του Αιγαίου και την πρόσληψη της εθνικής τους ταυτότητας από τους Δυτικούς καθώς και της γλωσσικής, θρησκευτικής, ενδυματολογικής, οικονομικής και κοινωνικής τους ιδιαιτερότητας, οι χαρτογραφήσεις και περιγραφές της εποχής

(από το μεσαίωνα έως τους τελευταίους αιώνες) δεν άφηναν καμιά αμφιβολία για την ελληνικότητά τους. Οι χάρτες όπως και οι παρατηρήσεις και οι διηγήσεις των Δυτικών ταξιδιωτών αποδίδουν σε όλον αυτόν τον αιγαιακό χώρο, με τα νησιά, κατοικημένα και ακατοίκητα, αλλά και με τα ένθεν και εκείθεν ελληνικά παράλια, τον όρο Αρχιπέλαγος. Με τις αναφορές τους δε στη διαχρονική ιστορία του Αιγαίου και στον ελληνικό του χαρακτήρα από την αρχαιότητα έως την εποχή τους, έκαναν την πρόσθετη λογική διαπίστωση και ανεγνώριζαν ότι η θάλασσα αυτή που έμοιαζε και ταυτιζόταν με Λίμνη ήταν, μαζί με το γύρωθεν αυτής ηπειρωτικό χώρο, ανέκαθεν ελληνική, όχι μόνο κατά το παρελθόν αλλά επίσης και καθ’ όσο χρόνο ξένα κράτη και λαοί εισχωρούσαν, διέσχιζαν, εμπορευόντουσαν αλλά και κατακτούσαν τμήμα ή τμήματα της ευρύτερης αυτής αιγαιοπελαγίτικης περιοχής*3».

Οι πιο πάνω ευρωπαϊκές καταγραφές ακολούθησαν βέβαια τις παλιότερες πτολεμαϊκές, περσικές, βυζαντινές και αραβικές. Και ενέπνευσαν επίσης Μουσουλμάνους Τυνησίους, Τούρκους και Οθωμανούς να ασχοληθούν από πολύ ενωρίς (16ος αι.) με τη χαρτογράφηση της Μεσογείου, του Ευξείνου Πόντου και ακολούθως του Αιγαίου ως Αρχιπελάγους, με κύριο στόχο την κατάκτηση νήσων και θαλασσίων περιοχών τους. Έτσι, ο Οθωμανός Πιρί Ρεΐς (1470-1553), κουρσάρος και ναύαρχος του Σουλτάνου, εκπονεί το Βιβλίο της Ναυσιπλοίας, στα πλαίσια της πολιτικής και οικονομικής αναμέτρησης εκείνης της εποχής ανάμεσα στην Ισλαμική Ανατολή και στη Χριστιανική Δύση, στο οποίο χαρτογραφεί Αιγαίο και Μεσόγειο, παρέχοντας αναλυτικές πληροφορίες για τη ναυτική τέχνη και την ασφαλή ναυσιπλοία σ’ αυτές τις περιοχές. Το έργο του Πιρί Ρείς μεταφράσθηκε από το φιλόλογο Δημήτρη Λούπη και δημοσιεύθηκε πρόσφατα πλήρες, με σχόλια, χάρτες και εκτεταμένες βιβλιογραφικές αναφορές*4*. Ο Π.Ρ. υιοθετεί από οθωμανικής πλευράς τον όρο Αρχιπέλαγος για τον Αιγαιακό θαλάσσιο χώρο, μη παραλείποντας βέβαια να αναγνωρίσει ότι η ονομασία Αρχιπέλαγος οφείλεται στους «απίστους» (Χριστιανούς) οι οποίοι και κατοικούσαν, κατά τη μαρτυρία του, όλα τα νησιά του αιγαιακού χώρου: «Πρέπει να γνωρίζουμε πως περιγράψαμε όλα τα νησιά που ανήκουν σ’ αυτό που οι άπιστοι αποκαλούν Αρσουπαλούγκα – Arsu-palugha (Αρχιπέλαγος), το οποίο σημαίνει «ανάμεσα στα νησιά». Σε ορισμένα από τα Δωδεκάνησα, ο Π.Ρ. αφιερώνει αρκετές σχετικά σελίδες – τρεις δε για την Κάλυμνο (Κελεμέζ), με χάρτη με πολλά τοπωνύμια, ταυτόσημα με τα σημερινά. Η Κάλυμνος προσδιορίζεται με αναφορά σε άλλα νησιά, όπως η Ψέριμος (Κετσί), η Κως, η Λέρος. Τη χρήση της ονομασίας Αρχιπέλαγος κάνουν και άλλοι μεταγενέστεροι Οθωμανοί (17ος αι.), οι οποίοι συνέχισαν τις ναυτικές καταγραφές για το Αιγαίο και τη Μεσόγειο, ενώ πορτολάνοι και πίνακες – χάρτες του Αρχιπελάγους, οθωμανικής παραγωγής (Γαλατά) επωλούντο σε ευρωπαϊκές δημοπρασίες έργων τέχνης έως πρόσφατα. Επόμενο ήταν οι Οθωμανικές χαρτογραφήσεις, όπως επίσης και κυρίως οι χαρτογραφήσεις των Ευρωπαίων, να αποτελέσουν πηγή πληροφοριών για πολλούς μελετητές καθώς και για λιγοστούς Έλληνες στη συνέχεια.

