Το μοίρασμα των Βαλκανίων μετά τη γερμανική εισβολή – Απρίλιος 1941

Χρήστος Μουτσούρης

Οι πρώτες συνομιλίες οι οποίες περιορίστηκαν μεταξύ των Γερμανών και των Ιταλών, ξεκίνησαν μόλις κατελήφθη η Γιουγκοσλαβία και αφορούσαν τον διαμοιρασμό της. Αλλά ήδη στις 11 Απρίλιου 1941 ο Γερμανός πρέσβης στη Σόφια von Richthofen ανέφερε ότι στη Βουλγαρία το Μακεδονικό βρίσκεται στην κορυφή της επικαιρότητας. Ο Ribbentrop τόνισε ότι η πραγματική μοιρασιά της Γιουγκοσλαβίας θα πραγματοποιηθεί στη Διάσκεψη για την Ειρήνη. Η Βουλγαρία θα μπορούσε να αρχίσει μια προπαγάνδα απόσχισης των Σλαβομακεδόνων της Γιουγκοσλαβίας από το Βελιγράδι, αλλά σχετικά θα έπρεπε να λάβει υπόψη της ότι η Ιταλία θα προσποριζόταν τα εδάφη της Μακεδονίας που κατοικούνταν από Αλβανούς, όπως το Κοσσυφοπέδιο. Για τους Σλαβομακεδόνες της Ελλάδας, θα αποφασιζόταν αργότερα.[1]

Γερμανοί στρατιώτες της Βέρμαχτ υψώνουν τη Σβάστικα στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης

Η Βουλγαρία συνέχισε την προσεκτική της πολιτική, ακόμα και μετά την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας. Αλλά στις 8 Απριλίου ο Ribbentrop επανέφερε τους Βούλγαρους στο προσκήνιο, ζητώντας από την κυβέρνηση τους, τη διάθεση τριών μεραρχιών οι οποίες θα μπορούσαν να αναλάβουν δράση στη Νότια Γιουγκοσλαβία. Ο πρωθυπουργός Filoff συμφώνησε ήδη την επομένη. Οι λεπτομέρειες θα αποτελούσαν αντικείμενο συνεννόησης με τον List. Από την άλλη πλευρά, ενημέρωσε τους Γερμανούς ότι η τουρκική στρατιωτική παρουσία στα σύνορα των δυο χωρών είχε αυξηθεί. Η βουλγαρική κυβέρνηση -τουτέστιν- φοβόταν ακόμα το ενδεχόμενο  τουρκικής εισβολής. Ο Ribbentrop χαιρέτισε τη βουλγαρική προθυμία, αλλά για τον κατάλληλο χρόνο θα αποφάσιζε το Βερολίνο. Μόλις όμως παραδόθηκε ο γιουγκοσλαβικός στρατός, συνέστησε η 12η Στρατιά τη διάθεση τωνβουλγαρικών μεραρχιών. Παρόλα αυτά, ο Ribbentrop επέτρεψε να καταληφθούν από τους Βούλγαρους μόνο δυο μέρη κοντά στα σύνορα, τα οποία είχαν αυτοί απωλέσει βάσει των αποφάσεων της Συνθήκης του Neuilly.

Στις 16 Απριλίου ανέφερε ο Βούλγαρος πρέσβης στους Γερμανούς ότι οι τρεις μεραρχίες ήταν έτοιμες για δράση, με τον List είχαν όλα συμφωνηθεί και απέμενεμόνο το πράσινο φως από το Βερολίνο. Εκτός των άλλων, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο κρινόταν αναγκαίο ή επιθυμητό οι Βούλγαροι ήταν έτοιμοι να εισβάλουνστην ελληνική Θράκη.[2] Την ίδια μέρα ο Richthofen τηλεγράφησε στην Κυβέρνηση του ότι στη Βουλγαρία ήταν διάχυτη μια μεγάλη ανησυχία, λόγω του ότι δεν είχε δωθεί ακόμα από το Βερολίνοτο πράσινο φως για τη χρήση των μεραρχιών πράγμα που δημιουργούσε την εντύπωση ότι πίσω από αυτά βρίσκονταν οι Ιταλοί. Η είδηση της κατάληψης της Οχρίδας πουθεωρείτο Βουλγαρικό εθνικό σύμβολο από αυτούς , έσκασε σα βόμβα στη χώρα. Ο Richthofen παρακάλεσε να λυθεί το ζήτημα προς όφελος της Βουλγαρίας, τονίζοντας ότι το γεγονός πως για το μέλλον της Ελληνικής Μακεδονίας δε μπορεί να ληφθεί καμμία απόφαση είναι κατανοητό από κάθε αρμόδιο Βούλγαρο».

