Το Μακεδονικό παιχνίδι του στέμματος: Η καταστροφή της Θήβας (ΣΤ’ Μέρος)

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Την συντριπτική νίκη του Αλέξανδρου κατά των φυλών της Βαλκανικής διαδέχθηκε σύντομα η είδηση πως οι ελληνικές πόλεις-κράτη στον νότο είχαν -για ακόμα μία φορά- εξεγερθεί.

Ο αθηναϊκός δήμος, παρά την επιεική αντιμετώπιση του Κλεινού Άστεως από τον Μακεδόνα βασιλιά κατά την αποστασία του 336 π.Χ, δεν ήταν διατεθειμένος να παραιτηθεί από τις ηγεμονικές του φιλοδοξίες, ενώ οι φρουρές και οι φιλομακεδονικές τυραννίδες που είχαν τοποθετηθεί από τους Μακεδόνες στην Θήβα και σε άλλες πόλεις προκειμένου να περιοριστούν οι αντιμακεδονικές εστίες προκαλούσαν δυσαρέσκεια. Οι επίδοξοι κινηματίες λοιπόν αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν την απουσία του Αλέξανδρου στον Βορρά για να δράσουν και πρώτο μέλημά τους ήταν να φέρουν μέσω της προπαγάνδας με το μέρος τους όσο το δυνατό περισσότερους αμφιταλαντευόμενους. Ο αντιμακεδόνας Αθηναίος πολιτευτής και ρήτορας Δημοσθένης ξεκίνησε αυτό το έργο διαδίδοντας την φήμη πως ο Αλέξανδρος και ολόκληρο το εκστρατευτικό του σώμα είχαν εξοντωθεί από τους Τριβαλλούς στον Δούναβη, ενώ για να καταστήσει αυτό το ψέμα πιο αληθοφανές παρουσίασε «αγγελιαφόρο» στην Εκκλησία του Δήμου, με επιδέσμους και τραυματισμένο, για να αναγγείλει την υποτιθέμενη καταστροφή. Σύντομα όλη η χώρα βρέθηκε σε επαναστατικό βρασμό, καθώς όπως αναφέρει ο Αρριανός «…λόγω ελλείψεως σαφών πληροφοριών, οι άνθρωποι δεν γνώριζαν με ακρίβεια τα πράγματα και ο καθένας πίστευε ο,τι τον ευχαριστούσε».

Από τα τεκταινόμενα δεν θα μπορούσε να λείπει και ο Μεγάλος Βασιλιάς της Περσίας. Παράλληλα με την αντεπίθεση στην Μικρά Ασία εναντίον του μακεδονικού «προγεφυρώματος» με ένα σώμα Ελλήνων μισθοφόρων και Ιρανών ιππέων υπό τον Ρόδιο στρατηγό Μέμνονα, ο Δαρείος ο Γ’ πρόσφερε μέσω πρακτόρων του στην αθηναϊκή κυβέρνηση 300 τάλαντα χρυσού για να υποστηρίξει την εξέγερση. Η προσφορά απορρίφθηκε από τις αθηναϊκές αρχές, καθώς η Αθήνα επισήμως δεν είχε αποστατήσει, όμως δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς σε ποιόν ανήκαν τα χρήματα που ο Δημοσθένης είχε αρχίσει να μοιράζει αφειδώς στους Θηβαίους εξορίστους που είχαν καταφύγει στην Αθήνα.

Μία νύχτα, μια ομάδα από αυτούς επανήλθε κρυφά στην βοιωτική πόλη. Αφού συνέλαβαν και δολοφόνησαν τους δύο ανώτερους αξιωματικούς της μακεδονικής φρουράς που έδρευε στην ακρόπολη της Θήβας Καδμεία, κάλεσαν στην συνέχεια τους Θηβαίους να αποτινάξουν τον μακεδονικό ζυγό. Δεν δυσκολεύτηκαν να τους πείσουν και έτσι σύντομα η πόλη ξεσηκώθηκε σύσσωμη, με τους Μακεδόνες της Καδμείας, ακέφαλους και με μικρά περιθώρια άμεσης αντίδρασης, να καταλήγουν πολιορκούμενοι.