Παρά την εναλλαγή κατακτητών του Αιγαίου και συνεπώς τη διάσπαση της κυριαρχίας επ’ αυτού επί βυζαντινής, ενετικής και οθωμανικής περιόδου, διατηρήθηκε ο όρος Αρχιπέλαγος και κατέστη μάλιστα περισσότερο λειτουργικός, λαογραφικός, φιλολογικός και καλλιτεχνικός.

Το Αιγαίο Πέλαγος, ανεξάρτητα και πέρα από τον αρχιπελαγικό του χαρακτήρα, παρέμεινε και παραμένει στη συλλογική συνείδηση και μνήμη ως ένα σύνολο από επιμέρους πελάγη και θάλασσες, και τούτο όχι μόνο στο τέλος του πρώτου ημίσεος του 20ού αιώνα, οπότε το σύνολο σχεδόν των νησιών επανήλθε στους κόλπους του ελληνικού κράτους, αλλά και πολύ πιο πριν κατά τη διάρκεια των προηγουμένων αιώνων που τους χαρακτήριζαν κατακτήσεις, δουλεία και διωγμοί των ελληνικών πληθυσμών. Σε λαϊκά και έντεχνα τραγούδια, σε επαναστατικές διακηρύξεις, σε ιστορικά και φιλολογικά κείμενα, σε τίτλους περιοδικών και ημερήσιων εκδόσεων επέζησε η ονομασία Αρχιπέλαγος, γύρω και μέσα στο οποίο περικλείεται αλλά και καθρεφτίζεται η κοινή αντίληψη και πεποίθηση για την γεωπολιτική, ανθρωπογεωγραφική και πολιτιστική ενότητα νησιών, νησίδων, θαλασσών και ανθρώπων®.

Οι πεποιθήσεις αυτές συνεχίζουν να είναι παρούσες, βιωματικές και έκδηλες και έχουν γίνει αντικείμενο σχετικής έρευνας και μελέτης. Στο επίκεντρο των σύγχρονων αυτών προσεγγίσεων βρίσκονται αφ’ ενός το δυνητικό «αρχιπελαγικό» καθεστώς της περιοχής και αφ’ ετέρου τα πολιτιστικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν και ενώνουν τον αιγαιακό νησιώτικο πληθυσμό με τους ελληνικούς πληθυσμούς των παρακειμένων θαλασσών, όπως είναι οι Μαυροθαλασσίτες, οι Κρητικοί, οι Κύπριοι και πέρα τούτων, οι κάτοικοι των Ιονίων Νήσων.

Και η μεν πρώτη αναζήτηση, αυτή εστιάζεται στις γεωπολιτικές ιδιαιτερότητες και στον εντεύθεν νομικό προσδιορισμό ορισμένων τουλάχιστον ομάδων νήσων, όπως οι Νότιες Σποράδες ήτοι τα Δωδεκάνησα (sic), η δε δεύτερη στον ανθρώπινο παράγοντα και στην αναπαραγόμενη μέσα από τις εποχές ιστορική ταυτότητα ομοειδών πολιτιστικών προϊόντων των νήσων αυτών (γλώσσα, έθιμα, εθνότητα, οικονομία, ναυσιπλοΐα, επικοινωνία). Σχετικά με την αρχιπελαγική αυτή προσέγγιση του Αιγαίου, γεγονός είναι ότι ένα παρόμοιο καθεστώς, από θεωρητική πλευρά, θα προσέδιδε σε συγκεκριμένα νησιά και στη γύρωθεν θαλάσσια περιοχή, με ό,τι συμπεριλαμβάνει αυτή (νησίδες, βράχους, ξέρες, υφάλους κ.λπ.), μια νομική ενότητα αλληλεξαρτωμένων νησιώτικων τμημάτων μεταξύ κύριου κατοικημένου νησιού και παρεπομένων νησίδων και βράχων. Επιπροσθέτως, ως προς τα έξω, θα εμπεριείχε και την έννοια της εθνικής επικυριαρχίας με το εντεύθεν προερχόμενο τεκμήριο νομιμότητας εφ’ όλου του νησιώτικου χώρου, οπωσδήποτε δε επί τη βάσει της συνεχούς και ομοιόμορφης λειτουργικότητας κύριου νησιού και παρεπομένων γύρωθεν νησίδων, βράχων κ.λπ., αν όχι βάσει γραπτών συνθηκών. Η Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, δεν εγείρει θέμα αρχι-πελαγικού χαρακτηρισμού τμήματος ή όλου του Αιγαίου. Και τούτο για διαφόρους ιστορικούς, πολιτικούς και νομικούς λόγους. Άλλωστε, η Ελλάδα έχει επικυρώσει (1994) τη Διεθνή Σύμβαση θαλάσσης του 1984, η οποία καθορίζει αφ’ ενός τις προϋποθέσεις ανακήρυξης νησιωτικών χώρων ως αρχιπελαγικών κρατών και αφ’ ετέρου και τους όρους ναυσιπλοΐας διαμέσου αυτών*7*. Και βέβαια, από μια γενικότερη άποψη, ορισμένες νησιώτικες περιοχές της χώρας μας (Ιόνιο, Δωδεκάνησα) θα πληρούσαν τις σχετικές αντικειμενικές προϋποθέσεις συγκρότησής τους ως αρχιπελαγικών κρατών, εξίσου ικανοποιητικά με άλλα υφιστάμενα ήδη στον Ινδικό και Ειρηνικό Ωκεανό. Οι ιστορικές όμως συνθήκες κάτω από τις οποίες οι πιο πάνω ελληνικές περιοχές ενσωματώθηκαν στον πολιτειακό κορμό της χώρας μας δεν ευνοούσαν έναν αρχιπελαγικό προσανατολισμό, και τότε και τώρα. Όπως αποδεικνύει η σύγχρονη πολιτική ιστορία, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των συνθηκών της εθνογέ-νεσης και εξέλιξης της Ελλάδας καθώς και των γειτονικών λαών και κρατών, η αρχική συγκεντρωτική μορφή του νεοελληνικού κράτους στο οποίο ενσωματώθηκαν σταδιακά και έως το 1947 γεωγραφικά τμήματα, απετέλεσε παράγοντα σταθεροποίησης και εγγύησης της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας μας αλλά και της ευρύτερης περιοχής.