Τρεις μέρες νωρίτερα, στις 13.4 ο Χίτλερ στην Οδηγία 27 είχε δώσει τιςγενικές κατευθύνσεις της μελλοντικής πολιτικής των κατοχικών Δυνάμεων στηνΕλλάδα.Η περιοχή ανάμεσα στο Στρυμώνα και τη γραμμή Έδεσσα-Βέροια-Κατερίνη, μαζί με τη Θεσσαλονιίκη και τη γύρω παράλία, κάποια σημεία που θα χρησίμευαν ωςαεροπορικές βάσεις κατά των Βρετανών, καθώς και η γραμμή των Ελληνοτουρκικώνσυνόρων στον Έβρο, για να προφυλαχθεί από κάθε τουρκική επίθεση,θα παρέμενανυπό Γερμανική κατοχή. Οι Βούλγαροι θα κατελάμβαναν την ελληνική Θράκη και τηγιουγκοσλαβική Μακεδονία. Οι υπόλοιπες περιοχές θα καταλαμβάνονταν από τους Ιταλούς.Ο Χίτλερ ήθελε πάση θυσία να απαγκιστρώσει όσο το δυνατό περισσότερεςδυνάμεις από τα Βαλκάνια, ώστε να διατεθούν για την εισβολή στη Σ. Ένωση {Επιχείρηση»»Barbarossa[3]»»}.

Προφανώς, ο Βούλγαρος βασιλιάς Boris ο Γ΄ δεν εμπιστευόταν τις υποσχέσεις του Γερμανού διπλωμάτη, διότι στις 16 Απριλίου ζήτησε συνάντηση με τον Χίτλερ, κάτι που πραγματοποιήθηκε στις 19 Απριλίου στο Αρχηγείο του τελευταίου. Πρωτύτερα όμως ο Γερμανός ηγέτης είχε εγκρίνει τη βουλγαρική συμμετοχή στην κατοχή της Γιουγκοσλαβίας, διότι στις 17 Απριλίου ο Ribbentrop γνωστοποίησε στον Richthofen ότι ο Βουλγαρικός στρατός θα μπορούσε να καταλάβει την ελληνική περιοχή δυτικά της συνοριακής γραμμής από την Αλεξανδρούπολη, προς Svilengrad και Στρυμόνα. Στην περιοχή της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, οι Βούλγαροι θα προέλαυναν μέχρι τα Σκόπια και από εκεί κατά μήκος του Αξιού, μέχρι τα ελληνικά σύνορα. Στις 26 Απριλίου ακολούθησε μια ακόμη προέλαση, προς τη γραμμή Tetovo- Bitola. Η περιοχή της Οχρίδας περιήλθε στους Βούλγαρους στις 15 Απριλίου 1941, μετά την ολοκλήρωση τηςαποχώρησης των Ιταλών.

Στις 17 Απριλίου ο Ribbentrop ενημέρωσε τη γερμανική πρεσβεία στη Ρώμη ότιεπιθυμούσε μια συνάντηση με τον Ciano στη Βιέννη για να ανταλλαγούν απόψειςσχετικά με τη Γιουγκοσλαβία. Ο Mussolini απάντησε ότι θα έστελνε τον υπουργότου των Εξωτερικών στις 20.4 στη Βιέννη. Ο Ribbentrop στις 18 Απριλίου τόνισε στον Γερμανό πρέσβη ότι ο Ciano έπρεπε να μεταβεί στησυνάντηση, αλλά όχι με απαιτήσεις που δε μπορούσαν πια να ικανοποιηθούν. Περίμενε πως οι Ιταλοί θα συμφωνήσουν σε ένα διακανονισμό του »Μακεδονικού»σύμφωνα με τις επιθυμίες των Βουλγάρων που θα καταλάμβαναν και την Οχρίδα.[4]

