Το οθωμανικό κράτος στον 14ο αιώνα

Δημήτρης Παπασταματίου, Φωκίων Κοτζαγεώργης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ, σ. 17-23.

Κείμενο: Δημήτρης Παπασταματίου

Η εμφάνιση των Οθωμανών στον ιστορικό ορίζοντα καθόρισε με αμετάκλητο τρόπο τον τελευταίο ενάμισι αιώνα ύπαρξης του βυζαντινού κράτους. Οι Οθωμανοί ήταν ένα αριθμητικά μικρό τουρκικό φύλο, το οποίο μέσα σε ένα αιώνα μεταμόρφωσε τον πολιτικό χάρτη της Μικράς Ασίας και των Βαλκανίων ενοποιώντας το χώρο αυτό υπό το σκήπτρο της ομώνυμης δυναστείας. Φυσικά, η μεταμόρφωση μιας μικρής συνοριακής στρατιωτικής ηγεμονίας σε κραταιά αυτοκρατορία μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα είναι σύνθετο φαινόμενο, συνισταμένη ποικίλων πολιτικών συγκυριών, κοινωνικών συνθηκών και οικονομικών δομών. Η σπανή των πηγών δεν επιτρέπει την εύκολη διατύπωση υποθέσεων αναφορικά στους παράγοντες οι οποίοι συνηγόρησαν στην ταχύτατη μεταβολή του πολιτικού χάρτη της ανατολικής Μεσογείου. Για αυτόν το λόγο, θα εξετάσουμε μόνο ακροθιγώς κάποιες όψεις της ταχύτατης επέκτασης του οθωμανικού κρατικού σχήματος.


Οι Οθωμανοί ήταν μέρος του δεύτερου μεταναστευτικού κύματος τουρκικών λαών οι οποίοι εξωθήθηκαν στη Μικρά Ασία κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα πιεζόμενοι στρατιωτικά από τους Μογγόλους. Οι Σελτζούκοι μετέφεραν αυτά τα φύλα στα σύνορα με το Βυζάντιο, δημιουργώντας μια ζώνη στρατιωτικών υποτελών εμιράτων τα οποία ανέλαβαν τη διεξαγωγή πολέμου με τους Βυζαντινούς. Πολλά από αυτά τα τουρκικά φύλα, ανάμεσα στους οποίους και οι μελλοντικοί Οθωμανοί, δεν είχαν ασπαστεί το Ισλάμ κατά τη περίοδο της οριστικής εγκατάστασής τους στη μεθοριακή ζώνη. Η ένταξή τους στο Ισλάμ τους παρείχε τη νομιμοποιητική ιδεολογία και το πολεμικό όραμα για την εντατικοποίηση του αγώνα κατά των βυζαντινών γειτόνων, αλλά και για τη σταδιακή αποκοπή τους από τη σελτζουκική επικυριαρχία. Οι ηγεμονίες αυτές αποτέλεσαν πόλο έλξης φιλόδοξων πολεμιστών, άκληρων χωρικών, μετακινούμενων δερβίσηδων, όλων αυτών σε αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής, ευκαιριών κοινωνικής ανέλιξης και γρήγορου πλουτισμού. Ο προσηλυτισμός στο Ισλάμ, για όσους δεν ήταν μουσουλμάνοι, και η ενεργή ένταξή τους στο στρατό των γαζήδων αποτέλεσαν τη βασιλική οδό πραγματοποίησης και νομιμοποίησης των προσωπικών φιλοδοξιών τους. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1260-1320, δέκα στρατιωτικές τουρκικές ηγεμονίες αφιερωμένες στον ιερό πόλεμο κατά των χριστιανών διαμορφώθηκαν στη μεθοριακή ζώνη της Μικράς Ασίας. Το κράτος των Οθωμανών ήταν από τα μικρότερα της Μικράς Ασίας, όμως είχε το στρατηγικό πλεονέκτημα της εγγύτητας στα Βαλκάνια και στον πυρήνα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για Οσμάν Α