Τούτων δεδομένων, η δεύτερη προσέγγιση του θέματος της ταυτότητας του αιγαιακού χώρου μέσα από την ενότητα των ποικίλων πολιτιστικών και κοινωνικών παραμέτρων καθώς και της λειτουργικής συνεκτικότητας και αλληλεξάρτησης των επιμέρους νησιωτικών σχηματισμών, αποδεικνύεται ως η σημαντικότερη, αν μη η μόνη, και ορθότερη επιλογή της επιστημονικής, πολιτιστικής και πολιτικής διαχείρισης του εν λόγω αντικειμένου. Προς αυτήν πράγματι την κατεύθυνση στρέφεται και δραστηριοποιείται το σύγχρονο επιστημονικό ενδιαφέρον όσο και αν φαίνεται σποραδικό και ασυντόνιστο.

Κατ’ αρχάς, αναγκαίο είναι να υπενθυμίσουμε ότι ήταν συνειδητή και τρέχουσα η έννοια του Αρχιπελάγους για τα επιμέρους πελάγη καθώς και για τις θάλασσες κσι τα νησιά σε ιστορικά κείμενα της εθνογένεσης (Χάρτα του Ρήγα Βελεστινλή) καθώς και της οργάνωσης του Επαναστατικού Αγώνα της Παλιγγενεσίας, όπως οι Διακηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Αποτελεί δε αξιόλογη προσθήκη στη σχετική βιβλιογραφία το έργο του αείμνηστου Ηλία Π. Γεωργίου, Δρος Νεώτερης Ιστορίας, Το Αθάνατο 1821. Διπλωματική, θρησκευτική και εμποροναυτική πολιτική των Γαλλικών Κυβερνήσεων 1770-1831, τόμος Β’, (Αθήνα 1997,568 σελίδες). Πολλά από τα δημοσιευόμενα γαλλικά έγγραφα αναφέρονται στα νησιά του Αρχιπελάγους, εξεδίδοντο δε και «Δελτία Αρχιπελάγους» από το Γενικό Προξενείο της Γαλλίας στη Σμύρνη. Καθ’ όλο δε το 19ο αιώνα, οι Γάλλοι και στη συνέχεια Αγγλοι και Αμερικανοί αργότερα χαρτογραφούσαν τον αιγαιακό χώρο ως ελληνικό Αρχιπέλαγος.

Στα Αρχεία του Ε.Λ.Ι.Α. τα οποία συμβουλεύθηκα με την ευγενική συνδρομή του Μάνου Χαριτά-του, υπάρχουν: 37 γαλλικοί χάρτες από το Depot de la Guerre με ονομασίες για το Αρχιπέλαγος (19ος – 20ός αι.), 25 αγγλικοί του Αγγλικού Hydrographic Office, Σειρά Αρχιπελάγους και 18 Χάρτες της Υδρογραφικής Υπηρεσίας της δεκαετίας 1920 -1932. Από τα μέσα του 19ου αι. έως το 1910, το Ημερολόγιο του Αρχιπελάγους το οποίο τυπωνόταν στα ελληνικά και τουρκικά κατέγραψε επιμελώς και πλήρως π.χ. τα Δωδεκάνησα, τα κύρια νησιά, τα μικρά και παρεπόμενα, όπως επίσης και τις ακατοίκητες βραχονησίδες που αποτελούσαν «εξαρτήματά» τους, ενίοτε τα ονόματα των ιδιοκτητών καθώς και τον αριθμό των αιγοπροβάτων σε κάθε νησί. Επ’ αυτών των τελευταίων υπήρχαν, όπως φαίνεται, και οι σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας στα αρχεία των Δωδεκανησιακών Δήμων ως την εποχή της ενσωμάτωσης τους στην Ελλάδα το 1947<9′.

Στις αρχές του 20ου αι. (1918) εκδίδεται για τέταρτη φορά στην Ερμούπολη ο Νέος Λιμενοδεί-κτης του Νικολάου Γ. Κοτσοβίλη, με 250 λιμενικούς χάρτες και λεπτομερείς και επακριβείς καταγραφές. Χαρακτηριστικά αναφέρει μεταξύ των 15 περίπου Νησίδων και Βραχονησίδων της Καλύμνου, ακόμη και τα Ίμια, ενώ περιγράφει λεπτομερώς τους δύο Βράχους Πόρτες της Πάρου, με τη βοήθεια βυθομέτρησης της θάλασσας και οδηγίες για το διάπλου του σημείου αυτού ανάλογα με τους ανέμους που πνέουν στην περιοχή’10’.