Το κατά πόσο η με περσική υποστήριξη εξέγερση ήταν συντονισμένη ή όχι και με ένα σχέδιο για την αντικατάσταση του Αλέξανδρου στον θρόνο της Μακεδονίας από τον ανιψιό του Φιλίππου Β’ Αμύντα* δεν μπορεί παρά να είναι αντικείμενο υποθέσεων. Ο ιστορικός Πίτερ Γκριν, βασιζόμενος σε στοιχεία από επιγραφές που υποδεικνύουν την παρουσία του Μακεδόνα πρίγκιπα με συνεργάτες του στον Ωρωπό και τη Λιβαδειά (Ellis 72-73), υποστηρίζει την παραπάνω υπόθεση, ενώ και οι μετέπειτα ενέργειες του Αλέξανδρου υποδηλώνουν πολύ έντονα πως κι εκείνος έτσι ακριβώς ερμήνευσε την πορεία των γεγονότων: Ο πόλος Αμύντα-Περσών-αντιμακεδόνων Θήβας, με την αγαστή συνεργασία των Αθηναίων αντιμακεδόνων και τον Δημοσθένη ως κινητήριο δύναμη, είχε κάνει την κίνησή του.

Όταν έφτασαν στην Αθήνα τα νέα για την επιτυχία της εξέγερσης στην Θήβα, η Εκκλησία του Δήμου, κατόπιν προτροπής και πάλι του ρήτορα Δημοσθένη, αποφάσισε να στείλει στρατιωτική ενίσχυση. Ωστόσο οι Αθηναίοι στρατηγοί απέφυγαν να δεσμεύσουν δυνάμεις στην άμυνα της Θήβας προτού γείρει αποφασιστικά η πλάστιγγα του πολέμου. Ο Μεγάλος Βασιλιάς από την άλλη, καθώς ο στρατός και ο στόλος του είχαν συγκεντρωθεί στην Αίγυπτο προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον τελευταίο γηγενή Φαραώ και να επανεντάξουν την χώρα στην αυτοκρατορία ως περσική σατραπεία, πέρα από την αποστολή χρυσού στους εξεγερμένους δεν έπραξε τίποτα παραπάνω. Έτσι την κρίσιμη στιγμή οι Θηβαίοι θα αναγκάζονταν να αντιμετωπίσουν τον Αλέξανδρο και τους στρατιώτες του μόνοι τους.

Καθώς τα νέα της εξέγερσης και προφανώς οι φήμες ενός σχεδιαζόμενου πραξικοπήματος από τον Αμύντα έφτασαν επιτέλους σε αυτόν, ο Αλέξανδρος κινήθηκε άμεσα και αποφασιστικά τόσο έναντι της εξεγερμένης Θήβας, όσο και στην σκακιέρα της μακεδονικής εκδοχής του «παιχνιδιού του στέμματος».

Πρώτη του κίνηση ήταν να στείλει έναν γρήγορο αγγελιαφόρο στην Πέλλα, για να διαδώσει το μήνυμα της επικείμενης επιστροφής του. Πέρα από τις οδηγίες για τον στρατηγό Αντίπατρο, που εκτελούσε χρέη αντιβασιλιά, αυτός ο αγγελιαφόρος μετέφερε και μια προσωπική επιστολή για την Ολυμπιάδα. Αυτό που της ζητούσε να ρυθμίσει ήταν η άμεση εξόντωση των δύο δυναστικών αντιπάλων του: του Αμύντα και του Κάρανου, του μωρού της της νεαρής χήρας του Φιλίππου Β’ Κλεοπάτρας.

Η Ολυμπιάδα θα ακολουθούσε τις οδηγίες του γιου της πιστά, όπως αναμενόταν. Μάλιστα δεν θα αρκείτο στον φόνο μόνο των δύο ανταπαιτητών, αλλά θα εξόντωνε και την Ευρώπη, την αδερφή του Κάρανου, και την δύσμοιρη μητέρα τους. Από τους συνεργάτες του συνομώτη εξαδέρφου, ο Αμύντας του Αντιόχου θα κατάφερνε να διαφύγει στην Ασία, όπου θα γινόταν ένας από τους μισθοφόρους του Δαρείου, ενώ η σύζυγος του Αμύντα και ετεροθαλής αδελφή του Μακεδόνα βασιλιά Κυνάνη θα περιοριζόταν στα κτήματά της, όπου θα αφοσιωνόταν στην ανατροφή της κόρης τους Ανταίας και θα καιροφυλακτούσε για την επάνοδό της όταν οι πολιτικές συνθήκες θα το επέτρεπαν…

