Το κίνημα Λεοναρδόπουλου και Γαργαλίδη το 1923

Βασίλης Μπεκίρης, πρώην υφυπουργός Παιδείας

Κατά την προπαρασκευή του κινήματος της «Οργάνωσης των Ταγματαρχών», της γνωστής ως κίνημα Λεοναρδόπουλου – Γαργαλίδη, είχε διατυπώσει αντιρρήσεις ο Ι. Μεταξάς. Τελικά, οι ταγματάρχες δεν έλαβαν καθόλου υπόψη τους τις υποδείξεις του Ι. Μεταξά και προχώρησαν στην πραγματοποίηση του κινήματος, όπως το είχαν σχεδιάσει. Ετσι, την 21η προς την 22α Οκτωβρίου 1923 εκδηλώθηκε η αντεπανάσταση της «Οργάνωσης των Ταγματαρχών», όπως είχε προγραμματιστεί. Ειδικότερα, στην Αθήνα δεν έγινε καμία έκρηξη, αλλά τα στελέχη της Οργάνωσης έστειλαν στις αντιβενιζελικές εφημερίδες «Καθημερινή», «Νέα Ημέρα» και «Πολιτεία» την προκήρυξη που είχε εκδώσει η ηγεσία της Οργάνωσης του κινήματος και η οποία έγραφε τα εξής:

«Προς τον Ελληνικό λαό, την Α.Μ. του Βασιλέα, την Κυβέρνησιν και την Επανάστασιν του 1922. Ο στρατός, εκτελών καταφανή επιθυμίαν του Ελληνικού λαού, προσκαλή την Επανάστασιν να διαλυθή. Την Κυβέρνησιν να παραιτηθή και να παραχωρήση την θέσιν της εις ετέραν εμπνέουσαν γενικήν εμπιστοσύνη. Τον λαόν να αναλάβη την άσκησιν των κυριαρχικών αυτού δικαιωμάτων.

Προσκαλή

Την Α.Μ. του Βασιλέα, όπως αναλαμβάνων την άσκησιν των εκ του πολιτεύματος παρεχομένων Αυτώ δικαιωμάτων, διορίση Κυβέρνησιν εγγυωμένην ότι θα ενεργήση το ταχύτερον εκλογάς, εντελώς ανεπηρεάστους, επί τη βάσει των προ της Επαναστάσεως του 1922 εκλογικών νόμων, δι’ ων θα εκδηλωθή το γνήσιον φρόνημα του Ελληνικού λαού.

Ο Στρατός βεβαιοί ότι δεν θα επέμβη το παράπαν ούτε εις τον καταρτισμόν της νέας Κυβέρνησης ούτε κατόπιν στο έργο αυτής. Θα περιορισθή εις την τήρησιν της τάξεως και εις τα καθαρώς στρατιωτικά αυτού καθήκοντα.

Ο Στρατός ελπίζη ότι η σύνεσις του Αρχηγού της Επαναστάσεως και του Προέδρου της Κυβερνήσεως θα προλάβουν αδελφικόν αλληλοσπαραγμόν όστις αναμφιβόλως θα επακολουθήση εν ή περιπτώσει ήθελον ούτοι αρνηθή να υποταχθώσι εις την επιταγήν του έθνους.

22 Οκτωβρίου 1923

Κατ’ εντολήν Στρατού

Γ. Λεοναρδόπουλος Υποστράτηγος

Π. Γαργαλίδης Υποστράτηγος

Γ. Ζήρας Συνταγματάρχης»

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η προκήρυξη ήταν μετριοπαθής και καθόλου επαναστατική. Είχε κύριο στόχο τον εκλογικό νόμο του Γ. Παπανδρέου, ο οποίος καθιέρωνε την ευρεία και στενή περιφέρεια και ευνοούσε τη βενιζελική παράταξη. Μετά όμως την προκήρυξη τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα ήθελε η αντεπανάσταση. Ειδικότερα, στο βόρειο συγκρότημα και ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη επεδείχθη μεγάλη αδράνεια, οφειλόμενη σε δισταγμούς και αναποφασιστικότητα πολλών εκ των μυημένων αξιωματικών. Πέραν όμως αυτών, το κίνημα κατέρρευσε διότι προδόθηκε, και έτσι απέτυχε ο αιφνιδιασμός. Η προδοσία-κατάδοση έγινε το απόγευμα της παραμονής από έναν μυημένο υπολοχαγό προς άλλον ομοιόβαθμό του, ο οποίος ειδοποίησε αμέσως τον ταγματάρχη Σαράφη. Ο Σαράφης συνεκάλεσε αμέσως σε σύσκεψη τα στελέχη του Στρατιωτικού Συνδέσμου που ευρίσκοντο στη Θεσσαλονίκη και αμέσως αποφασίστηκε η λήψη μέτρων. Βέβαια, η αποκάλυψη του κινήματος έγινε και από άλλη πηγή, τελείως μυθιστορηματική, όπως γράφει ο αντισυνταγματάρχης Μπακόπουλος (βλ. Γρ. Δαφνή «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων»).

