Το Ναζιστικό πραξικόπημα στην Αυστρία (Ιούλιος 1934)

Το “ιουλιανό πραξικόπημα” στην Αυστρία (25-30 Ιουλίου 1934): Μια αποτυχημένη προσπάθεια κατάληψης της εξουσίας από τους εθνικοσοσιαλιστές

Γράφει ο Νικόλαος Γιώτης

Η κατάληψη της εξουσίας από το NSDAP στη Γερμανία στις 30 Ιανουαρίου 1933 έδωσε μεγάλες ελπίδες στους Αυστριακούς εθνικοσοσιαλιστές που δραστηριοποιούνταν πολιτικά στην Αυστρία για χρόνια. Όταν όμως ο Καγκελάριος Ένγκελμπερτ Ντόλφους απαγόρευσε περαιτέρω συνεδρίες της αυστριακής Βουλής στις 4 Μαρτίου 1933, αναλαμβάνοντας έκτακτες εξουσίες και εγκαθιδρύοντας το αυστροφασιστικό καθεστώς, οι Αυστριακοί ναζιστές αντέδρασαν με απαίτηση για άμεσες νέες εκλογές, συνεχή κι έντονη αντικρατική και παγγερμανική προπαγάνδα, καθώς κι ένα κύμα βομβιστικών επιθέσεων σε κρατικούς στόχους. Ο Ντόλφους ανταπάντησε με ριζοσπαστικά αυταρχικά μέτρα όπως έρευνες σε σπίτια και συλλήψεις εθνικοσοσιαλιστών.

Την κατάσταση εκμεταλλεύτηκε ο Βαυαρός Υπουργός Δικαιοσύνης (και μετέπειτα Διοικητής της κατεχόμενης Πολωνίας) δικηγόρος Χανς Φρανκ, ο οποίος σε μια ομιλία του στις 8 Μαρτίου απείλησε την αυστριακή κυβέρνηση με ένοπλη γερμανική επέμβαση στην Αυστρία. Παρόλα αυτά, η αυστροφασιστική κυβέρνηση αρχικά επικεντρώθηκε στην απαγόρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος και των παραστρατιωτικών ομάδων του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (‘Republikanischer Schutzbund’). Όταν ο Χανς Φρανκ μαζί με τα άλλα κομματικά στελέχη Χανς Κερλ & Ρόλαντ Φράισλερ (ο μετέπειτα Πρόεδρος του Λαϊκού Δικαστηρίου που θα καταδίκαζε τους συνωμότες που επιχείρησαν να δολοφονήσουν το Χίτλερ στις 20 Ιουλίου 1944), εισήλθαν στην Αυστρία στις 13 Μαίου 1933 ώστε να μιλήσουν στη Βιέννη, όπου μίλησαν σε ήπιους τόνους, και στο Γκρατς, όπου η ισχυρή εθνικοσοσιαλιστική παρουσία στην πόλη τους επέτρεψε να μιλήσουν στα ίσια ενάντια στο καθεστώς Ντόλφους και να καλέσουν τους Αυστριακούς σε απειθαρχία στην κυβέρνηση, οι αρχές τους επαναπροώθησαν στη Γερμανία στις 15 Μαίου μετά από μόλις δύο μέρες περιοδεία. Τότε πολλοί Αυστριακοί ναζιστές εγκατέλειψαν τη χώρα μαζί τους και συγκρότησαν την “Αυστριακή Λεγεώνα” στη Βαυαρία, ενώ αρκετοί έμειναν στην Αυστρία και συνέχισαν τις δραστηριότητές τους παράνομα πια, καθώς το καθεστώς έθεσε τελικά εκτός νόμου κάθε εθνικοσοσιαλιστική δραστηριότητα ένα μήνα αργότερα, στις 19 Ιουνίου 1933. Ο κυβέρνηση του Χίτλερ αντέδρασε με τη σειρά της με σκληρές οικονομικές κυρώσεις στην Αυστρία που στόχευαν κυρίως στο να πληγεί ο ισχυρός αυστριακός τουρισμός.