Αφού ρυθμίστηκε αυτή η υπόθεση, ο Αλέξανδρος διέλυσε το στρατοπεδό του στην κοιλάδα του Εριγόνα και ξεκίνησε πορεία με τόσο εξοντωτικό ρυθμό που λύγισαν ακόμα και οι βετεράνοι του Φιλίππου. Αφού διέσχισε τις αφύλακτες Θερμοπύλες πριν φτάσει καν στον νότο η φήμη για την έλευσή του, σε λιγότερο από δεκαπέντε μέρες συνολικά έφτασε στη Βοιωτία.

Αιφνιδιασμένοι από την ξαφνική παρουσία του μακεδονικού στρατού έξω από τις πύλες τους και έχοντας πεισθεί από την προπαγάνδα του Δημοσθένη ότι ο Μακεδόνας βασιλιάς ήταν νεκρός, οι αρχηγοί της εξέγερσης αρχικά αρνούνταν να αποδεχθούν ότι ήταν αυτός που έπρεπε να αντιμετωπίσουν. Ο Αλέξανδρος όμως ζούσε και βασίλευε και η μόνη απόφαση ζωτικής σημασίας που είχε μείνει στους επαναστάτες ήταν το αν θα αμύνονταν ή θα ζητούσαν συνθηκολόγηση.

Ο Αλέξανδρος από την πλευρά του, με το ενδιαφέρον του επικεντρωμένο στην επικείμενη ασιατική εκστρατεία, ήταν διατεθειμένος να φανεί διαλλακτικός. Αφού μετακίνησε τις δυνάμεις του στην νότια πλευρά της πόλης, αποκλείοντας τις οδεύσεις προς την Αθήνα, κρατιόταν σε απόσταση ελπίζοντας να τους εξαναγκάσει σε συμβιβασμό.

Στην πόλη, αν και πολλοί ήταν υπέρ μιας δήλωσης μετανοίας και της συνθηκολόγησης με τους Μακεδόνες, εκείνοι που ευθύνονταν πιο άμεσα για την εξέγερση, ειδικά οι επαναπατρισθέντες εξόριστοι, απέκλειαν κάθε συμβιβασμό καθώς δεν μπορούσαν να ελπίζουν σε οίκτο από την στιγμή που ο Αλέξανδρος θα άπλωνε τα χέρια του πάνω τους. Επιπλέον η Θήβα είχε αρκετές προμήθειες, τα τείχη της ήταν επισκευασμένα και ο στρατός της, αν και με το γόητρό του τσαλακωμένο από την ήττα στην Χαιρώνεια, συγκαταλεγόταν στους καλύτερους στην Ελλάδα. Η Καδμεία και η μακεδονική φρουρά σε αυτήν είχαν αποκλειστεί με διπλό χαράκωμα και η επικοινωνία με τους Μακεδόνες έξω από την πόλη είχε καταστεί σχεδόν αδύνατη. Έτσι η Εκκλησία της πόλης αποφάσισε να εμμείνει στο προηγούμενο ψήφισμά της για αντίσταση.

Σε αυτό το σημείο ο Αλέξανδρος, μας λέει ο Διόδωρος, ήταν που «αποφάσισε να καταστρέψει την πόλη ολοσχερώς και με αυτή την πράξη τρομοκρατίας να ξεριζώσει την καρδιά οποιουδήποτε άλλου θα τολμούσε ενδεχομένως να εξεγερθεί εναντίον του». Καθώς όμως ενεργούσε όχι ως αυθαίρετος δυνάστης, αλλά ως εκλεγμένος αρχιστράτηγος του Συνεδρίου της Κορίνθου, εξέδωσε μια τελευταία ανακοίνωση: Όποιος ήθελε, μπορούσε ακόμη να περάσει στην δική του πλευρά και να συμμετάσχει στην «κοινή ειρήνη» των Ελλήνων. Αν παραδίδονταν στους Έλληνες οι δύο βασικοί αρχηγοί της εξέγερσης, θα πρόσφερε γενική αμνηστία στους υπολοίπους.