Οι Οθωμανοί, με φύλαρχο τον Ερτογρούλ (Ertoğrul), εγκαταστάθηκαν στην αραιοκατοικημένη περιοχή του Soyut νοτιοανατολικά της Προύσας, Αυτό το πρώιμο οθωμανικό κράτος ήταν μια τυπική μεθοριακή μικρασιατική μουσουλμανική ηγεμονία, έδρα άτακτων σωμάτων γαζήδων αφιερωμένων στο ιδανικό του ιερού πολέμου κατά των χριστιανών γειτόνων τους. Οι αρχηγοί (uç bey) αυτών των ιερών πολεμιστών, αν και τελούσαν υπό την επικυριαρχία του Οθωμανού ηγεμόνα (bey), κινητοποιούνταν στρατιωτικά με δική τους πρωτοβουλία και υψηλό βαθμό αυτενέργειας. Παράλληλα, το πρώιμο οθωμανικό κράτος στηρίχθηκε σε προϋπάρχουσες θεσμικές συσσωματώσεις, και κυρίως στις συντεχνίες των αστικών κέντρων με τα μυστικιστικά και συχνά αιρετικά ιδεολογήματά τους, όπως και στα δερβισικά τάγματα τα οποία ακολουθώντας τις στρατιωτικές μονάδες στις επιχειρήσεις τους ασκούσαν μεγάλη ιδεολογική επιρροή τόσο στους γαζήδες όσο και στους αγροτικούς πληθυσμούς. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τονιστεί ότι πολλά ζητήματα συγκρότησης και εμπέδωσης του κράτους από τις αρχές του 14ου αιώνα ως τα μέσα του 15ου αιώνα παραμένουν ανοιχτά και αποτελούν αντικείμενο επιστημονικών συζητήσεων, καθώς τα τεκμήρια στα οποία μπορεί να στηριχθεί η ιστορική έρευνα για να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα είναι ελάχιστα.


Η οθωμανική επέκταση στη Μικρά Ασία: οι Οσμάν Α΄ και Ορχάν
Στον 14ο αιώνα η οθωμανική επέκταση στο βυζαντινό χώρο γνώρισε δύο φάσεις. Μέχρι τα μέσα του αιώνα οι Οθωμανοί κινήθηκαν επιθετικά αποκλειστικά στη βορειοδυτική Μικρά Ασία, όπου εμπέδωσαν την κυριαρχία τους και δημιούργησαν μια στερεή βάση πριν ξεκινήσουν τη μεγάλη εξόρμησή τους στην Ευρώπη. Η επικράτησή τους σε βάρος των Βυζαντινών ήταν εύκολη. Όπως προαναφέρθηκε η ύπαιθρος πέρασε στην οθωμανική κυριαρχία σχεδόν χωρίς αντίσταση, καθώς ο αγροτικός πληθυσμός ασφυκτιούσε και αναζητούσε διέξοδο από τη φορολογική πολιτική του Μιχαήλ Η΄, το δε στρατιωτικό σώμα των ακριτών είχε ουσιαστικά διαλυθεί. Η απουσία ενδιαφέροντος της βυζαντινής κεντρικής εξουσίας για την απειλούμενη από τους Οθωμανούς μικρασιατική ζώνη έστρεψε πολλούς ακρίτες, στρατιωτικούς γαιοκτήμονες και διοικητές φρουρίων στην εθελούσια μετάβασή τους στην οθωμανική υπηρεσία. Η πιο γνωστή περίπτωση είναι αυτή του Κιοσέ Μιχάλ (Köşe Mihal ή Mihal Bey), ο οποίος προσχώρησε στην υπηρεσία του Οσμάν Α΄. Η προσχώρησή τους στο οθωμανικό στρατόπεδο ήταν επιθυμητή εκ μέρους των νέων κυρίων τους και δεν προϋπέθετε τον άμεσο εξισλαμισμό τους. Όμως, η διασφάλιση της θέσης τους στην οθωμανική στρατιωτική μηχανή και των προνομίων που απέρρεαν από αυτήν επέβαλλε τον εξισλαμισμό είτε του ιδίου του νεοεισερχόμενου στην οθωμανική υπηρεσία είτε των άμεσων απογόνων του. Εξάλλου, η προσαρμογή στο νέο κρατικό καθεστώς ήταν εύκολη για τους προσήλυτους, καθώς οι δύο συνοριακές κοινωνίες, η βυζαντινή και η τουρκική, μοιράζονταν πολλά στοιχεία υλικού και πνευματικού βίου και πολιτισμού.