Επίσης, την ίδια μέρα ο Ribbentrop είδοποίησε το Ανώτατο Αρχηγείο της Wehrmacht ότι σκοπεύει τις μέχρι εκείνη τη στιγμή πρεσβείες στην Αθήνα και το Βελιγράδι, να τις μετονομάσει σε Γραφεία του Υπουργείου Εξωτερικών υπαγόμενα στον ανάλογο Στρατιωτικό Διοικητή. Για την Αθήνα στην αρχή προοριζόταν ο πρέσβης Felix Benzler. Ήδη όμως στις 29 Απριλίου αντικαταστάθηκε από τον πρέσβη Günther Altenburg, ο οποίος αρχικά προοριζόταν για το Βελιγράδι.

Στις 19 Απριλίου στα πλαίσια μιας συνομιλίας του με τον Ούγγρο πρέσβη Döme Sztojay για τη Γιουγκοσλαβία, ο Χίτλερ έκανε μερικές πολύ ενδιαφέρουσες επισημάνσεις για την Ελλάδα: «Έπρεπε να εκφράσει την άποψη πως ο πόλεμος κατά της Ελλάδας ήταν ένα στίγμα βαρειάς λύπης στη δίνη της χαράς των μεγάλων επιτυχιών. Αισθάνεται όπως και με τους Φινλανδούς…κάπου δε μπορούσε να συγκρατήσει τα αισθήματα του..Αλλά πολεμά κατά της Αγγλίας και όχι εναντίων μικρών κρατών. Αν η Ελλάδα δε δεχόταν τους Εγγλέζους, δεν θα τις επιτιθόταν. Τώρα πρέπει δυστυχώς να την αφοπλίσει, αλλά δε θα μετέφερε Έλληνες αιχμάλωτους στη Γερμανία. Οι Ιταλοί δε θα νικούσαν τους Έλληνες ποτέ». Aυτά δείχνουν ότι ήταν σχετικά θετικός στις βουλγαρικές αξιώσεις για την Ελλάδα, αλλά στους Ιταλούς δε θα έκανε μεγάλες παραχωρήσεις.

Όσον αφορά τη συνάντηση του Χίτλερ με τον Βούλγαρο βασιλιά στις 19 Απριλίου, δεν υπάρχουν επίσημες αναφορές, αλλά ο παρών σε αυτή Γερμανός πρέσβης στην Άγκυρα Franz von Papen στα «Απομνημονεύματα» του ανακατασκευάζει το βασικό περιεχόμενο της. Σύμφωνα με αυτόν, ο Boris έγειρε αξιώσεις για όλη την περιοχή από την Αλεξανδρούπολη στα ανατολικά, μέχρι τη Θεσσαλονίκη στα νοτιοδυτικά και την Οχρίδα στα δυτικά. Ο von Papen συμφώνησε με τις Βουλγαρικές επιθυμίες για διέξοδο στο Αιγαίο, αλλά τόνισε στον Βασιλιά ότι είναι αδύνατο να αποκοπεί η περιοχή της Θεσσαλονίκης από την υπόλοιπη Ελλάδα και η υπαγωγή της υπό Βουλγαρική κατοχή, διότι αποτελεί ζωτικό άξονα για την οικονομία της χώρας. Προφανώς, ο Γερμανός διπλωμάτης φοβόταν ότι μια τέτοια ενέργεια θα προκαλούσε τους Έλληνες να αυξήσουν τις αντιστασιακές τάσεις τους. Ο πρέσβης επεδίωξε και προφανώς –όπως προκύπτει από μια σχετική προσωρινή συμφωνία που υπογράφηκε αργότερα- πέτυχε να τεθεί προσωρινά υπό Τουρκική διοίκηση η Β.Α. Θράκη, περιοχή από όπου περνά η μοναδική σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει την Τουρκία με την Ευρώπη. Ο Βούλγαρος μονάρχης θύμωσε πολύ και κατηγόρησε τον von Papen ότι είναι τουρκόφιλος.

