Το επιβεβλημένο «ανήκομεν», του Χρήστου Γιανναρά

Για τη σοφία των αρχαίων Ελλήνων, η έρις (έριδα, φιλονικία, διένεξη, διαφωνία, ρήξη, διάσταση, διχοστασία) δεν είναι σύμπτωμα συμπεριφοράς. Eίναι οντότητα: θεά, αδελφή του Αρη, θεού του πολέμου. Και ο πόλεμος, «πάντων μεν πατήρ εστι, πάντων δε βασιλεύς. Και τους μεν θεούς έδειξε (τους ανέδειξε – κατέδειξε θεούς), τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε, τους δε ελευθέρους» – o πόλεμος αναδείχνει τη διαφορά δούλων και ελεύθερων ανθρώπων.

Σε αντίθεση με τις παραπάνω ρήσεις, συμπερασματικές της εμπειρίας – σοφίας των Ελλήνων, οι άνθρωποι όλων των εποχών μοιάζουμε μάλλον αγκιστρωμένοι στη βεβαιότητα ότι ο πόλεμος είναι «μέγα κακό και πρώτο» (για να παραλλάξω τον Σολωμό). Απειλεί ο πόλεμος τη βιολογική μας επιβίωση, μπολιάζει την ύπαρξή μας με τον τρόμο του πιθανότατου θανάτου, τον πανικό της ενδεχόμενης στέρησης στέγης και τροφής, αγαπητικής συνύπαρξης και φιλίας. Τίποτα δεν έχει σίγουρη προοπτική με τον πόλεμο, τίποτα δεν είναι σταθερό και ασφαλές, ούτε η αρτιμέλεια, η υγεία, ο ήρεμος βίος, ούτε η επαγγελματική επιτυχία, οι κοινωνικές διακρίσεις («ο έπαινος του δήμου και των σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα εύγε, η αγορά, το θέατρο, οι στέφανοι»). Ολα τα απειλεί ο πόλεμος, τα καθιστά επισφαλή και αβέβαια.

Χωρίς εξαίρεση, κάθε πόλεμος σαρκώνει ένα αναπάντητο «γιατί». Πηγή – αιτία και μέτρο της απορίας είναι η οδύνη και ο τρόμος, που συνοδεύει κάθε απειλή πολέμου. Και είναι τρόμος ή απειλή, κυρίως ή μόνο όταν προϋπάρχει εμπειρία πολέμου – εμπειρία από την «πρώτη γραμμή» και τα χαρακώματα ή από το μακελειό με τους βομβαρδισμούς στα μετόπισθεν. Το «γιατί» αίρεται μόνο στους πολέμους για λύτρωση από τη σκλαβιά.

Αυτοί οι πόλεμοι, οι απελευθερωτικοί, μοιάζει να λιγοστεύουν, συνεχώς, στον ιστορικό ορίζοντα. Οχι γιατί μειώνονται οι περιπτώσεις υποδούλωσης λαών σε ισχυρότερους, πλουσιότερους, επομένως και πληρέστερα εξοπλισμένους λαούς. Αλλά επειδή η υποδούλωση κατορθώνεται αναίμακτα, γίνονται σκλάβοι οι πολίτες μιας χώρας οικονομικά ανίσχυρης, υποτασσόμενοι αυτονόητα σε απρόσωπους δανειστές. Σε κράτη με κακή διαχείριση της οικονομίας τους η υποδούλωση συντελείται με άψογους τρόπους: οι δανειστές εμφανίζονται σαν προστάτες και σωτήρες. Μιαν ωραία πρωία οι πολίτες ξυπνάνε συνειδητοποιώντας ότι τη ζωή τους τη διαφεντεύουν κάποιοι αδίστακτοι και ανάλγητοι δανειστές:

Για να πάνε από το ένα χωριό στο άλλο ή στην κωμόπολη, θα πληρώσουν χαράτσι (διόδια), επειδή τον δρόμο τον έφτιαξαν ξενόφερτοι αετονύχηδες, που τώρα τον νοικιάζουν στους αυτόχθονες. Για να έχουν στο πατρογονικό σπίτι τους, οι αυτόχθονες, νερό τρεχούμενο και ηλεκτρικό ρεύμα, πρέπει να πληρώνουν επιβήτορα αλλοδαπό, ιδιοκτήτη των εγκαταστάσεων εξηλεκτρισμού και ύδρευσης του χωριού ή της πόλης τους. Το φαγητό που τρώνε, το νερό που πίνουν, η τηλεόραση που τους πληροφορεί και τους διασκεδάζει, οι συγκοινωνίες που τους εξυπηρετούν, οι Τράπεζες που κόπτονται να τους δανείσουν, όλα τα χρειώδη για τη στέγαση και διατροφή και ψυχαγωγία τους, όλα τα αγοράζουν.