Η μεθοριακή κοινωνία ήταν μια σύνθετη πραγματικότητα όπου η αντιπαλότητα συνυπήρχε με την ανοχή και τη μείξη πολιτιστικών, γλωσσικών, θρησκευτικών ταυτοτήτων. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και οι επιγαμίες μεταξύ μελών των δύο εθνοτικών ομάδων δεν ήταν ασυνήθιστες. Εξάλλου, να τονιστεί ότι στόχος του ιερού πολέμου δεν ήταν η καταστροφή των αντιπάλων, αλλά η υποταγή και σε κάποιο βαθμό η συνεργασία τους.
Ο Οσμάν Α΄ (1280-1324) ήταν ο πρώτος διαμορφωτής του οθωμανικού κράτους στις αρχές του 14ου αιώνα. Τηρητής των αρχών διοίκησης ενός συνοριακού κράτους γαζήδων, επέτρεψε στους υποκείμενους του μπέηδες να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους ενώ παράλληλα χρησιμοποίησε συστηματικά πρώην στελέχη της βυζαντινής διοίκησης ως βασικούς συνεργάτες του. Επέδειξε σπουδαίο πραγματιστικό πνεύμα προωθώντας τη συνεργασία χριστιανών και μουσουλμάνων, έμεινε μακριά από τις επιταγές της ισλαμικής ορθοδοξίας, και επικέντρωσε την προσοχή του στη μετατροπή των νομαδικών πληθυσμών σε εδραίων. Αναφορικά στην εξωτερική πολιτική του, ακολούθησε παρελκυστική πολιτική απέναντι στους Βυζαντινούς. Γνωρίζοντας τις αδυναμίες του νεότευκτου κράτους του, απέφυγε τις μεγάλες επιχειρήσεις και αρκέστηκε στο να επιτρέπει τους μπέηδές του να λεηλατούν τη βυζαντινή ύπαιθρο και να προβαίνουν σε αψιμαχίες.


Εντούτοις, η φήμη του Οσμάν ως ιερού πολεμιστή, το βασικότερο στοιχείο ιδεολογικής νομιμοποίησης και κρατικού κύρους στις ηγεμονίες γαζήδων, αυξανόταν, με αποτέλεσμα τη διόγκωση του αριθμού των πολεμιστών που κατέφθαναν από όλα τα μέρη της Ανατολίας σε αναζήτηση πολεμικής δόξας και λείας. Σε αυτό συνετέλεσε και η νίκη του στα 1302 στη μάχη του Βαφέα εναντίον ενός βυζαντινού μισθοφορικού στρατεύματος που είχε στείλει ο Ανδρόνικος Β΄ προς βοήθεια της πολιορκούμενης Νίκαιας.
Τα επόμενα έτη οι Οθωμανοί ανέλαβαν την κατάληψη των οχυρών πόλεων της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας, κινούμενοι από τις άγονες περιοχές της Φρυγίας στην εύφορη Βιθυνία. Ο πόλεμος είχε τη μορφή αψιμαχιών και μικροσυγκρούσεων ανάμεσα σε μικρές μονάδες γαζήδων και Βυζαντινούς στρατιωτικούς-γαιοκτήμονες. Καθώς ο οθωμανικός στρατός ήταν κατά βάση άτακτο ιππικό, δεν διέθετε πολιορκητικές μηχανές και ούτε είχε την ανάλογη εμπειρία κατάληψης οχυρωμένων θέσεων, η πολιορκία των πόλεων της περιοχής πήρε το χαρακτήρα αποκλεισμού τους από τη γύρω ύπαιθρο χώρα για μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να οδηγηθούν στην παράδοση λόγω λιμού. Στο πλαίσιο αποκοπής του ναυτικού ανεφοδιασμού των πόλεων, σημαντική ήταν η κατάληψη των παραλίων και των λιμανιών της περιοχής στη Μαύρη Θάλασσα. Οι φρουρές των πόλεων αποκομμένες από κάθε επαφή με την Κωνσταντινούπολη, και αντιμετωπίζοντας την απογοήτευση και την ηττοπάθεια του αστικού πληθυσμού, συνήθως παρέδιδαν τις θέσεις τους με συνθήκη και πολύ συχνά περνούσαν στο οθωμανικό στρατόπεδο. Στρατηγικός στόχος του Οσμάν ήταν η σημαντικότατη και οχυρωμένη Προύσα, την οποία απέκλεισε καταλαμβάνοντας όλους τους άξονες επικοινωνίας της με την Κωνσταντινούπολη και τη γύρω ύπαιθρο, και οδηγώντας την σε οικονομική ασφυξία. Αυτή η μακρόχρονη πολιορκία άρχισε στα 1321 και κατέληξε στην παράδοση της πόλης στα 1326 επί βασιλείας Ορχάν. Η πόλη πήρε τη θέση της οθωμανικής πρωτεύουσας στη θέση του Yenişehir.