Οι αντιμακεδόνες Θηβαίοι όμως φρόντισαν να καταρρεύσει κάθε δυνατότητα συνδιαλλαγής: Από τον ψηλότερο πύργο της πόλης ο κήρυκάς τους αρχικά απαίτησε να παραδοθούν Μακεδόνες όμηροι ως εγγύηση προκειμένου να διαπραγματευτούν με τον Αλέξανδρο και έπειτα διεμήνυσε πως «όποιος ήθελε να συνταχθεί με το Μεγάλο Βασιλιά και τη Θήβα για την απελευθέρωση των Ελλήνων και την καταστροφή του τυράννου της Ελλάδας θα έπρεπε να προσχωρήσει σε αυτούς». Με την παραπάνω πράξη οι Θηβαίοι σφράγισαν την μοίρα τους, καθώς ο Αλέξανδρος οργίστηκε και ορκίστηκε πως «θα επέβαλλε στους Θηβαίους την έσχατη τιμωρία».

Οι πολεμικές μηχανές μεταφέρθηκαν και άνοιξαν ρήγματα στα τείχη. Ο θηβαϊκός στρατός πολέμησε θαυμάσια στα χαρακώματα έξω από τα τείχη, και παραλίγο να αναγκάσει τους στρατιώτες του Αλέξανδρου σε φυγή, ακόμα κι όταν ο βασιλιάς κάλεσε τις εφεδρείες του. Όμως την κρίσιμη στιγμή, ο Αλέξανδρος διέκρινε μία αφύλακτη πύλη και έστειλε αμέσως τμήμα υπό τον εταίρο Περδίκκα να μπει στην πόλη και να ενωθεί με την πολιορκημένη φρουρά. Ο Περδίκκας πέτυχε στην αποστολή του, αν και τραυματίστηκε σοβαρά κατά την μάχη.

Την στιγμή που οι Θηβαίοι έμαθαν ότι παραβιάστηκαν τα τείχη της πόλης τους, που φυλάσσονταν από απελεύθερους δούλους, μέτοικους και φυγάδες από άλλες πόλεις, αποθαρρύνθηκαν. Ο Αλέξανδρος αντεπιτέθηκε, αποδιοργανώθηκαν και τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή. Στην πύλη της Ηλέκτρας όπου οι φυγάδες συνωστίζονταν έγινε πραγματικό μακελειό, το οποίο συνεχίστηκε και μέσα στους στενούς δρόμους της πόλης. Η μακεδονική φρουρά στην Καδμεία βγήκε από την ακρόπολη και συμμετείχε στην άγρια σφαγή των ατάκτων πλέον φυγάδων μαζί με το υπόλοιπο στράτευμα και τους συμμάχους, εξολοθρεύοντας μαζί ικέτες και γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει στα ιερά.

Όλα τα σπίτια λεηλατήθηκαν, όπως και όλοι οι ναοί. Η πόλη, με απόφαση του Συνεδρίου, ισοπεδώθηκε, ενώ πάνω από 6.000 Θηβαίοι χάθηκαν και περισσότεροι από 30.000 εξανδραποδίστηκαν. Η ύπαιθρος δηώθηκε και μοιράστηκε μεταξύ των βοιωτικών πόλεων που συνέβαλλαν στην εκστρατεία. Οι Σύμμαχοι αποφάσισαν να εκδιωχθούν όλοι οι Θηβαίοι εξόριστοι από την Ελλάδα και να μην επιτραπεί σε κανέναν Έλληνα να προσφέρει καταφύγιο σε Θηβαίο, ενώ η μακεδονική φρουρά παρέμεινε στην Καδμεία. Η Θήβα, μια από τις αρχαιότερες και πιο επιφανείς πόλεις-κράτη σε ολόκληρη την Ελλάδα, είχε σβηστεί από τον χάρτη και ο πληθυσμός της είχε υποστεί μαζική εκτόπιση και υποδούλωση.