Μετά τις ανωτέρω εξελίξεις οι άνθρωποι της Επανάστασης, μόλις επληροφορήθησαν τις προθέσεις του κινήματος, ενήργησαν με πολλή περίσκεψη και αντέδρασαν με επιτυχία, εξουδετερώνοντας την προσπάθεια της αντεπανάστασης για απόλυτη επικράτηση στη Θεσσαλονίκη, που ήταν ένας εκ των μεγάλων στόχων της Οργάνωσης των ταγματαρχών. Βέβαια, η μη επικράτηση των κινηματιών στη Θεσσαλονίκη εθεωρήθη ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία για την Επαναστατική Κυβέρνηση, εάν ληφθεί υπόψη ότι η Αθήνα δεν εθεωρήθη πρώτη προτεραιότητα για τους αντεπαναστάτες. Ετσι, με την εξέλιξη αυτή η αντεπανάσταση παρουσίαζε δύο μεγάλα κενά: την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Βέβαια, εάν η κατάρρευση δεν πραγματοποιήθηκε νωρίτερα, τούτο οφείλετο στο ότι οι αντεπαναστάτες είχαν πετύχει στις περισσότερες μεραρχίες του Τρίτου και Τέταρτου Σώματος Στρατού και απόλυτα στην Πελοπόννησο.

Αλλά οι επιτυχίες αυτές είχαν μικρή απήχηση, διότι η Επανάσταση μετά το πρώτο σάστισμα έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα και αντετάχθη σθεναρά χάρη στην αποφασιστικότητα του αρχηγού της Επανάστασης Ν. Πλαστήρα. Σημαντική όμως βοήθεια προσέφεραν στην καταστολή του κινήματος των ταγματαρχών και οι Θ. Πάγκαλος και Α. Χατζηκυριάκος, οι οποίοι ανεκλήθησαν ο μεν πρώτος στην αρχηγία του Στρατού, ο δε δεύτερος στην αρχηγία του Στόλου.

Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι η Επανάσταση ήταν αποφασισμένη να αντιδράσει με όλα τα μέσα τα οποία διέθετε. Τούτο φαίνεται και από την απάντηση την οποία έδωσαν στην προκήρυξη των κινηματιών. Ενώ οι κινηματίες χρησιμοποιούσαν ήρεμο και νηφάλιο ύφος, η απάντηση της Επανάστασης, διά του αρχηγού της Ν. Πλαστήρα, ήταν βιαιότατη και εχαρακτήριζε την πράξη των κινηματιών «άτιμον και προδοτικήν». Το πλήρες κείμενο του διαγγέλματος προς τον Στρατό, το οποίο υπέγραφε ο Ν. Πλαστήρας, είχε ως εξής: «Η άτιμος και προδοτική πράξη δύο Στρατηγών και ενίων ανωτέρων Αξιωματικών εις στιγμάς κατά τας οποίας η πατρίς επρόκειτο διά των εκλογών να εισέλθη εις ομαλήν Κοινοβουλευτικήν περίοδον σύμφωνα με το εξηγγελθέν πρόγραμμα της Επαναστάσεως, καταδικάζεται εις την συνείδησιν του Ελληνικού έθνους ολοκλήρου. Η επανάσταση αποφασισμένη να επιβάλη το κράτος του νόμου, χάριν της γαλήνης του Ελληνικού λαού, θα μεταχειρισθή πάντα τα μέτρα και τα σκληρότερα ακόμη και παραγγέλλει εις τους Αρχηγούς του κινήματος το “οψόμεθα εντός ολίγου”».

Μετά τα ανωτέρω, ο αρχηγός της Επανάστασης Ν. Πλαστήρας υπέγραψε απόφαση διά της οποίας εκηρύσσετο ο Στρατιωτικός Νόμος καθ’ απάσαν την Επικράτειαν. Με βάση την απόφαση αυτή, ο διοικητής του Δ’ Σώματος Στρατού, υποστράτηγος Ζ. Παπαθανασίου, εξέδωσε διαταγή διά της οποίας απαγόρευε όλες τις συγκεντρώσεις σε κλειστούς χώρους και στην ύπαιθρο, χρησιμοποιώντας και όπλα για τη διάλυσή τους. Με άλλη διαταγή επαύοντο επ’ αόριστον οι αντιβενιζελικές εφημερίδες «Καθημερινή», «Πολιτεία», «Νέα Ημέρα», «Εφημερίς της Ελλάδος», «Πρωινή», «Χρόνος», «Πρωτεύουσα», «Χρονικά», «Αθηναϊκή», «Εσπερινή» και η κομμουνιστική «Ριζοσπάστης». Επίσης, επαύθησαν και οι εφημερίδες του Πειραιά «Χρονογράφος», «Θάρρος» και «Πειραϊκή».