Στη συνέχεια, οι Συνθήκες της Λωζάννης (1923) καθώς και οι Διαταγές της Ιταλικής Διοίκησης αλλά και η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (1947) προσδιορίζουν επαρκώς και επακριβώς τα νησιά της Δωδεκανήσου και τις νησίδες και βραχονησίδες που συνδέονται ως «εξαρτήματα» μαζί τους από άποψη γεωγραφική, ναυτική, οικονομική (ακόμη και για τα Ίμια γίνεται σχετική μνεία αναφορικά με την Κά-λυμνο)’11.

Όσον αφορά στην αφύπνιση της ελληνικής επιστήμης, αυτή καθυστέρησε να ασχοληθεί με θέματα των Νήσων του Αιγαίου σχετικά με το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς σχέσεις, περίοδο κατά την οποία οι γείτονες της Μικρασίας είχαν ήδη αρχίσει από την επομένη της Συνθήκης της Λωζάννης να παραπονούνται ότι είχαν στην κατοχή τους δύο μόνο νησιά του Αιγαίου (την Ίμβρο και την Τένεδο). Εστράφησαν δε περαιτέρω στην αξιοποίηση του παλαιότερου υλικού των Οθωμανών θαλασσογράφων τους Χάρτες και τις καταγραφές των οποίων προέβαλαν δεόντως, προφανώς για θεμελίωση των εγειρομένων σήμερα διεκδικήσεών τους.

Κατά τη δεκαετία του 1980 όμως αρχίζει η επιστημονική αντίδραση από την ελληνική πλευρά, με την ενημέρωση του ελληνικού αναγνωστικού κοινού για το τι γράφουν και τι υποστηρίζουν για την Ελλάδα οι Τούρκοι, μέσα από το έργο του Παύλου Χιδίρογλου, καθηγητή Πανεπιστημίου και Συμβούλου του ΥΠΕΞ. Το 1981 ο Ιωάννης Μελάς, γνωστός ιστορικός της Ικαρίας και των Νήσων του Αιγαίου, σε επιστημονική του ανακοίνωση στο Ζ Διεθνές Συμπόσιο του Αιγαίου, (Κως, 1981) θέτει το πρόβλημα της τουρκικής προπαγάνδας τόσο για την παλαιότερη κατάκτηση του Αιγαίου όσο και για τη σύγχρονη αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας σ’ αυτή την περιοχή*12).

Το 1984 εκδίδεται με πρόλογο του Παύλου Χιδίρογλου το γνωστό έργο του Πιρί Ρεΐς το οποίο χαρακτηρίζεται ως έργο προετοιμασίας της βίαιης κατάκτησης του ελληνικού Αιγαίου κατά το παρελθόν, στα πλαίσια του τουρκικού επεκτατισμού του 16ου αι., διαγράφοντας τα ιστορικά και γεωπολιτικά πλαίσια καθώς και τους σκοπούς του έργου του Π.Ρ. αλλά και τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από ορισμένες διαπιστώσεις, για την ελληνικότητα του Αιγαίου*13).

Τέλος, το 1995 ο Μιχάλης Σκανδαλίδης, δημοσιεύει τη φροντισμένη μελέτη του για το Νησιωτικό Μικρόκοσμο του Δωδεκανησιακού Πελάγους που συνιστά μια συστηματική προσέγγιση των γεωγραφικών, ιστορικών, κοινωνικών και ονοματολογικών παραμέτρων’14).

Οι εκδόσεις και μελέτες των πιο πάνω τριών συγγραφέων, συνεκτιμώμενες και αξιολογούμενες – με την πρόσθετη διεισδυτική και πολύτιμη βιβλιοκρισία του καθ. Νίκου Φοροπούλου – πέραν εκείνων τις οποίες αναφέραμε στη σημείωση 2, προσφέρουν μία βασική, σφαιρική και υπεύθυνη ενημέρωση για το ελληνικό Αρχιπέλαγος, τη διαχρονική ελ-ληνικότητά του καθώς και τα σημεία, αποδεικτικά και θεμελιωτικά, νομικά, πολιτιστικά και γεωφυσικά, υπέρ των υφισταμένων κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας.

Το Ελληνικό Αρχιπέλαγος ως διαχρονική και ενιαία πολιτιστική ταυτότητα των νήσων του αιγαιακού χώρου συνεχίζει να επισύρει την προσοχή, ενασχόληση και υποστήριξη τόσο της επιστημονικής και ερευνητικής κοινότητας όσο και της Πολιτείας. Αναφέρονται ενδεικτικά αφ’ ενός η ίδρυση το 1997 και δραστηριοποίηση της Εταιρείας Αρχιπέλαγος, η οποία ερευνά και μελετά τα ποικίλα πολιτιστικά θέματα του Αιγαίου και αφ’ ετέρου η ομιλία του Γιάννη Νικολάου, Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου Τύπου στην Έκθεση για τη «Θάλασσα του Αιγαίου» που οργανώθηκε στο Παρίσι τον Νοέμβριο 2000.0 Γ.Ν. είπε μεταξύ άλλων ότι «το Αρχιπέλαγος υπήρξε επί αιώνες το λίκνο τον ελληνικού πολιτισμού, που ένωνε με τη ναυσιπλοΐα τους λαούς της Μεσογείου, πηγή έμπνευσης για χιλιάδες χρόνια…» (βλέπε Ελευθεροτυπία της 9.11.2000, σελ. 27).