Ξέρουν ακόμα ότι και για την άμυνά τους, την αντίστασή τους στον πρωτογονισμό και στην απληστία γειτόνων λαών, είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν άλλους, πρόσθετους φόρους. Δήθεν για τον εξοπλισμό και την άμυνα της δικής τους πατρίδας των μόλις μονοψήφιων εκατομμυρίων, απέναντι σε γείτονες με δεκαπλάσιο πληθυσμό και ετσιθελικά επίβουλους έναντι των Ελλήνων.

Ο Ελληνας ξέρει ότι είχε και έχει πάντοτε γείτονες δόλιους και άρπαγες, αδιάκοπη μέσα στους αιώνες απειλή. Δεν τους καθιστά εχθρούς κάποια αντιζηλία, αλλά το μέγα και αγεφύρωτο χάσμα της διαφοράς πολιτισμών. Το χάσμα αυτό καταργήθηκε θριαμβικά μόνο με τους κατακτητές Ρωμαίους, τους μοναδικούς κατακτητές που εθελούσια αφέθηκαν να κατακτηθούν από τους κατακτημένους. Ο,τι προέκυψε από αυτή τη σύνθεση, ο μέγας κόσμος της Ελληνορωμαϊκής Οικουμένης, ταύτισε τον Ελληνα με τον Ρωμιό, την «πόλιν» με την «εκκλησία», τη «σωτηρία» με την κοινωνούμενη ολοκληρία-ακεραιότητα-υπαρκτική πληρότητα. Ο Ελληνισμός βρήκε την ηρακλείτεια αρτίωσή του στην ταύτιση του «αληθεύειν» με το «κοινωνείν».

Ακολούθησε ιστορικά η υποταγή της ελληνορωμαϊκής Οικουμένης στον ισλαμικό πρωτογονισμό, σε λαό που λογαριάζει, ακόμα σήμερα, τη συνύπαρξη μόνο σαν δική του μονοκρατορία. Παγιδεύτηκε ο Ελληνισμός στην αφελή ψευδαίσθηση ότι η ιστορική του επιβίωση θα εξασφαλιζόταν με την προσφυγή στον άλλον βαρβαρισμό: στον νομικισμό της παπικής και προτεσταντικής Δύσης, την κατασφάλιση της συλλογικότητας με συμβάσεις, της δημοκρατίας «δι’ αντιπροσώπων» και απρόσωπη ψήφο.

Μέσα σε πενήντα χρόνια, η ρήση – θριαμβικό λάβαρο «ανήκομεν εις την Δύσιν» αποδείχθηκε τραγωδική συμφορά: Η ελληνική, από τα πανάρχαια χρόνια, Κύπρος είναι σήμερα τριχοτομημένη: Αγγλικές βάσεις, τουρκικό κρατίδιο και ελληνόφωνο μικρό υπόλοιπο, αποδεδειγμένα ανίκανο για αυθυπεράσπιση. Τα Σκόπια έγιναν, επισήμως, «Μακεδονία». Η Βόρεια Ηπειρος, αυτονοήτως «Αλβανία». Σούδα, Λήμνος, Αλεξανδρούπολη, Λάρισα, Στεφανοβίκειο Βόλου – όλα επίσημη αμερικανική επικράτεια. Βραχονησίδες και ξερονήσια του Αιγαίου, ουδέτερα διαθέσιμα για μελλοντικές απαιτήσεις της «ειρηνόφιλης», αλλά ακόρεστης οθωμανικής λαιμαργίας.

Να είσαι Ελληνας σημαίνει να συμβιβάζεις την κομπορρημοσύνη με την υποτέλεια, τη φιλοπατρία στα λόγια, με τις δεσμεύσεις ενός επιβεβλημένου «ανήκομεν».

Επιφυλλίδα στην εφημερίδα Καθημερινή 10/4/22

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.