Η κατάληψη της Προύσας είχε μεγάλη συμβολική και πολιτική αξία για το νεότευκτο οθωμανικό κράτος γιατί εκτός από την ενίσχυση των κεντρικών εξουσιαστικών δομών με την καθιέρωση μιας σταθερής και ευημερούσας μεγάλης πρωτεύουσας, ο Οθωμανός ηγεμόνας μπορούσε ευκολότερα να αποκηρύξει τους δεσμούς υποτέλειας που τον συνέδεαν με τον Σελτζούκο σουλτάνο, και παράλληλα να εμπλακεί ενεργά στις υποθέσεις της Βαλκανικής. Πραγματικά, μετά την άλωση της Προύσας οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες όλο και συχνότερα στρέφονταν προς τους Οθωμανούς αναζητώντας μισθοφορικά στρατεύματα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Οσμάν Α


Ο διάδοχος του Οσμάν ήταν ο πρωτότοκος γιος του Ορχάν (1324-1359), ο οποίος εργάστηκε στην κατεύθυνση της μεταμόρφωσης της συνοριακής πολεμικής ηγεμονίας σε ένα περισσότερο συγκεντρωτικό κρατικό σχήμα. Σε αυτό το πλαίσιο, οικειοποιήθηκε τα σύμβολα της σουλτανικής εξουσίας – δημιουργία στρατιωτικής μπάντας, επιβολή της μνείας του ονόματός του κατά την προσευχή του Σαββάτου, κοπή δικού του νομίσματος στα 1327 – και απέκοψε τους ιδεολογικούς δεσμούς υποτέλειας στη δυναστεία των Ιλχανιδών. Παράλληλα, εντατικοποίησε το κατακτητικό έργο του στη ζώνη της Μικράς Ασίας, κατανικώντας το 1329 στη μάχη του Πελεκάνου βυζαντινό στράτευμα επικεφαλής του οποίου ήταν ο Ανδρόνικος Γ΄. Ο ίδιος ο Βυζαντινός αυτοκράτορας τραυματισμένος διέφυγε με μεγάλη δυσκολία, ο στρατός του διαλύθηκε πλήρως και η Νίκαια παραδόθηκε στον Οθωμανό αρχηγό δύο έτη αργότερα. Αποτέλεσμα της ήττας ήταν η πλήρης παραίτηση των Βυζαντινών από οποιαδήποτε νέα πρωτοβουλία ενεργούς υπεράσπισης των μικρασιατικών εδαφών τους και η εύκολη ολοκλήρωση της κατάκτησης της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας από τους Οθωμανούς. Το 1337 η Νικομήδεια και το 1338 το Σκούταρι ακολούθησαν την τύχη της Νίκαιας.

Οι Οθωμανοί στην Ευρώπη: η προέλαση των Μουράτ Α΄ και Βαγιαζήτ Α΄

Οι Οθωμανοί δεν αποβιβάστηκαν για πρώτη φορά στο ευρωπαϊκό έδαφος το 1352. Όταν ο Ανδρόνικος Β΄ μετά το 1305 βρέθηκε να πολεμά τους πρώην συμμάχους του μισθοφόρους της Καταλανικής Εταιρείας, οι Καταλανοί συμμαχώντας με τους πρώην εχθρούς τους Οθωμανούς πέρασαν μαζί στην Ευρώπη και λεηλάτησαν τη Θράκη και τη Μακεδονία. Οι Καταλανοί συνέχισαν την τυχοδιωκτική πορεία τους στη Θεσσαλία και αργότερα στη Στερεά Ελλάδα όπου και υποκατέστησαν την επικυρίαρχη πολιτική ελίτ των Φράγκων στο πριγκιπάτο της Αθήνας. Οι Οθωμανοί δεν τους ακολούθησαν, αλλά παρέμειναν στη Μακεδονία και στη Θράκη ως αποσταθεροποιητικός παράγοντας και συνεχιστές του λεηλατικού έργου των Καταλανών. Συμφώνησαν να αποχωρήσουν μόνο όταν οι Βυζαντινοί, τους εγγυήθηκαν ασφαλές πέρασμα στην Ασία.


