Το «ξήλωμα» της Συνθήκης των Σεβρών

Η Τρίτη Συμμαχική Διάσκεψη του Λονδίνου (Φεβρουάριος – Μάρτιος 1921) και η ελληνοτουρκική διαμάχη

Γράφει ο Θεοδόσης Καρβουναράκης

δράση του Μουσταφά Κεμάλ, που εμπόδιζε την υλοποίηση των εδαφικών και οικονομικών κερδών τους στο πλαίσιο της Συνθήκης, Γάλλοι και Ιταλοί επιχείρησαν να εξευμενίσουν τον εθνικιστή Τούρκο ηγέτη με παραχωρήσεις εις βάρος της Ελλάδας. Με πρόσχημα την πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, επικαλούμενοι την αναξιοπιστία της νέας κυβέρνησης και τη δράση του Κεμάλ, οι δύο «σύμμαχοι» της χώρας μας άρχισαν να ζητούν την αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών, εστιάζοντας στους όρους που αφορούσαν την Ανατολική Θράκη και τη Σμύρνη. 

Την Ελλάδα υποστήριζε η Βρετανία και ο φιλέλληνας πρωθυπουργός της, Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ. Οι δυνατότητες, όμως, βρετανικής αρωγής ήταν σημαντικά περιορισμένες. Οι Βρετανοί δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν τους Γάλλους, γιατί κυρίως τους ενδιέφερε η διευθέτηση των προβλημάτων που αφορούσαν την Ευρώπη και είχαν προκύψει από το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η εξάντληση από την κολοσσιαία πολεμική προσπάθεια που μόλις είχε ολοκληρωθεί και η έλλειψη πόρων, επίσης, δεν επέτρεπε στους Βρετανούς να αναλάβουν μόνοι το βάρος της στρατιωτικής ενίσχυσης της Ελλάδας. Ο Λόιντ Τζορτζ ήταν πολιτικά ευάλωτος, καθώς το κόμμα του, οι Φιλελεύθεροι, είχε διασπαστεί και ο ίδιος παρέμενε στην εξουσία με την υποστήριξη των Συντηρητικών. Τέλος, σοβαρές αντιρρήσεις για τη στήριξη της Ελλάδας υπήρχαν στο υπουργικό συμβούλιο, στον στρατό και στο Κοινοβούλιο. Η παραμονή βέβαια της Ελλάδας στη Μικρά Ασία εξυπηρετούσε τα βρετανικά σχέδια, τον έλεγχο των Δαρδανελίων και της Ανατολικής Μεσογείου. 

Οι πιέσεις Ιταλών και Γάλλων οδήγησαν τους Βρετανούς στην αποδοχή της αναθεώρησης της Συνθήκης των Σεβρών. Συμφώνησαν να κληθούν Ελληνες και Τούρκοι στο Λονδίνο, όπου θα συζητούσαν για τη Συνθήκη «υποκείμενη σε τροποποιήσεις που μπορεί να είχαν καταστεί αναγκαίες από την εξέλιξη των γεγονότων». Ο κομβικός ρόλος του Κεμάλ και του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος έγινε σαφής όταν στην πρόσκληση που απηύθυναν στην κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης οι Σύμμαχοι έθεσαν ως προϋπόθεση τη συμμετοχή στην τουρκική αντιπροσωπεία του Κεμάλ ή εκπροσώπου του. 