Θα περατώσω αυτόν τον περίπατο σε κείμενα, καταγραφές και διακηρύξεις για το ελληνικό Αρχιπέλαγος με μια σύντομη αναφορά στο Ένθετο της «Ε» της 13.8.1999 το αφιερωμένο στο Αρχιπέλαγος, το Αιγαίο των Ελλήνων. Στο 24σέλιδο αυτό τεύχος, συνάδελφοι καθηγητές του Πανεπιστημίου του Αιγαίου κάνουν πολύπλευρες θεωρήσεις της περιοχής αυτής διαμέσου μιας πρωθύστερης αλλά και σύγχρονης διεπιστημονικής προσέγγισης. Προβάλλουν εκείνα τα στοιχεία και κριτήρια που αποδεικνύουν ότι το Αιγαιακό Αρχιπέλαγος, για περισσότερο από «50 αιώνες, ζει ελληνικά», πολύ δε περισσότερο αν προσθέσουμε τη νεολιθική εποχή με τους Πρωτοέλληνες. Από τις πιο αθέατες και άγνωστες πλευρές του Αιγαίου και ιδιαίτερα της Δεκατετρανήσου, όπως ορθότερα πρέπει να αποκαλείται η Δωδεκάνησος ή οι Νότιες Σποράδες, είναι, σύμφωνα με τις απόψεις των συναδέλφων του Πανεπιστημίου, η λειτουργική ένταξη των ακατοίκητων νησίδων, βραχονησίδων, βράχων, φάρων και άλλων υπέρ την θάλασσα σημείων, στην καθημερινή ζωή των κατοίκων: στα ξερονήσια αυτά βόσκουν αιγοπρόβατα από τη νεολιθική εποχή, μεταφερόμενα από τα κυρίως νησιά με καΐκια κατά τακτές περιόδους του χρόνου. Στις θάλασσες, στους όρμους και στους βιότοπους γίνεται η παραδοσιακή αλιεία και υπάρχουν διαδρομές των σφουγγαράδων, γνωστές ήδη από τις περιγραφές του Αριστοτέλη στο πολύτομο έργο του για τα ζώα. Ot βραχονησίδες και οι ξέρες που στις διεθνείς συνθήκες προσδιορίζονται ως «εξαρτήματα» των κατοικημένων νησιών, χρησιμεύουν για χιλιάδες χρόνια, κατά γνωστό και στερεότυπο τρόπο, ως σημαδούρες και περάσματα της ναυσιπλοΐας, ελληνικής και διεθνούς, όντας καταχωρημένα σε όλες τις ναυτικές εκδόσεις και τους ναυτικούς Οδηγούς. Το σχετικό άρθρο του συναδέλφου Νίκου Βερνίκου, καθηγητή της Ανθρώπινης Οικολογίας (παλιότερα μιλούσαμε για Ανθρωπογεωγραφία) για τον «Πολιτισμό των Βραχονησίδων [και] τα οχτώ περάσματα του Αιγαίου», μαζί με τα υπόλοιπα για τις «Μουσικές του Αιγαίου» του Λάμπρου Λιάβα, για την «Ιδέα του πολιτισμικού τεχνολογικού πάρκου – δικτύου των Νησιών του Αιγαίου» του καθηγητή Σ. Χτούρη, την «Ιστορία που γράφτηκε στην πέτρα» του Ερευνητή Μάκη Αξιώτη και τα υπόλοιπα του Πρύτανη Θεμ. Δ. Λέκκα, του υπουργού Νίκου Σηφουνάκη, του καθηγητή Κώστα Καρτάλη και του Στρατή Μπαλάσκα, αποτελούν τεράστια, λόγω των γνωστικών αντικειμένων τους, επιστημονική συμβολή στην «επανεθνίκευση» της ονομασίας, της σημασίας, της έννοιας και του περιεχομένου του Ελληνικού Αρχιπελάγους.

Το Πανεπιστήμιο συνεπώς του Αρχιπελάγους, όπως ταιριάζει να αποκαλείται, μπορεί να δείξει το δρόμο στους νεώτερους ερευνητές και μελετητές για μια συστηματική και διεπιστημονική (επιστημονική πολυπλοκότητα) προσέγγιση όλων των πλευρών του θέματος, σε τρόπο που να γνωρίσουν και αυτοί που είναι ταγμένοι να κάνουν τις καλλίτερες δυνατές πολιτικές επιλογές εντός της χώρας και εκείνοι των οποίων οι γνώμες, απόψεις και αποφάσεις έχουν επιπτώσεις στις διεθνείς σχέσεις, την αντικειμενική κατάσταση και ταυτότητα του αιγαιακού χώρου.