Η τελική απόβαση, εγκατάσταση και εδραίωση της κυριαρχίας των Οθωμανών στην Ευρώπη ήταν αποτέλεσμα της σύρραξης ανάμεσα στους Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο και Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό. Ο δεύτερος από την αρχή του εμφύλιου πολέμου χρησιμοποίησε τουρκικά μισθοφορικά στρατεύματα από το εμιράτο του Αϊντίν. Όταν όμως ο εμίρης Ουμούρ Μπέη (Umur Bey) πέθανε, ο Ιωάννης Στ΄ στράφηκε στον Ορχάν για να ζητήσει στρατιωτικές δυνάμεις στον αγώνα του εναντίον του νόμιμου αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ και του αντιβασιλέα Ιωάννη Απόκαυκου. Σε αντάλλαγμα ο Ιωάννης Στ΄ πρόσφερε την κόρη του Θεοδώρα στον Ορχάν ως σύζυγο. Το 1345 6.000 Οθωμανοί πέρασαν στην Ευρώπη, λεηλάτησαν τη Θράκη, πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη και απέσπασαν από τον Ιωάννη Ε΄ τις πόλεις της Μαύρης Θάλασσας. Ο γάμος του Ορχάν με τη νεαρή βυζαντινή πριγκίπισσα έλαβε χώρα στις ευρωπαϊκές ακτές με μεγάλη επισημότητα το επόμενο έτος, συνδέοντας με συγγενικούς δεσμούς τον οθωμανικό οίκο με αυτόν του Καντακουζηνού.

Ο μεγάλος κερδισμένος του βυζαντινού εμφυλίου ήταν ο Οθωμανός μονάρχης ο οποίος εμφανιζόταν πλέον ως ο βασικός σύμμαχος και παράγοντας σταθερότητας στο εσωτερικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Ορχάν επιβεβαίωσε το ρόλο αυτό στην επόμενη φάση του εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στους διεκδικητές του βυζαντινού θρόνου, Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο και Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνό, το 1352. Ο Σουλεϊμάν, γιος του Ορχάν και επικεφαλής σώματος περίπου 10.000 ανδρών κατανίκησε τους Βυζαντινούς και τους Σέρβους συμμάχους τους, οπαδούς του Ιωάννη Ε΄, στο Διδυμότειχο το 1352. Αυτή ήταν η ευκαιρία που αναζητούσε ο Ορχάν για να δημιουργήσει ένα στοιχειώδες προγεφύρωμα στα Βαλκάνια. Στα πλαίσια της στρατιωτικής επιχείρησης ο Σουλεϊμάν κατέλαβε το βυζαντινό οχυρό της Τζύμπης κοντά στην Καλλίπολη. Δύο χρόνια αργότερα ο Οθωμανός πρίγκιπας εκμεταλλευόμενος ένα σεισμό κατέλαβε αμαχητί την Καλλίπολη.

Ο Ιωάννης Στ΄ κατόρθωσε να αγοράσει την Τζύμπη αλλά όχι την Καλλίπολη, καθώς ο Σουλεϊμάν σχεδίαζε να την καταστήσει στρατιωτική βάση της προετοιμαζόμενης εφόρμησής του στα Βαλκάνια. Στη συνέχεια, συναντώντας περιορισμένη αντίσταση από τους ανεξάρτητους διοικητές των κάστρων και πόλεων της Θράκης προέλασε εύκολα ως τη Ραιδεστό. Ο θάνατος του Σουλεϊμάν το 1357 δεν ανέστειλε την οθωμανική προέλαση η οποία συνεχίστηκε από τους στρατηγούς του. Το 1361 (ή κατά άλλους το 1369) κατελήφθη η Αδριανούπολη, η δεύτερη σημαντικότερη βυζαντινή πόλη στα Βαλκάνια. Η τακτική που ακολουθήθηκε δεν διέφερε από την αντίστοιχη μεθοδολογία εμπέδωσης της οθωμανικής εξουσίας στη Μικρά Ασία. Επιδρομές των ατάκτων γαζήδων σκορπούσαν τον τρόμο στην ύπαιθρο χώρα, ενώ η εδραίωση της οθωμανικής κυριαρχίας υποβοηθούνταν σε σημαντικό βαθμό από την προσχώρηση χριστιανών στρατιωτικών και διοικητών φρουρίων στο οθωμανικό στρατόπεδο και την εγκατάσταση Τουρκομάνων εποίκων και δερβισικών ταγμάτων κατά μήκος των σημαντικότερων οδικών αξόνων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Μουράτ Α
Μουράτ Α΄ (1362-1389)


