Το οθωμανικό γρόσι

Το γρόσι είναι τουρκικό ασημένιο νόμισμα (kuruş), που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1688 κατ’ απομίμηση του γερμανικού groschen. Την ίδια εποχή η κυκλοφορία του, όπως ήταν φυσικό, επεκτάθηκε και σ’ όλες τις τουρκοκρατούμενες περιοχές συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, που βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το γρόσι αποτέλεσε υποδιαίρεση της νομισματικής μονάδας της Κύπρου όχι μόνο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας αλλά και καθ’όλη σχεδόν τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας ˙ επίσημα καταργήθηκε το 1955 με την εισαγωγή των μιλς. Επειδή το γρόσι χρησιμοποιήθηκε στην Κύπρο ως νόμισμα για τρεις περίπου αιώνες (1668 – 1955), ο κυπριακός πληθυσμός συνέχισε για πολλά χρόνια μετά την κατάργησή του να υπολογίζει τις αξίες με γρόσια, ονομάζοντας προς τούτο γρόσι το κέρμα των 5 μιλς. Η μακραίωνη και καθημερινή χρήση του γροσιού συνέβαλε ώστε αυτό να χρησιμοποιείται σε πολλές θυμοσοφίες και παροιμίες του κυπριακού λαού, όπως: καθ’ ευχή που ζητάς, γρόσια θέλει κι ο παπάς (τίποτα δεν δίνεται χωρίς χρήματα), έχεις γρόσια; έχεις και μυαλό και γλώσσα (ο πλούσιος απολαμβάνει τιμής και εισακούεται), τα γρόσια τον Χριστόν επαραδώσαν (η δίψα του χρήματος σπρώχνει τον άνθρωπο στα μεγαλύτερα κακουργήματα). Μεταφορικά το γρόσι χρησιμοποιείται στον πληθυντικό και σημαίνει τα χρήματα. Το γρόσι στην καθημερινή γλώσσα ονομαζόταν και μπακίρα από την τουρκική λέξη bakir που υποδηλοί το μέταλλο (χαλκό) από το οποίο ήταν συνήθως κατασκευασμένο.

Η λέξη γρόσι δεν έχει τουρκική ρίζα. Προέρχεται από το γερμανικό groschen, το πρώτο αργυρό νόμισμα που κόπηκε στη Γερμανία. Οι Τούρκοι το πήραν από την Ουγγαρία όταν την είχαν κατακτήσει το 16ο αιώνα. Στη νομισματική ιστορία της Κύπρου υπήρξε και άλλο νόμισμα με παρόμοια ονομασία, το γρόσο , που εμφανίστηκε περί τα τέλη του 13ου   αιώνα, δηλαδή τέσσερις σχεδόν αιώνες πριν από το γρόσι, επί βασιλείας του Ερρίκου Β’ (1285 – 1304). Βέβαια, τα δυο αυτά νομίσματα δεν πρέπει να συγχύζονται μεταξύ τους γιατί αποτελούν δυο εντελώς ξεχωριστά νομίσματα που κόπηκαν και χρησιμοποιήθηκαν σε διαφορετικές περιόδους και κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες.

Το γρόσι και γενικά τα νομίσματα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αμέσως μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Τούρκους το 1571 κατέστησαν τα επίσημα νομίσματα του νησιού. Βέβαια συνέχιζαν ακόμη να βρίσκονται στην κυκλοφορία και διάφορα ισχυρά ευρωπαϊκά νομίσματα, όπως τα ισπανικά, τα γαλλικά, τα βενετικά, τα ναπολιτάνικα, τα αυστριακά και τα ολλανδικά. Με την πάροδο όμως του χρόνου η χρήση των ευρωπαϊκών νομισμάτων μειωνόταν διαρκώς προς όφελος των τουρκικών. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δεν κόπηκαν νομίσματα στην Κύπρο, ούτε και κόπηκαν πουθενά αλλού νομίσματα για την Κύπρο. Μόνη εξαίρεση αποτελούν δυο ασημένια τουρκικά νομίσματα που βρέθηκαν στο θησαυρό της Λευκωσίας το 1934 και τα οποία φέρουν τη λέξη KIBRIS, δηλαδή το όνομα της Κύπρου στα τουρκικά.