Εκτός από τα ανωτέρω μέτρα, την ίδια μέρα, 22 Οκτωβρίου 1923, συνεκροτήθη μεγάλη σύσκεψη στην οποία μετείχαν, εκτός του Ν. Πλαστήρα, ο πρωθυπουργός Στ. Γονατάς, ο υπουργός Εξωτερικών Π. Μαυρομιχάλης και διάφοροι άλλοι στρατιωτικοί παράγοντες. Στη σύσκεψη αυτή απεφασίσθη να αναλάβει την ηγεσία του Στρατού ο Θ. Πάγκαλος, και ο Χατζηκυριάκος την ηγεσία του Στόλου. Επίσης, ελήφθησαν διάφορα μέτρα για την κάλυψη των οδών που οδηγούν στην Αθήνα, ώστε να παρεμποδίσουν τους στασιαστές να εισέλθουν στην πόλη και, τέλος, απεφασίσθη να γίνει δεκτή η κατάταξη εθελοντών, ιδίως προσφύγων. Μετά τη σύσκεψη ο Πλαστήρας εδέχθη τα ηγετικά στελέχη της βενιζελικής παράταξης, τους οποίους ενημέρωσε για το επαναστατικό κίνημα της Οργάνωσης των Ταγματαρχών. Τέλος, την ίδια ημέρα ο αρχηγός της Επανάστασης, Ν. Πλαστήρας, απηύθυνε διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, όπου αφού καθησύχασε το λαό για την πορεία του κινήματος, ως και για εκείνους που το είχαν προκαλέσει, τόνιζε τα εξής: «Το κράτος του νόμου θα επιβληθεί αμείλικτως. Εις ουδένα θα επιτραπή να υψώση το ανάστημά του υπεράνω του Νόμου και προ ουδενός θα διστάση η Επανάστασις, προκειμένου να εξασφαλίση τα συμφέροντα, την γαλήνην και τας ελευθερίας του Ελληνικού λαού, τα οποία επιβουλεύεται μια εγκληματική πολιτική οργάνωσις. Ο Ελληνικός λαός μπορεί να είναι απολύτως ήσυχος, διότι η Επανάστασις αγρυπνή. Οι ταραξίαι και οι διασαλευταί της εννόμου τάξεως θα πληροφορηθούν εντός ολίγου και την δύναμιν της Επαναστάσεως και την απόφασιν αύτης».

Βέβαια, το διάγγελμα δεν άφηνε καμία αμφιβολία ότι η Επανάσταση θα κτυπούσε και θα κτυπούσε πολύ σκληρά. Πέραν των ανωτέρω, η Επανάσταση εγνώριζε πολύ καλά ότι στις εμφύλιες διενέξεις η νίκη ανήκει πάντοτε σε εκείνον που γνωρίζει να κτυπά και να κτυπά γρήγορα.

Ενα άλλο σημείο το οποίο πρέπει να διευκρινιστεί είναι ότι το διάγγελμα άφηνε να εννοηθεί και κάτι άλλο. Η Επανάσταση πίστευε ότι η ηγεσία του κινήματος δεν ήταν μόνον οι δύο στρατηγοί, αλλά και κάποιος άλλος υψηλότερα ιστάμενος. Μάλιστα, σε δηλώσεις του ο Πλαστήρας την ίδια ημέρα με το διάγγελμα της 22ας Οκτωβρίου 1923 είπε τα εξής: «Η Επανάστασις είναι αποφασισμένη να προβή εις την οριστικήν λύσιν του εσωτερικού προβλήματος». Με τις δηλώσεις του αυτές ο αρχηγός της Επανάστασης έδιδε τις πραγματικές διαστάσεις των συνεπειών του κινήματος. Και η οριστική λύση του εσωτερικού ζητήματος σήμαινε πολιτειακή μεταβολή.

Πρέπει εδώ ιδιαίτερα να επισημάνουμε ότι μέρα με την ημέρα η κατάσταση εβελτιώνετο υπέρ της Επανάστασης. Και τούτο διότι οι αντεπαναστάτες καθυστερούσαν να δράσουν, ενώ οι επαναστάτες δρούσαν με μεγαλύτερη ταχύτητα. Οταν δε οι κινηματίες απεφάσισαν να κινηθούν, ήταν πλέον αργά, διότι οι επαναστάτες τούς προλάβαιναν αμέσως. Και έτσι, αντί για σύγκρουση, στις 27 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκε η συνθηκολόγηση των κινηματιών.

eleftherostypos.gr

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.