Ο Μουράτ Α΄ (1362-1389) ήταν ο πραγματικός θεμελιωτής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αυτός ο οποίος μετασχημάτισε τους θεσμούς και τις δομές μιας ομοσπονδιακής ηγεμονίας ημιανεξάρτητων στρατιωτικών φυλάρχων σε συγκεντρωτικό κρατικό σχήμα δεσποτικού τύπου. Ήταν αυτός που ενίσχυσε τις κρατικές εξουσιαστικές δομές γύρω από το πρόσωπο του και αυτοαναγορεύτηκε σουλτάνος. Σε αυτό το νέο περισσότερο συγκεντρωτικό κράτος, κεντρικός ήταν ο ρόλος, είτε ως στρατιωτικών είτε ως κυβερνητικών αξιωματούχων, των εξισλαμισμένων και κατάλληλα εκπαιδευμένων δούλων του σουλτάνου, προερχόμενων από τις τάξεις των υποτελών μη-μουσουλμανικών λαών. Παράλληλα, ο Μουράτ Α΄ διατήρησε χριστιανούς στην άμεση υπηρεσία του αλλά και στις τάξεις του οθωμανικού στρατού, όπως ακριβώς και οι δύο προκάτοχοί του. Με άλλα λόγια, υιοθέτησε την ίδια πολιτική ανοχής και ειρηνικής ενσωμάτωσης στο οθωμανικό κράτος όλων των χριστιανικών ελίτ σε περιοχές οι οποίες ενσωματώνονταν χωρίς αντίσταση στην επικράτειά του. Αυτή η πολιτική ήταν επιβεβλημένη εξαιτίας της απουσίας πληθυσμιακού στηρίγματος της μουσουλμανικής κεντρικής εξουσίας στις νεοκατακτηθείσες περιοχές των Βαλκανίων. Παράλληλα, συνεχίστηκαν οι εποικισμοί Τουρκομάνων στο βαλκανικό χώρο, και αντίστροφα η μεταφορά χριστιανικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία.


Όπως προαναφέρθηκε, ο Μουράτ Α΄ διατήρησε το δίκτυο υποτελών βαλκανικών ηγεμονιών, οι οποίες, έναντι του δικαιώματος διατήρησης της εσωτερικής αυτονομίας τους, είχαν την υποχρέωση καταβολής φόρου υποτέλειας, αποστολής ενός πρίγκιπα στο σουλτανικό στρατόπεδο ως ομήρου, παρουσίας του ίδιου του ηγεμόνα στη σουλτανική έδρα μία φορά το χρόνο, και συστράτευσής του στις τάξεις του οθωμανικού στρατού σε καιρό πολέμου. Με άλλα λόγια, η επεκτατική πολιτική του Μουράτ Α΄ κινήθηκε κατά μήκος δύο αξόνων˙ από τη μια προσάρτησε περιοχές στο οθωμανικό κράτος, όπου αυτό κρινόταν αναγκαίο για λόγους ασφαλείας ή οικονομικής ολοκλήρωσης, και από την άλλη διατήρησε ένα μεγάλο αριθμό Βαλκάνιων ηγεμόνων στη θέση τους, όταν η αντικατάστασή τους με ένα συγκεντρωτικά ελεγχόμενο καθεστώς θα είχε μεγαλύτερο κόστος παρά οφέλη. Στη δεύτερη περίπτωση, ο σουλτάνος διατηρούσε έμμεσο έλεγχο επί των αυτόνομων ηγεμονιών, μέσω της ασκούμενης ψιλής κυριότητας και της εμπλοκής του στις ενδημικές χριστιανικές ενδο-δυναστικές και εμφύλιες διαμάχες. Με τη σειρά τους οι Βαλκάνιοι ηγεμόνες δεν είχαν διάθεση να τηρήσουν τις συμφωνίες υποτέλειας με το σουλτάνο και στην πρώτη ευκαιρία παρασπονδούσαν.