Η βασική νομισματική μονάδα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από το 14ο αιώνα και μετά ήταν το akçe, ένα μικρό ασημένιο νόμισμα, βάρους ενός γραμμαρίου, που ονομαζόταν άσπρον. Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κύπρο το 1571, η αξία του άσπρου ήταν το 1/60 του βενετικού δουκάτου. Όμως επειδή το άσπρον με την πάροδο του χρόνου είχε υποτιμηθεί σε μεγάλο βαθμό, παρουσιάστηκε η ανάγκη να εκδοθεί μια νέα νομισματική μονάδα μεγαλύτερης αξίας, πράγμα που έγινε το 1620 με την έκδοση του ασημένιου παρά, που άξιζε 3 άσπρα. Για τον ίδιο λόγο η κυβέρνηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εβδομήντα χρόνια αργότερα, το 1688, εξέδωσε ένα πολύ μεγαλύτερο ασημένιο νόμισμα, κατ’ απομίμηση του γερμανικού groschen και το οποίο ονόμασε kuruş. Από τότε το νόμισμα αυτό, που στα ελληνικά ονομάστηκε γρόσι, αποτέλεσε τη βασική νομισματική μονάδα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το γρόσι αντιστοιχούσε με 40 παράδες και το βάρος του όταν πρωτοκόπηκε ήταν 19 γραμμάρια. Στο ευρωπαϊκό εμπόριο το γρόσι απεκαλείτο πιάστρο και ισοδυναμούσε με δυο γαλλικές λίρες τουρνουά.

Μέχρι το 1789, οι υποδιαιρέσεις του τουρκικού νομίσματος, εκτός από το γρόσι που είχε 40 παράδες, περιλάμβαναν και άλλα νομίσματα, τόσο μικρότερης όσο και μεγαλύτερης αξίας. Μικρότερη αξία από το γρόσι είχαν το μπεσλίκ που αντιστοιχούσε με 5 παράδες, το ονλούκ με 10 παράδες, το γιρμιλίκ με 20 παράδες και το νέο ιζλότ με 30 παράδες. Μεγαλύτερη αξία από το γρόσι είχε το αλτμισλίκ που αντιστοιχούσε με 60 παράδες, το ικιλίκ με 80 παράδες και το γιουσλούκ που ήταν το μεγαλύτερο τουρκικό ασημένιο νόμισμα και αντιστοιχούσε με 100 παράδες.

Το 1789 κόπηκαν νέα γρόσια με μικρότερη περιεκτικότητα ασημιού, πράγμα που αποτελούσε συνηθισμένο φαινόμενο στη νομισματική πολιτική της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η πολιτική της νοθείας οδηγούσε σε συνεχώς όλο και μεγαλύτερη υποτίμηση του τουρκικού νομίσματος. Μ’ αυτό τον τρόπο η Πύλη κάλυπτε τα ελλείμματα που προκαλούσαν συχνά οι πόλεμοι. Επειδή η υποτίμηση του γροσιού συνεχιζόταν, το 1830 κόπηκαν νέα γρόσια με το 1/4 της αξίας εκείνων του 1789.

Το 1829 ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ (1808 – 1839) έκοψε την πρώτη και μετά από τέσσερα χρόνια, το 1833, τη δεύτερη σειρά μεταλλικών νομισμάτων που ονομάστηκαν έτσι γιατί περιλάμβαναν μικρό ποσοστό ασημιού, ενώ το μεγαλύτερο μέρος τους απετελείτο από ευτελές μέταλλο. Η πρώτη σειρά που είναι γνωστή ως σειρά του μπεσλίκ περιλαμβάνει το μπεσλίκ των 5 γροσιών και το γιουσλούκ των 2 1/2 γροσιών. Η δεύτερη, που είναι γνωστή ως σειρά του αλτιλίκ, περιλάμβανε το αλτιλίκ των 6 γροσιών, το ουτζλίκ των 3 γροσιών και το αλτμισλίκ του 1 1/2 γροσιού. Ο τίτλος της πρώτης σειράς ήταν .120 – .170 και της δεύτερης .430. Τα μεταλλικά νομίσματα των δυο αυτών σειρών κυκλοφορούσαν στην Κύπρο για πολλές δεκαετίες. Η κυκλοφορία τους συνεχίστηκε και κατά τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας, οπότε αποσύρθηκαν με διάταγμα της αγγλικής κυβέρνησης.