Εμείς, υπενθυμίζουμε το αξεπέραστο αρχαιολογικό, ιστορικό και ανθρωπολογικό έργο του Αγγλου George Thomson που ήρθε μεταπολεμικά στην Ελλάδα, μελέτησε την αρχαία ελληνική κοινωνία και το προϊστορικό Αιγαίο και δημοσίευσε το ομώνυμο σύγγραμμα που έβαλε τη σφραγίδα του στην υφιστάμενη βιβλιογραφία για τις θάλασσες και τους Έλληνες του Αιγαίου όπου άνθρωποι και τόποι είναι αδιάκοπα και αδιατάρακτα δεμένοι από τη νεολιθική ήδη εποχή έως και σήμερα*15′.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Η απαξίωση των ελληνικών νησιών


Βιβλιογραφικές παραπομπές και βοηθήματα

1.Archipel, (it. Archipelago du grec pelagos = mer. Ensemble Γ lies disposees en groupe) (Αρχιπέλαγος, στα ιταλικά αρχιπέλαγο από το ελληνικό πέλαγος = θάλασσα), Petit Larousse illustre 1984, σελ. 59 και Archipel, ancien nom de la mer Egee (Αρχιπέλαγος, παλαιό όνομα της θάλασσας του Αιγαίου, όπ., αν. σελ. 1123). Στο πιο πάνω λήμμα του γαλλικού λεξικού, η ονομασία Αρχιπέλαγος θεωρείται ως παλαιό όνομα σήμερα, εποχή κατά την οποία εξεδόθη το Larousse. Κατά τη διαχρονική όμως ιστορία του, η αρχαία ονομασία του Αιγαίου (έως τη βυζαντινή περίοδο) ήταν Αιγαίο Πέλαγος, ενώ η ονομασία του ως Αρχιπελάγους είναι η νεώτερη και σύγχρονη, δεδομένου ότι αυτή γενικεύεται και επικρατεί στις χαρτογραφήσεις έως και το Μεσοπόλεμο (20ός αι.). Αναλυτική είναι η έκδοση που έκανε ο Ολκός το 1985 με ανατύπωση το 1999. Οι τρεις σύντομες αλλά περιεκτικές μελέτες των Β. Σφυρόερα, Αννας Αβραμέα και Σπ. Ασδραχά αναπλάθουν το Ιστορικό Περίγραμμα του Αιγαίου μετά το 15ο αι., αναφέρονται στη Χαρτογράφηση και στους Χάρτες της περιοχής και συναρτούν τις δύο αυτές παραμέτρους με τον αρχιπελαγικό αυτό χώρο: βλ. σχετικά Σπ. Α, “Το Ελληνικό Αρχιπέλαγος, μια διάσπαρτη πόλη» όπ. αν. σελ. 235-248.

To 1981, το Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος εκδίδει με Πρόλογο του ΑΙ Τζαμτζή, Γεν. Γραμματέα του, τους Αιγαιοπελαγίτικους Πορτολάνους, ήτοι 28 Χάρτες με λιμάνια του Αιγαίου από το 19ο αι. Το 1997, ο Νίκος Μπελαβίλιας εκδίδει για δεύτερη φορά την εξαίρετη χαρτογραφική, ιστορική και κοινωνική διατριβή του για τα Λιμάνια και τους Οικισμούς στο Αρχιπέλαγος της Πειρατείας (15ος – 19ος αι.). Πρόκειται για μια πολύπλευρη προσέγγιση του νησιώτικου αυτού χώρου, τόσο από τεχνική όσο και από ανθρωπογεωγραφική άποψη. Το 1941 η Ελένη Βουραξέλη παρουσίασε στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών τη διδακτορική διατριβή για το Αρχιπέλαγος – Αιγαίον Πέλαγος. Πρόκειται δε για τη μόνη ad hoc επιστημονική μελέτη για το Αρχιπέλαγος, την οποία όμως δεν μπορέσαμε να την συμβουλευθούμε. Τέλος, σημειώνουμε την πιο πρόσφατη έκδοση του Γιώργου Τόλια (Ε.I.E.) για τους Ελληνικούς Ναυτικούς Χάρτες – Πορτολάνους (15ος -17ος αι.), έκδοση Ολκός, 1999. Η μελέτη αυτή εστιάζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στην ελληνική χαρτογράφηση, στους Έλληνες κατασκευαστές και χρήστες. Μιλώντας, πρώτος αυτός καθ’ όσο γνωρίζουμε, για «Ελληνική Σχολή» σ’ αυτό τον τομέα, ανιχνεύει από τον 1ο – 2ο μ.Χ. αι. του Περίπλου της Μεγάλης θαλάσσης (Εύξεινο Πόντο) ως το Στασιοδρομικόν του Κων. Πορφυρογεννήτου, τους Χάρτες και Πορτολάνους του 17ου αι., τους Πορτολάνους της Κρητικής Σχολής και περατώνει με τον Καπετάν Νικόλαο Κεφαλά, Χάρτα εκτεταμένη του Αρχιπελάγους, Παρίσι, 1817 ή 1818.

2.            Βλέπε συνοπτική μεν αλλά κυριότερη βιβλιογραφία: Αννα Α-βραμέα, «Η χαρτογράφηση του παράλιου χώρου», Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, 1972, σελ. 179 – 230, Α. Τζαμτζή, «Ναυτικοί, καράβια και λιμάνια», όπ. αν. σελ. 57 -178, ΔΑ. – Σ/7., «Το εμπόριο και η Ναυτιλία όπως τα είδαν οι Περιηγητές», όπ. αν. σελ. 316- 406.

