Το κάστρο της Αστυπάλαιας: Ένα βενετσιάνικο στολίδι του Αιγαίου

Πρόκειται για μοναδικό στο είδος του κάστρο, πολύ διαφορετικό από τα καστέλια στα άλλα νησιά του Νοτίου Αιγαίου.
Λέγεται και κάστρο της Αστροπλιάς ή Κάστρο των Κουερίνι.

Χτίστηκε από τη Βενετσιάνικη οικογένεια των Querini πάνω στην αρχαία ακρόπολη. Την οριστική του μορφή πήρε τον 15ο αιώνα.
Είναι δομημένο με παραδοσιακή τοπική σκούρα πέτρα και περιστοιχίζεται από άσπρα σπιτάκια, οι εξωτερικοί τοίχοι των οποίων δημιουργούν ένα πραγματικό τείχος, με μικρά παράθυρα για πολεμίστρες. Με έντονο φρουριακό χαρακτήρα για να προστατεύσει τους κατοίκους από τους πειρατές, έχει ορατότητα στα δύο φυσικά λιμάνια του νησιού.

Μέσα στο κάστρο βρίσκονται οι περίφημες εκκλησίες με τα πέτρινα καμπαναριά, της Παναγιάς του Κάστρου (1853) και του Αγίου Γεωργίου (1790).

Ιστορία

Το 1207 η Αστυπάλαια δόθηκε ως φέουδο από τον Μάρκο Σανούδο, Δούκα της Νάξου και Κύριο των Κυκλάδων, στον Κόμη Giovanni Querini ή Ιωάννη Κουερίνι (που στην ελληνική βιβλιογραφία αποδίδεται και σαν Κουιρίνι ή Κυερίνης). Δεν είναι ξεκάθαρο αν οι Κουερίνι είχαν πράγματι εγκατασταθεί στο νησί από τις αρχές του 13ου αιώνα, αλλά, σε κάθε περίπτωση, το 1269 το έχασαν όταν το κατέλαβε ο ιππότης Λικάριο (Ελληνοϊταλός τυχοδιώκτης από την Εύβοια) για λογαριασμό των Βυζαντινών.

To 1310 o Ιωάννης Κουερίνι o B’ κατόρθωσε να ξαναπάρει το νησί, πιθανόν με τη βοήθεια του Μάρκο Γριμάνι (οι Γριμάνι εμφανίζονται αργότερα να έχουν δικαιώματα στο νησί). Όμως ο 14ος αιώνας είναι εποχή έξαρσης της πειρατείας. Το 1341 η Αστυπάλαια έγινε στόχος Τούρκων πειρατών που επέδραμαν από τη Μικρά Ασία με επικεφαλής τον εμίρη του Αϊδινίου Ομάρ μπέη. Η καταστροφή ήταν μεγάλη με αποτέλεσμα το νησί να εγκαταλειφθεί τελείως για πολλά χρόνια.

Το 1413 η Βενετία διόρισε κυβερνήτη στην Τήνο και στη Μύκονο τον Ιωάννη Δ’ Κουϊρίνι (Giovanni IV Querini), ο οποίος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να αξιοποιήσει το προγονικό του φέουδο στην Αστυπάλαια και μετέφερε πληθυσμό από την Τήνο και τη Μύκονο για να κατοικήσουν το έρημο νησί. Η Βενετία αντέδρασε, έπαυσε τον Κουερίνι από κυβερνήτη και απαίτησε την ακύρωση της μετοίκησης, καθώς τα άλλα δυο νησιά είχαν αδειάσει από κόσμο. Παρ’ όλα αυτά η εγκατάσταση των κατοίκων δεν ματαιώθηκε και ο Κουερίνι παρέμεινε άρχοντας της Αστυπάλαιας. Εκείνη την περίοδο, με την οικονομική συμπαράσταση των Γριμάνι, άρχισε να ανοικοδομεί το κάστρο, που πιθανότατα υπήρχε εκεί από παλιότερες εποχές.
Τα επίσημα εγκαίνια του νέου κάστρου έγιναν αρκετά αργότερα, το 1453. Πρέπει βέβαια να έγιναν και άλλες επισκευές και προσθήκες σε μεταγενέστερες εποχές, αλλά η κάτοψη και η χωροταξική δομή του κάστρου δεν πρέπει να άλλαξαν πολύ από τότε.

Το 1594 το Δουκάτο της Νάξου έπαψε να υπάρχει, και οι Κυκλάδες με την Αστυπάλαια υπήχθησαν απευθείας στη Βενετία. Η κυριαρχία των Ενετών και των Κουερίνι στο νησί τερματίζεται το 1537, μετά την επιδρομή του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα που είχε λεηλατήσει και ερημώσει εκείνη τη χρονιά τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου. Η νέα κατάσταση επισημοποιήθηκε το 1540 με τη συνθήκη ειρήνης Βενετίας-Τουρκίας στο τέλος του Γ’ Ενετοτουρκικού πολέμου.