Από την αναφορά του Πρέσβη Richthofen για τη συνάντηση του με τον Βούλγαρο βασιλιά στις 24 Απρίλιου, μετά την επιστροφή του τελευταίου στη Σόφιασυμπεραίνεται ότι ο Χίτλερ κατά μεγάλο μέρος τον διαβεβαίωσε για την επέκταση της Βουλγαρίας ως την Οχρίδα. Σε αντάλλαγμα, ο Βούλγαρος μονάρχης δέχθηκε να παραδώσει στους Γερμανούς τα εργοστάσια χρωμίου, στα Νότια και τα Βορειοανατολικά των Σκοπίων.

Αλλά εκτός από τους Βούλγαρους και τους Ιταλούς και οι Ρουμάνοι προέβαλαν εδαφικές αξιώσεις στην περιοχή των Βαλκανίων. Ο Αντονέσκου εδήλωνε στις 23 Απριλίου ότι μια υπεροχή των Βουλγάρων και γενικά των Σλάβων, θα ήταν σε βάρος της φυλετικής ισορροπίας στην περιοχή. Έγειρε αξιώσεις για τους Μακεδονο-Ρουμάνους ο αριθμός των οποίων φτάνει τις 630.000 και ζούν στην Ήπειρο, Μακεδονία, Θεσσαλία και Αλβανία και οι Έλληνες τους αποκαλούν Κουτσόβλαχους.

Λιμοκτονούντα παιδιά της Αθήνας κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής

Ο Ανώτατος Διοικητής του Γερμανικού Στρατού Brauchitsch επεδίωξε τον ορισμό ενός Ανώτατου Διοικητή Βαλκανίων για να διαπραγματεύεται η Ελληνική Κυβέρνηση μόνο με μια Αρχή. Σε περίπτωση ταραχών, αυτός θα έπρεπε να προίσταται και των Βουλγαρικών και Ιταλικών δυνάμεων. Εάν το Βερολίνο αποδεχόταν τις προτάσεις αυτές, κατά τον Richter θα γλίτωνε από πολλά προβλήματα.[5] Η πείνα του χειμώνα του 1941/42, υπήρξε από τους σημαντικότερους παράγοντες που ώθησαν στη δημιουργία των πρώτων αντιστασιακών οργανώσεων. (Σεπτέμβριος 1941–ίδρυση ‘ΕΑΜ ‘).

Η πρώτη ενέργεια των Γερμανών που σηματοδοτεί την αρχή της καταπίεσης του Ελληνικού λαού, ήταν όταν ενώ δεν είχε καλά-καλά καταληφθεί η Αθήνα. Στις 27 Απριλίου εμφανίστηκε ο Διοικητής της Υπηρεσίας Εγκλήματος Kurt Geissler με μια λίστα από περίπου 300 ονόματα προσώπων, τα οποία έπρεπε να φυλακιστούν. Ο Altenburg διαμαρτυρήθηκε στο Υπουργείο των Εξωτερικών: Φυλάκιση διαπρεπών Ελλήνων και ξένω , θα έπρεπε να γίνεται μόνο κατόπιν συνεννόησης μαζί του. Οι φυλακισμένοι έπρεπε να αφεθούν ελεύθεροι. Είναι άγνωστο αν το Γερμανικό ΥΠΕΞ ενεργοποιήθηκε στον Αρχηγό της Αστυνομίας Heinrich Himmler, για το ζήτημα αυτό.

Αν και στρατιωτικά από πρώτη άποψη από τα μέσα Μαΐου η Ελλάδα είχε αρχίσει να μην ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους Γερμανούς, στο οικονομικό πεδίο η παρουσία τους ήταν ισχυρότερη από ποτέ ως εκείνη την περίοδο. Ήδη κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών, σχηματίστηκε μια μονάδα με την εντολή να διασφαλίσει και να μεταφέρει ό,τι πολύτιμο προιόν για την στρατιωτική οικονομία παράγει η Ελλάδα. Όταν έγινε γνωστό ότι η Ιταλία θα αναλάμβανε τη στρατιωτική κατοχή τηςχώρας, σε αυτό το σημείο ξέσπασε εκνευρισμός. Για να προλάβουν τους Ιταλούς, οτιδήποτε κρίθηκε χρήσιμο ασφαλίστηκε, κατασχέθηκε, μεταφέρθηκε ή πιστώθηκε στις στρατιωτικές ανάγκες. Δεν υπήρξε κανένας τομέας ο οποίος να μην ενδιέφερε τους Γερμανούς.