3.            Παραπομπή σε ένα από τα γενικότερα έργα του είδους: Ο. Dapper, Ακριβής περιγραφή των νήσων του Αρχιπελάγους και μερικών άλλων παρακειμένων νήσων. Περιέχονται οι ονομασίες των νήσων, η γεωγραφική τους θέση, οι πόλεις, τα κάστρα και η ιστορία, παλαιά και σύγχρονη, των κατοίκων τους, η διακυβέρνησή τους, οι Επαναστάτες, καθώς και τα ζώα και φυτά που απαντώνται α’ αυτές. Άμστερνταμ 1688 (μετάφραση από τη γαλλική έκδοση του 1703 και έκδοση θ. Μπανούση, Αθήνα, 2000. Κείμενο και στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά. 73 πίνακες και γκραβούρες). Το πληρέστερο έργο με 20607 λήμματα είναι του Χρήστου Ζαχαράκη, Α. Catalogue of printed Maps of Greece 1477-1800, Ουάσινγκτον, β’ έκδοση, 1992 + Addendum και Corrigendum, Αθήνα, 1998.

4.            Δημήτρης Λούπης, ο Πιρί Ρεΐς (1465 -1530) χαρτογραφεί το Αιγαίο. Η οθωμανική χαρτογραφία και η λίμνη του Αιγαίου, Αθήνα, Τροχαλία, 1999, 499 σελ. Στη συνέχεια, θα αναφερθούμε σε προηγούμενη έκδοση του έργου του Π. Ρ. με πολύ αξιόλογο Πρόλογο του Καθ. Παύλου Χιδίρογλου (1984).

5.            Βλ. Τα Ημερολόγια του Αρχιπελάγους που έβλεπαν το φως της δημοσιότητας σε νησιά του Αιγαίου (Χίος) κατά το 19 ° και τις αρχές του 20ού, στα ελληνικά αλλά με τουρκικό (αραβικό) χρονολόγιο, το έργο του Φ. Κόντογλου, θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες. Πρόλογος I. Μ. Χατζηφώτη, Αθήνα, εκδ. Αρμός, 1995, τα Ημερολόγια Αρχιπελάγους που εκδίδει τα τελευταία τρία χρόνια (1999, 2000, 2001) ο Στρατής Φιλιππότης, Το Ξύλινο Ημερολόγιο 1997 με 32 χάρτες (16ος-19ος αι.) που εξέδωσαν το 1996 οι Κ. Σπανός και Φ. Παππάς, κ.α.

6.            Αναφέρω από τις διάφορες μελέτες, εκείνες του Γ. Κ. Γιαγκάκη:

(α) Νησιολόγιο των κατοικουμένων ελληνικών νησιών, 1940 -1991. Η πληθυσμιακή αφαίμαξη και η σποραδική ανάκαμψη, η συνεχιζόμενη ερήμωση εθνικώς κρισίμων χώρων, 1995. (β) «Η σπουδαιότης των Καλογήρων του Αιγαίου (Άνδρου, Ψαρών)», Αέροπος, αριθ. 7,1996.

(γ) Αναλυτικό Νησιολόγιο των Νοτιοανατολικών Σποράδων («Δωδεκανήσου»). Η δωδεκανησιακή χιλιόνησος και η πολύπτυχη σημασία της, Αίγινα 1997.

(δ) Και άλλες εργασίες για τα Αρχιπελάγη των Βορείων Σποράδων, της Μεγίστης και των Διαποντίων Νήσων.

7.            Βλ. τη συστηματική εργασία του Συμβουλίου του Αποδήμου Ελληνισμού: A history of the International status of the Aegean Islands και The International Legal Status of the Aegean. Βλ. επίσης Γ. Ασωνίτη, Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της θάλασσας, Αθήνα, εκδ. Παπαζήση, 1995,439 σελ. Το Μέρος IV, σελ. 91 – 97 (άρθ. 46 – 54) αφορά στα «Αρχιπελαγικά Κράτη».