Το σοκ της καταστροφής ήταν τεράστιο και τα αποτέλεσματα δεν άργησαν φανούν: Οι Αρκάδες ανακάλεσαν τα στρατεύματα που είχαν στείλει προς ενίσχυση των Θηβαίων και καταδίκασαν σε θάνατο αυτούς που τους υποκίνησαν. Οι Ηλείοι δέχθηκαν πίσω τους εξόριστους φιλομακεδόνες, ενώ οι Αιτωλοί έστειλαν πρέσβεις ζητώντας άφεση αμαρτιών που παρασύρθηκαν. Οι δε Αθηναίοι έσπευσαν να συγχαρούν τον βασιλιά για τις νίκες του επί των βαρβάρων του βορρά και για την τιμωρία της Θήβας, ενώ την ίδια ώρα φοβούμενοι τα χειρότερα άρχισαν να συγκεντρώνουν τις περιουσίες τους από την ύπαιθρο εντός των τειχών.

Απαντώντας στους Αθηναίους ο Αλέξανδρος, αφού τους επέπληξε για την αναξιοπιστία τους, απαίτησε να του παραδοθούν οι ταραχοποιοί αντιμακεδόνες ηγέτες, μεταξύ των οποίων ο Δημοσθένης, ο Λυκούργος, ο Υπερείδης, ο Πολύευκτος, ο Χάρης, ο Χαρίδημος, ο Εφιάλτης, ο Δήμων, ο Καλλισθένης, ο Διότιμος και ο Μοιροκλής.

Σε απάντηση του αιτήματος έκδοσης των Αθηναίων πολιτικων, δεύτερη πρεσβεία υπό τον φιλομακεδόνα Δημάδη, ο οποίος φέρεται να ανταμείφθηκε από τον Δημοσθένη με 5 αργυρά τάλαντα για αυτήν την εξυπηρέτηση, επικαλέσθηκε τις βασικές αρχές του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων, που προέβλεπαν την αυτονομία των κρατών μελών: Η οποιαδήποτε δίωξη Αθηναίου πολίτη μπορούσε να ασκηθεί μόνο από αθηναϊκό δικαστήριο με βάση την αθηναϊκή νομοθεσία. Επιπλέον ζήτησε να επιτραπεί στους Θηβαίους φυγάδες που είχαν καταφύγει ήδη στην Αθήνα να παραμείνουν στην πόλη αντίθετα προς την εκδοθείσα καταδικαστική απόφαση.

Καθώς ο Αλέξανδρος βιαζόταν να ξεκινήσει την εκστρατεία στην Ασία το συντομότερο και μια ενδεχόμενη εμπλοκή και στην Αθήνα θα τον καθυστερούσε, προτίμησε να συμβιβαστεί. Το διάταγμα για τους Θηβαίους εξορίστους ακυρώθηκε, ενώ από τους αντιμακεδόνες Αθηναίους τελικά μόνο ο Χαρίδημος εξορίστηκε· αυτός πήγε κατευθείαν στον Μεγάλο Βασιλιά, μαζί με άλλους εξέχοντες Αθηναίους αντιφρονούντες όπως τον Εφιάλτη, τον οποίο θα ξανασυναντήσουμε να ηγείται Ελλήνων μισθοφόρων των Περσών κατά την πολιορκία της Αλικαρνασσού.

Όταν ρυθμίστηκαν αυτά τα θέματα, ήταν ήδη Οκτώβριος του 335 π.Χ και ο Αλέξανδρος επέστρεψε στη Μακεδονία. Έπρεπε να ξεκουράσει τη στρατιά και να ολοκληρώσει τις προετοιμασίες για την εισβολή στην Ασία. Αν και ο Αλέξανδρος δεν ήταν διατεθειμένος να αφήσει τίποτα στην τύχη πριν την μεγάλη εκστρατεία και οι εκκαθαρίσεις των πολιτικών του αντιπάλων (ειδικά των συνεργατών της Κλεοπάτρας που βρίσκονταν ακόμη σε υψηλά ιστάμενες θέσεις) πιθανότατα συνεχίστηκαν, σύντομα θα αποδεικνυόταν πως τα ζιζάνια εντός της μακεδονικής Αυλής δεν είχαν ξεριζωθεί πλήρως…

-συνεχίζεται-

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.