Στις 25 Ιουλίου 1934 τελικά, εν μέσω δύσκολων κοινωνικών και πολιτικών συγκυριών, με τις σχέσεις των δύο κρατών τεταμένες και με γνώση των επίσημων γερμανικών θέσεων, 154 άνδρες των αυστριακών SS (για την ακρίβεια το 89ο Σύνταγμα SS της Βιέννης), ντυμένοι με στολές του αυστριακού στρατού και της αστυνομίας εισέβαλαν στο κτίριο της αυστριακής Καγκελαρίας. Ο Ντόλφους δολοφονήθηκε με δύο σφαίρες που του έριξε ο πραξικοπηματίας Otto Planetta. Τα υπόλοιπα στελέχη της κυβέρνησης μπόρεσαν ωστόσο να διαφύγουν. Μια άλλη ομάδα πραξικοπηματιών κατέλαβε το κτίριο της κρατικής ραδιοφωνίας (RAVAG) κι έβγαλε διάγγελμα ότι ο Ντόλφους παρέδωσε την εξουσία στο ναζιστή Anton Rintelen. Το διάγγελμα ήταν το σύνθημα ώστε οι Αυστριακοί ναζί να πάρουν τα όπλα σε όλη τη χώρα πραγματοποιώντας εξέγερση ενάντια στο κράτος με σκοπό να προσαρτήσουν την Αυστρία στο Γ’ Ράιχ.

Στη συνέχεια υπήρξαν έντονες πενθήμερες συγκρούσεις ανάμεσα σε πραξικοπηματίες και κρατικές αρχές σε διάφορες αυστριακές επαρχίες όπως η Καρινθία, η Στυρία & η Άνω Αυστρία, όπως και μικρότερες εξεγέρσεις στο Σάλτσμπουργκ. Έγιναν ένοπλες συμπλοκές στην Άνω Στυρία, στη βιομηχανική περιοχή ανάμεσα στο Γιούντενμπουργκ και στο Λέομπεν, στο Εννς, στην περιοχή Deutschlandberg στη νοτιοδυτική Στυρία, αλλά και στη νοτιοανατολική Στυρία στο Μπαντ Ράντκερσμπουργκ. Αιματηρές συγκρούσεις πραγματοποιήθηκαν μέσα και γύρω από το Σλάμντιγκ. Στην Καρινθία, τα επίκεντρα της εξέγερσης βρισκόταν στη Νότια Καρινθία και στην πόλη Sankt Paul im Lavanttal. Στην άνω Αυστρία, παράλληλα με ατομικές μεμονωμένες ενέργειες στο Σάλτσκαμμεργκουτ, οι μάχες επικεντρώθηκαν στο πέρασμα Πυρν και Μύλφιερτελ, όπου κιόλας τη νύχτα της 26ης Ιουλίου, στην περιοχή Κόλερσλαγκ στα αυστρογερμανικά σύνορα, ένα τμήμα της “Αυστριακής Λεγεώνας” εισέβαλλε σε αυστριακό έδαφος κι επιτέθηκε στο τελωνείο & τον αστυνομικό σταθμό.

Να σημειωθεί εδώ, ότι οι πραξικοπηματίες δεν ήταν ιδιαιτέρως καλά εξοπλισμένοι, διότι υπολόγιζαν ότι τα σώματα ασφαλείας, εμπνεόμενα από παγγερμανικές πεποιθήσεις που ήταν ευρέως διαδεδομένες τότε, θα έπαιρναν το μέρος τους αφότου εκδηλωνόταν το πραξικόπημα. Απεναντίας, παρέμειναν πιστά στο καθεστώς Ντόλφους κι αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην τελική ήττα τους πέντε ημέρες αργότερα. Ακόμη, νωρίς το πρωί της 26ης Ιουλίου, ένας Γερμανός αγγελιοφόρος συνελήφθη και πάλι στο πέρασμα Κόλερσλαγκ μεταφέροντας στους επαναστάτες ακριβείς οδηγίες για την εξέγερση. Το ντοκουμέντο, καλούμενο έκτοτε ως το “ντοκουμέντο Κόλερσλαγκ”, αποδείκνυε την ξεκάθαρη σύνδεση ανάμεσα στο Γ’ Ράιχ και στο “ιουλιανό πραξικόπημα”.