Το γρόσι περιλαμβανόταν και μεταξύ των νομισμάτων τα οποία έκοψε το 1844 ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζίτ (1839 – 1861) στα πλαίσια ευρύτερων μεταρρυθμίσεων που έκανε και οι οποίες είναι γνωστές ως Tanzimat. Κατά τη μεταρρύθμιση αυτή κόπηκαν ασημένια νομίσματα των 1,2,5,10 και 20 γροσιών που έγιναν γνωστά ως «μετζίτικα» και διατηρήθηκαν στην κυκλοφορία για πολλές δεκαετίες, ακόμη και μετά την εγκαθίδρυση της αγγλικής κυριαρχίας στο νησί. Το ασημένιο νόμισμα του 1 γροσιού είχε βάρος 1,2 γραμμάρια με τίτλο .830 και ήταν ίσο με το 1 / 100 της χρυσής τουρκικής λίρας. Μαζί με τα γρόσια κόπηκαν επίσης η χρυσή τουρκική λίρα και τα νέα χάλκινα νομίσματα των 1, 5, 10, 20 και 40 παράδων.

Δυο χρόνια πριν από το τέλος της Τουρκοκρατίας, το 1876 και το 1877, στην Κύπρο εισήχθησαν ως μη μετατρέψιμα και τα χάρτινα γρόσια που ονομάζονταν καϊμέ* (kaime) με ονομαστική αξία 5, 10, 20, 50 και 100 γροσιών. Όμως αυτά, εξαιτίας της προτίμησης που υπήρχε προς τα μεταλλικά γρόσια, έγιναν αποδεκτά από τον κόσμο μόνο ύστερα από πολύ μεγάλη επιμονή και επανειλημμένες προσπάθειες της κυβέρνησης.

Το γρόσι συνέχισε ν’ αποτελεί βασική υποδιαίρεση της κυπριακής νομισματικής μονάδας και κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας. Βέβαια, ως νέα νομισματική μονάδα, αντί της τουρκικής εισήχθη η αγγλική χρυσή λίρα. Στα 22 χρόνια (1879 1901) που διήρκεσε η μεταβατική περίοδος προσαρμογής του κυπριακού προς το αγγλικό νομισματικό σύστημα, κόπηκαν συνολικά 858.000 νομίσματα του 1 /4 (δεκάρες), 1.115.000 νομίσματα του 1/2 (εικοσάρες) και 989.000 νομίσματα του 1 γροσιού, όλα χάλκινα. Επίσης κόπηκαν 300.000 νομίσματα των 3 γροσιών, 400.000 νομίσματα των 4 1/2 γροσιών, 600.000 νομίσματα των 9 και 200.000 νομίσματα των 18 γροσιών, όλα αργυρά.

Γρόσια και υποδιαιρέσεις τους καθώς επίσης σελίνια και διπλοσέλινα που εκφράζονταν πάλι σε γρόσια, εξακολουθούσαν να εκδίδονται και μετά το 1901, όταν τη βασίλισσα Βικτώρια διαδέχθηκε στο θρόνο ο Εδουάρδος Ζ’ (1901- 1910). Η κοπή των νομισμάτων αυτών συνεχίστηκε επίσης επί βασιλείας του Γεωργίου Ε’ (1910 – 1936) και του Γεωργίου Στ’ (1936 – 1952).

Τα γρόσια στην Κύπρο καταργήθηκαν το 1955 επί βασιλείας της Ελισάβετ, που διαδέχθηκε στο θρόνο τον Γεώργιο Στ΄ . Μαζί με τα γρόσια καταργήθηκαν και τα σελίνια και τα διπλοσέλινα. Αυτή ήταν και η μόνη πραγματική αλλαγή που επήλθε στο νομισματικό σύστημα της Κύπρου από το 1882, όταν τα τουρκικά νομίσματα αντικαταστάθησαν με τα αγγλικά. Μετά την κατάργηση των γροσιών και σελινιών η κυπριακή λίρα που εξακολουθούσε να έχει ως βάση της την αγγλική στερλίνα, διαιρέθηκε σε 1.000 μιλς.

ΧΡ. Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ

polignosi.com

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.