Στον τομέα της μεταλλουργίας δραστηριοποιήθηκε ιδιαίτερα ο όμιλος Krupp. Ο Δ/ντής του στην Ελλάδα δρ. HansHeine ο οποίος ήξερε καλά το αντικείμενο, μέχρι τις 10 Μαΐου εξασφάλισε όλους τους τόπους παραγωγής θείου, σιδήρου, χρωμίου, νικελίου και λιγνίτη με αγορά, μίσθωση η μακρόχρονα συμβόλαια προμήθειας. Συνολικά, τέτοιες συμφωνίες κλείστηκαν με 26 εταιρείες. Το μέλος της Διοίκησης Hans-Günther Sohl, αφίχθη στην Αθήνα ειδικά για το κλείσιμο των συμφωνιών με την Υπηρεσία Εξοπλιστικής Οικονομίας του Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων (Oberkommando der Wehrmacht/Wirtschaftsrüstungsamt). Ήδη, στις 2 Μαΐου κατασχέθηκαν 25.000 τόννοι νικελίου και οι μετοχές της εταιρείας»Λοκρίς». Ακολούθησαν τα ορυχεία χρωμίου του Δομοκού και της Κοζάνης, καθώς και ο μόλυβδος και ο κασσίτερος του Λαυρίου.

Ταυτοχρόνως, η Deutsche Bank αγόρασε τις μετοχές της ΕθνικήςΤράπεζας. Η Dresdner Bank πέτυχε το ίδιο, για την Τράπεζα Αθηνών…[6] Σύμφωνα με την οδηγία του Göring της 19ης Απριλίου, θα μεταφέρονταν και από την Ελλάδα σύγχρονες μηχανές, κυρίως της βιομηχανίας όπλων «Μποδοσάκη». Εντεταλμένοι των γερμανικών εταιρειών ελαφρού μετάλλου, αγόρασαν την πλειοψηφία των μετοχών των ελληνικών εταιρειών βωξίτη, μάλιστα –όπως κριτικά επισημαίνοταν στο Βερολίνο- υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ τους. Κατασχέθηκαν 20.000 εκτάρια βαμβακοκαλλιεργειών, τα οποία ανήκαν σε βρετανικές εταιρείες. Εξασφαλίστηκε καπνός αξίας 175 εκ. μάρκων. Μόνο τα φορολογικά έσοδα από τον καπνό, έφτασαν για το γερμανικό Κράτος τα 1,4 εκ. μάρκα. Όταν οι Ιταλοί προσπάθησαν στις αρχές Μαΐου, προσπάθησαν να αυξήσουν την οικονομική τους επιρροή, έγινε φανερό ότι οι Γερμανοί είχαν πάρειτο “ζουμί”. Στις αρχές Ιουνίου ο Γερμανός εμπορικός ακόλουθος στην Αθήνα Hellmuth Höffinghoff ανέφερε ότι οι γερμανικές Υπηρεσίες είχαν λύσει το ζήτημα της εξασφάλισης των απαραίτητων πρώτων υλών και των αναγκαίων επιχειρήσεων. Οι Ιταλοί σημείωσαν κάποιες επιτυχίες οι οποίες όμως ήταν ασήμαντες διότι η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας οδηγούσε στην καταστροφή.

Η εκμετάλλευση των Γερμανών όξυνε την έλλειψη τροφίμων στην Ελλάδα.. Η υπεροπτική στάση και η απανθρωπιά των Γερμανών, έκαναν ακόμα και για τους παραδοσιακά γερμανόφιλους οπαδούς του Κωνσταντίνου, τη ζωή πολύ δύσκολη.

Γερμανοί στρατιώτες εκτελούν Έλληνα πατριώτη

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. HEINZ A RICHTERGRIECHENLAND IM ZWEITEN WELTKRIEG ^1939-1941 ^CONTINGENZA GRECIAOPERATIONEN BARBARITY-LUSTRE UND MARITA: ZWEITE ERWEITERTE AUFLAGE VERLAG FRANZPHILIPP RUTZEN MAINZ UND RUHPOLDING σελ 405.

2.Στο ίδιο

3.Στοίδιο,σελ405-406

4.Στο ίδιο σελ.406

5.Στο ίδιο, σελ.413

6.Στο ίδιο,σελ 418

historical-quest.com

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.