Σε επίπεδο διεθνών σχέσεων, η δολοφονία Ντόλφους εξόργισε τον Ιταλό δικτάτορα Μουσολίνι, που διατηρούσε άριστες σχέσεις με το αυστροφασιστικό καθεστώς, κι αποφάσισε να στείλει στρατό στα αυστριακά σύνορα προειδοποιώντας παράλληλα το Χίτλερ, ότι αν εισέβαλλε στην Αυστρία προς υποστήριξη του πραξικοπήματος θα έπρεπε να πολεμήσει και την Ιταλία που θα έσπευδε προς ενίσχυση του καθεστώτος. Η ενέργεια αυτή έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε ο Γερμανός Καγκελάριος να πάρει τελικά επίσημα αποστάσεις από το κίνημα, κάτι που το καταδίκασε οριστικά στην αποτυχία.

Τελικά το πραξικόπημα κατεστάλη από το στρατό, την αστυνομία και τις παραστρατιωτικές ομάδες που έμειναν πιστές στην κυβέρνηση (οι μονάδες ‘Heimwehr’). Υπάρχουν διάφορες αναφορές σχετικά με το κόστος του εγχειρήματος σε ανθρώπινες ζωές: Ο Ιστορικός Gerhard Jagschitz, στηριζόμενος στο προγενέστερο έργο του Στρατιωτικού Ιστορικού Erwin Steinbock, το 1965 υποστήριξε ότι κατά το “ιουλιανό πραξικόπημα” σκοτώθηκαν 270 άνθρωποι: 153 εθνικοσοσιαλιστές (ανάμεσά τους οι 13 που εκτελέστηκαν και οι 7 που αυτοκτόνησαν), κι 104 από κυβερνητικής πλευράς μαζί με 13 αμάχους. Απεναντίας, ο Ιστορικός Kurt Bauer κατέληξε σε 223 νεκρούς: 111 ναζιστές, 101 κυβερνητικοί κι 11 άμαχοι. Οι τραυματίες υπολογίζονται σε συνολικά 500-600 άτομα.

Από τις 26 Ιουλίου 1934 συγκροτήθηκαν έκτακτα στρατοδικεία ώστε να δικαστούν οι πραξικοπηματίες. 13 καταδικάστηκαν σε θάνατο για εσχάτη προδοσία κι εκτελέστηκαν ενώ σε περίπου 4.000 επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης. Πολλοί εξεγερμένοι κατέφυγαν στη Γερμανία και στη Γιουγκοσλαβία. Ο Κουρτ φον Σούσνιγκ ορίστηκε ως ο διάδοχος του Ντόλφους, ενώ ο πρίγκηπας Ερνστ Ρούντιγκερ Στάρενμπεργκ παρέμεινε στη θέση του αντι-Καγκελάριου. Τέλος, μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος, ο Χίτλερ έκλεισε τα γραφεία που διατηρούσε το αυστριακό ναζιστικό κόμμα στο Μόναχο.

Αυτό βέβαια δεν σήμαινε ότι ο Γερμανός Καγκελάριος παραιτήθηκε από το στόχο του να ενώσει τη Γερμανία με την Αυστρία: Θα τα κατάφερνε τέσσερα χρόνια αργότερα μέσω λιγότερο επαναστατικών και περισσότερο διπλωματικών μεθόδων: Το “Anschluβ”, η προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία, πραγματοποιήθηκε τελικά στις 12 Μαρτίου του 1938.

από την ομάδα FB Ελληνική και Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία

, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.