Η αναγγελία της Διάσκεψης προφανώς ανησύχησε και δυσαρέστησε την ελληνική κυβέρνηση. Βρίσκονταν όμως σε μειονεκτική θέση, καθώς η φιλοβασιλική παράταξη και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, που εν τω μεταξύ είχε επανέλθει στον θρόνο με δημοψήφισμα, κατηγορούνταν για φιλογερμανική στάση στη διάρκεια του πολέμου και αντιμετωπίζονταν από τους Συμμάχους με δυσμένεια, που περιλάμβανε την άρνηση διπλωματικής αναγνώρισης του νέου καθεστώτος. Ηλπιζαν επίσης ότι θα έπειθαν τους Συμμάχους να άρουν τις εναντίον τους επιφυλάξεις. Ετσι αποδέχθηκαν την πρόσκληση. Της ελληνικής αποστολής θα ηγείτο ο πρωθυπουργός Νικόλαος Καλογερόπουλος, ενώ αργότερα θα την ενίσχυε με την παρουσία του ο Δημήτριος Γούναρης, ο ισχυρότερος πολιτικός άνδρας της αντιβενιζελικής παράταξης. Οι Βρετανοί ήταν διατεθειμένοι να υποστηρίξουν τις ελληνικές θέσεις. Δεν έκρυβαν όμως τις περιορισμένες προσδοκίες τους. Σύμφωνα με σχόλιο του Χάρολντ Νίκολσον, στελέχους του Foreign Office με άμεση εμπλοκή στην ελληνική υπόθεση, «οι αποφάσεις της Διάσκεψης θα εξαρτηθούν τόσο πολύ από τη στάση των Γάλλων και των Ιταλών ώστε να είναι αδύνατον προς το παρόν να προβλέψουμε το πιθανό τους αποτέλεσμα. Σε γενικές γραμμές η διάθεσή μας είναι να συνεργαστούμε με το νέο καθεστώς… Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι θα μπορέσουμε να επιβάλουμε αυτή την άποψη στους Συμμάχους μας».

Το τέχνασμα

to-xiloma-tis-synthikis-ton-sevron0
Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Πολιτεία» με ημερομηνία 20 Μαρτίου 1921 και εκτενή αναφορά στην Τρίτη Συμμαχική Διάσκεψη του Λονδίνου.

Από τις πρώτες συνεδρίες της Διάσκεψης έγινε σαφής η πρόθεση Γάλλων και Ιταλών να επιτύχουν την αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών εις βάρος της Ελλάδας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η πρόταση για τη δημιουργία διασυμμαχικής επιτροπής που θα διερευνούσε την πληθυσμιακή σύσταση της περιοχής της Σμύρνης και της Ανατολικής Θράκης, με στόχο, και ανάλογα με το αποτέλεσμα, την απόδοσή τους στην Τουρκία ή στην Ελλάδα. Επρόκειτο για τέχνασμα των Ιταλών σε συνεννόηση με τους Τούρκους εθνικιστές, που είχαν και την πρωτοβουλία των κινήσεων στην τουρκική αντιπροσωπεία. Την πρόταση υποστήριζαν και οι Γάλλοι. Οι πραγματικοί στόχοι Ιταλών και Γάλλων φάνηκαν στη συζήτηση της πρότασης μεταξύ υψηλά ιστάμενου αξιωματούχου του Foreign Office και του Ιταλού πρέσβη στο Λονδίνο, ο οποίος εξήγησε πως η προτεινόμενη έρευνα ήταν απλώς ένα πρόσχημα. «Τα στατιστικά στοιχεία ήταν δευτερεύουσας σημασίας και μπορούσαν βέβαια να διαμορφωθούν με διάφορους τρόπους. Το σημαντικό ήταν τώρα να απαλλαγούμε από τα τμήματα εκείνα της Συμφωνίας που εμπόδιζαν την εδραίωση της ειρήνης με τους Τούρκους». Ο Λόιντ Τζορτζ αντιμετώπισε την απειλή αυτή για τα ελληνικά συμφέροντα, εξασφαλίζοντας την τουρκική απόρριψη της πρότασης όταν επέμεινε να γίνει σαφές στους Τούρκους ότι μόνο αλλαγές που τυχόν θα προέκυπταν από τη δημογραφική έρευνα θα γίνονταν στη Συνθήκη των Σεβρών και ότι έπρεπε να αποδεχθούν τους υπόλοιπους όρους ως είχαν. Αργότερα, στη διάρκεια της Διάσκεψης, Γάλλοι και Ιταλοί συνήψαν συμφωνίες με τον εκπρόσωπο του Κεμάλ, Μπεκίρ Σαμίρ Μπέη, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν μέρος των συμφερόντων τους, κατά παράβαση της Συνθήκης των Σεβρών. Ο Κεμάλ και η εθνοσυνέλευση των εθνικιστών στην Αγκυρα, που δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν συμβιβασμούς, απέρριψαν τις συμφωνίες. 