8.            Βλ. Δρος Δημήτρη Καραμπεροπούλου, Η Χάρτα του Ρήγα Βελεστινλή, Μελέτη, Ευρετήρια και 12 Χάρτες, Αθήνα 1998 (έκδοση με την υποστήριξη της Ακαδημίας Αθηνών). Σε έγγραφο που εστάλη από το Υπουργείο Εξωτερικών της Αυστρίας στον Πρέσβη της στην Κων/πολη στις 23 Δεκ. 1797, αναφέρεται ότι συνελήφθη ο Έλλην έμπορος Ρήγας Βελεστινλής επιστρέφοντας στην Τεργέστη από ταξίδι του στο Αρχιπέλαγος. Βλέπε Αιμ. Λε-γράνδ, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρ.Β., 1891, έκδ. 1996, σελ. 22. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ο οποίος είχε παραλάβει από τη Φιλική Εταιρεία και ενστερνισθεί τις ιδεολογικές επιλογές και τις επαναστατικές προκηρύξεις του Ρήγα Βελεστινλή, σε δυο τουλάχιστον, από όσο γνωρίζουμε, επιστολές του, αναφέρεται ρητώς σε Αρχιπέλαγος. Στην πρώτη που απευθύνεται από το Ισμαήλι, την 8η Οκτωβρίου 1820 (πριν από την Επανάσταση) προς τους Προύχοντες των Νησιών του Αιγαίου, διαλαμβάνει:«Πανιερώτατοι και Σεβασμιώτατοι Αρχιερείς, Ευγενέστατοι Άρχοντες και Προεστώ-τες και πάντες οι Προύχοντες του Γένους, οι απανταχού εις τας Νήσους του Αρχιπελάγους διατρίβοντες». Στη δεύτερη που απευθύνεται από το Ιάσιο στις 24 Φεβρουαρίου 1821, πληροφορεί τους Έλληνες των Παραδουναβίων Ηγεμονιών ότι «ο Μωρέας, η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Σερβία, η Βουλγαρία, τα Νησιά του Αρχιπελάγους, εν ενί λόγω η Ελλάς άπασα έπιασε τα όπλα». Τέλος, η επιστολή του, της 1ης Σεπτεμβρίου 1820 προς τους Έλληνες Πλοιάρχους, μολονότι δεν περιέχει τον όρο Αρχιπέλαγος, αποτελεί το σημαντικότερο ύμνο προς τους «θαλασσοπόρους Γραικούς», που είχε ποτέ απευθύνει στους ναυτικούς της εποχής, προσωπικότητα όπως ο Αλ. Υψηλάντης. Βλ. σχετικά κείμενα, Ιωάννης Λουκάς, Η νοηματοδότηση του 1821 και η ναυτική ισχύς του Ελληνισμού. Ιδεολογία και προπαγάνδα στις Προκηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη, εκδ. Παπαζήση, 1996, σελ. 13 – 47.

9.            Βλ. Βιβλιοκρισία Ημερολογίων Αρχιπελάγους από το Νίκο Φορόπουλο, η «Κ», φύλλο της 2.2.1999 καθώς και άρθρο του Νίκου Βερνίκου «Ο πολιτισμός των Βραχονησίδων» στο Ένθετο της «Ε» της 13.8.1999, αφιερωμένο στο Αρχιπέλαγος, το Αιγαίο των Ελλήνων.

10.          Ν. Κοτσοβίλη, Ο Νέος Λιμενοδείκτης κ.λπ. σελ. 381 (Ιμια) και σελ. 72.

11.          Βλ. Παύλου Β. Θεοδωροπούλου, Το ισχύον εν Δωδεκανή-σω Δίκαιον, β’ έκδοση Υπουργείου Δικαιοσύνης, 1981, σελ. 286: «Ημείς, Μάριο Λάγκο, Κυβερνήτης της Ρόδου και των εξαρτημένων νήσων» και σελ. 297: «Βίκτωρ Εμμανουήλ ο III, Βασιλεύς της Ιταλίας, Απεφασίσαμεν και διατάσσομεν. Άρθρον 1, Διά της εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης της Λω-ζάννης της 24ης Ιουλίου 1923 (παράγρ. 1) …εις τας νήσους του Αιγαίου Αστυπάλαιαν, Ρόδον, Χάλκη ν, Κάρπαθον, Κάσον, Τήλον, Νίσυρον, Κάλυμνον, Λέρον, Πάτμον, Λειψών, Σύμην, Κω, Καστελόριζον και εξηρτημένα νησίδια».

Ως γνωστόν, άπαντα τα δικαιώματα της Ιταλίας επί των νήσων και των εξηρτημένων (ακατοικήτων) νησιδίων περιήλθαν στην Ελλάδα με τη Συνθήκη της Ειρήνης των Παρισίων του 1947. Τα δικαιώματα δε αυτά τα είχε αποκτήσει η Ιταλία από την Τουρκία κατά τον ίδιο τρόπο. Βλέπε όπ. αν., σελ. 572: «Η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των κάτωθι απαριθμουμένων νήσων τουτέστι (αναγράφονται τα ονόματα των ιδίων νήσων με την αυτήν ως και ανωτέρω σειράν) των κατεχομένων νυν από της Ιταλίας, και των νησίδων των εξ αυτών εξαρτωμένων ως και της νήσου Καστελλορίζου (άρα χάρτην αριθ. 1)».

12.          Ανακοίνωση δημοσιευμένη στα Δωδεκανησιακά Χρονικά, τόμ. I, Αθήνα 1984, σελ. 268 – 290.

13.          Βλέπε αναλυτική βιβλιοκρισία και σχόλια του Νίκου Φορό-πουλου στα Δωδεκανησιακά Χρονικά, Τόμ. IB’, Αθήνα 1987, σελ. 351 – 360.

14.          Βλέπε σύντομη αλλά περιεκτική βιβλιοκρισία του Νίκου Φο-ροπούλου για το βιβλίο αυτό του Μιχάλη Σκανδαλίδη, δημοσιευμένη στα Νισυριακά Χρονικά, τόμ. 13,1994, σελ. 457 – 461 (Ανάτυπο).

15.          George Thomson, Η Αρχαία Ελληνική Κοινωνία. Το Προϊστορικό Αιγαίο, Αθήνα 1954. Επικουρικώς για τη μινωική και μυκηναϊκή περίοδο, βλέπε το γαλλικό έργο των R. Treuil κ.α. Οι Πολιτισμοί του Αιγαίου, Αθήνα, εκδ. Καρδαμίτσα, 1996, 657 σελ.

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.