Έτσι, από το 1540 έως τον 19ο αιώνα, η Αστυπάλαια ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Τουρκικός στόλος κατέβαινε μια φορά το χρόνο από την Κωνσταντινούπολη για να εισπράξει τους φόρους, αλλά τον υπόλοιπο καιρό άφηνε τους νησιώτες να τα βγάλουν μόνοι τους πέρα με τους πειρατές. Έτσι οι κάτοικοι της Αστυπάλαιας έπρεπε να συμβιώνουν με τους πειρατές, στη συνεργασία με τους οποίους έβρισκαν σχετική ασφάλεια, αλλά και οικονομικά οφέλη. Το κάστρο ήταν απόλυτα προσαρμοσμένο σε αυτόν τον τρόπο ζωής και φαίνεται ότι παρέμεινε το κύριο μέρος του οικισμού της χώρας για εκατοντάδες χρόνια.

Μέχρι τον 19ο αιώνα αποτελούσε τον μοναδικό οικισμό του νησιού. Όλα τα σπίτια έξω από αυτό τα έλεγαν «σταύλους».

Το 19ο αιώνα η πρώτη μεταεπαναστατική Ελληνική κυβέρνηση, του Ιωάννη Καποδίστρια, βάζει ως πρώτο μέλημά της την καταπολέμηση της πειρατείας. Τα Ελληνικά πολεμικά πλοία, εξαπολύουν συστηματικά έλεγχο της θαλάσσιας περιοχής των συνόρων του νεοσύστατου κράτους. Μαζί με τα ελεύθερα νησιά, ωφελούνται και τα σκλαβωμένα, η πειρατεία παρακμάζει και σταδιακά αφανίζεται.

Έτσι τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ου, όταν υπήρχε μεγαλύτερη ασφάλεια, τα ανοίγματα στον οχυρό περίβολο διευρύνθηκαν και σε πολλά προστέθηκαν ξύλινοι εξώστες, ενώ στις αρχές του 20ου αιώνα, οι κάτοικοι του άρχισαν να βγαίνουν, αισθανόμενοι ασφάλεια, έξω από αυτό και να εποικούν την γύρω περιοχή της Παναγίας της Πορταϊτισσας. Το 1943 άρχισε να εγκαταλείπεται από τους κατοίκους του, ενώ οι τελευταίοι το εγκατέλειψαν με τον καταστρεπτικό σεισμό του 1956.

Όταν χτύπησε ο μεγάλος σεισμός του 1956 (7.5 ρίχτερ σηκώνοντας παλιρροϊκό κύμα 20 μέτρων στην Αστυπάλαια), τα περισσότερα σπίτια στον λόφο κατέρρευσαν, συμπαρασύροντας το ένα το άλλο. Τα υπόλοιπα κτίρια εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους τους και απογυμνωμένα από τα υπόλοιπα ξύλινα στοιχεία τους, αφέθηκαν στο έλεος των στοιχείων της φύσης.

Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Το κάστρο βρίσκεται στην κορυφή υψώματος γύρω από το οποίο αργότερα αναπτύχθηκε η Χώρα, σε πλάτωμα με έκταση 4 στρέμματα.

Η μοναδική είσοδος του κάστρου βρίσκεται στην νοτιοδυτική πλευρά του και οδηγεί στο εσωτερικό του μέσα από ένα χαμηλό, στεγασμένο με σταυροθόλια, χώρο.

Η είσοδος ήταν χώρος εμπορικών συναλλαγών. Στο πρώτο κτίριο αριστερά από την είσοδο, βρίσκονταν το καφενείο, τόπος αναψυχής και κοινωνικής επαφής. Μέσα στο κάστρο υπήρχαν δύο γειτονιές, της Παναγιάς του Κάστρου ή Ευαγγελίστριας και του Αϊ-Γιώργη ή «Γλυκαυλή».

Εκτός από κατοικίες υπήρχαν και πολλά σιδηρουργεία, ξυλουργεία και εργαστήρια κεραμικής.

Τα σπίτια του κάστρου ήταν τριώροφα. Κάθε σπίτι περιελάμβανε δύο ή τρείς μονόχωρες κατοικίες, στέγαζε δηλαδή δύο ή τρείς οικογένειες.

Το κάστρο κατά καιρούς ήταν πυκνοκατοικημένο. Στα τέσσερα στρέμματά του ζούσαν κατά μέσο όρο 2.500 άτομα, ενώ φαίνεται ότι οι κάτοικοί του έφτασαν και τις 4.000. Η ύδρευση των σπιτιών γινόταν από στέρνες. Τα προνομιούχα καστρινά σπίτια που ήταν κοντά στο Σεράι είχαν εξαιρετικό αποχετευτικό σύστημα.

Το «Σεράι», ένας τετράγωνος πύργος με περίμετρο 18μ στο νοτιοανατολικό άκρο, ήταν κατά κάποιο τρόπο ο ακρόπυργος του κάστρου.

Μια από τις πιο σημαντικές νεώτερες επεμβάσεις στο κάστρο ήταν η ανέγερση του ναού την Παναγίας αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, της Παναγιάς της Πορταϊτισσας. Χτίστηκε το 1853 στη θέση του αρχοντικού των Κουϊρίνι.

Στο εσωτερικό του κάστρου βρίσκεται και ο αρχαιότερος ναός του Αϊ Γιώργη που κτίστηκε το 1790. Ο ελεύθερος χώρος μπροστά στην εκκλησία αποτελούσε τη μπλάτσα (πλατεία) όπου γίνονταν τα πανηγύρια και οι χοροί της καστροπολιτείας.

ΚΑΣΤΡΑ

(φωτο εξυφύλλου: Κλαίρη Μουσταφέλλου)

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.