Ο Βρετανός πρωθυπουργός παρείχε σημαντική διπλωματική υποστήριξη στην ελληνική πλευρά, την οποία και ενθάρρυνε να αποδεχθεί τις μικρές μεταβολές στο καθεστώς της Σμύρνης που πρότειναν τελικά οι Σύμμαχοι. Ηταν όμως εξαιρετικά δύσκολο για τη φιλοβασιλική κυβέρνηση να δεχθεί οποιαδήποτε παραχώρηση, καθώς θα αντιμετώπιζε εντονότατες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση, την κοινή γνώμη αλλά και τους ίδιους τους υποστηρικτές της στο Κοινοβούλιο. Παράλληλα, η δυσμένεια των Συμμάχων με αφορμή τα γεγονότα στη διάρκεια του Παγκοσμίου Πολέμου έκανε διστακτικούς τους Ελληνες πολιτικούς ως προς την αξιοποίηση του ισχυρότερου επιχειρήματός τους: ότι η ελληνική στρατιωτική παρουσία στη Μικρά Ασία ήταν αυτή που έδινε τη δυνατότητα στους Συμμάχους να διαπραγματεύονται με ασφάλεια με τους Τούρκους. 

Μετά την αποτυχία της Διάσκεψης να δεσμεύσει τόσο τους Ελληνες όσο και τους Τούρκους ως προς την αποδοχή των προτάσεών της (δεν ήταν καν βέβαιο ότι η ελληνική θέση έναντι των Συμμάχων θα βελτιωνόταν αν οι Ελληνες τις αποδέχονταν και οι Τούρκοι τις απέρριπταν), ο Λόιντ Τζορτζ ενθάρρυνε τους Ελληνες να επιδιώξουν στρατιωτική λύση με επιχείρηση κατά των τουρκικών θέσεων στη γραμμή Εσκί Σεχίρ – Αφιόν Καραχισάρ. Δεν ήταν όμως διατεθειμένος να κάνει οτιδήποτε το οποίο θα επιδείνωνε τις σχέσεις της χώρας του με τη Γαλλία. Ούτε η Μικρά Ασία αποτελούσε υψηλή προτεραιότητα για τη βρετανική εξωτερική πολιτική. «Σε σύγκριση με την Ευρώπη, η Ρωσία είναι δευτερεύουσα. Σε σύγκριση με τη Ρωσία, η Τουρκία είναι ασήμαντη», είχε γράψει ο Τσώρτσιλ, υπουργός Στρατιωτικών, τον Μάρτιο του 1920. Ετσι, ο Λόιντ Τζορτζ θα έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει την Ελλάδα, όμως μέσα στα πολύ στενά πλαίσια του βρετανικού εθνικού συμφέροντος και, κατά δική του ομολογία, χωρίς πολλές ελπίδες επιτυχίας. 

Η προέλαση

Ως προς την ελληνική υπόθεση και την ειρήνη με την Τουρκία (συζητήθηκαν και άλλα ζητήματα), η Διάσκεψη του Λονδίνου δεν επέφερε συγκεκριμένες αλλαγές. Οι Ελληνες διαπίστωσαν πέρα από κάθε αμφιβολία την αρνητική, φιλοτουρκική στάση Ιταλών και Γάλλων αλλά και τη σημασία που αυτοί απέδιδαν στον Κεμάλ και στο Εθνικιστικό Τουρκικό Κίνημα. Επέλεξαν λοιπόν τη στρατιωτική λύση, τη μόνη αποδεκτή, με στόχο να αποδείξουν την αξιοπιστία τους, την ικανότητά τους να επιβάλουν την εφαρμογή της Συνθήκης των Σεβρών και να απαξιώσουν τον Κεμάλ στα μάτια των υποστηρικτών του. Υπολόγιζαν επίσης και στη συνδρομή του Λόιντ Τζορτζ, ο οποίος θα αξιοποιούσε την ελληνική νίκη για να στηρίξει τις ελληνικές θέσεις. Η πρώτη τους προσπάθεια κατά τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1921 απέτυχε. Δεν πτοήθηκαν όμως και επιδόθηκαν στην καλύτερη οργάνωση της επόμενης επιθετικής τους ενέργειας.
 
* Ο κ. Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι καθηγητής Διπλωματικής Ιστορίας στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

, , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.