Μια από τις πρώτες ενέργειες του Μουράτ, αφού συνέτριψε τα βουλγαρικά κρατίδια το 1363, ήταν η μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους του αρχικά στο Διδυμότειχο και στη συνέχεια στην Αδριανούπολη. Η εγκατάλειψη της παλαιάς πρωτεύουσας Προύσας και η μεταφορά του κέντρου αποφάσεων στη Θράκη αποκαλύπτει τη γεωστρατηγική προτεραιότητα που αποκτούσε η Ευρώπη ως πεδίο της οθωμανικής επέκτασης. Η στροφή των Οθωμανών στην ευρωπαϊκή ήπειρο ήταν ανάλογη με την εστίαση του βυζαντινού ενδιαφέροντος στα Βαλκάνια μετά το 1261, αλλά για άλλους λόγους. Η οθωμανική επεκτατικότητα στην Ευρώπη ήταν ευκολότερη καθώς από τη μια συναντούσε εξασθενημένες αντιστάσεις από τα αδύναμα και πολυδιασπασμένα χριστιανικά βαλκανικά κρατίδια, και από την άλλη προκάλεσε λιγότερες εντάσεις και περιπλοκές στις σχέσεις των Οθωμανών με τα μουσουλμανικά εμιράτα της Μικράς Ασίας. Επιπλέον, το κράτος διατηρούσε υψηλό το ιδεολογικό προφίλ του ως κράτος γαζήδων στον μουσουλμανικό κόσμο, ενώ παράλληλα μπορούσε να απορροφήσει και να στρέψει σε πολεμικά μέτωπα τα κύματα των Τουρκομάνων που κατέφθαναν σε αναζήτηση λείας και στρατιωτικής δόξας.


Οι Οθωμανοί είχαν προβλέψει ορθά ότι η αντίσταση εκ μέρους των μεμονωμένων χριστιανών ηγεμόνων θα ήταν αμελητέα. Τα μικρά φεουδαλικά κρατικά σχήματα είχαν ελάχιστες στρατιωτικές δυνάμεις, αδυνατούσαν να κινητοποιήσουν τον αγροτικό πληθυσμό τους εναντίον των εισβολέων, ενώ στο εσωτερικό τους δρούσε φιλο-οθωμανική παράταξη, η οποία συχνά προσκαλούσε τους Οθωμανούς να επέμβουν. Βέβαια, η σύμπηξη μιας παμβαλκανικής αντι-οθωμανικής συμμαχίας, αν ήταν δυνατό με τη συνεργασία και Δυτικών δυνάμεων, πιθανό να λειτουργούσε ως ανασταλτικό ανάχωμα στην οθωμανική προέλαση. Όμως, η συνεργασία ανάμεσα στους χριστιανούς ηγεμόνες δεν ήταν εύκολη, καθώς η πολιτική ρευστότητα και το πλήθος των αυτόνομων και ημι-αυτόνομων ηγεμονιών στα Βαλκάνια του 14ου αιώνα δεν επέτρεπαν την ταύτιση των επιδιώξεων και συμφερόντων των πολιτικο-στρατιωτικών ελίτ της περιοχής.
Από την άλλη, ο κίνδυνος Δυτικής σταυροφορίας ήταν ένα ενδεχόμενο το οποίο οι σουλτάνοι λάμβαναν σταθερά υπόψη τους και σε σημαντικό βαθμό ανέστειλε επιθετικούς σχεδιασμούς τους. Διότι μόνο μια μεγάλη χριστιανική συμμαχία ορμώμενη από τον πυρήνα της Δυτικής Ευρώπης θα μπορούσε να αναχαιτίσει αποτελεσματικά την οθωμανική ορμητικότητα. Όμως, ο ευρωπαϊκός σταυροφορικός ζήλος του 12ου και 13ου αιώνα είχε περιέλθει σε ύφεση, και η συγκρότηση κοινού ευρωπαϊκού μετώπου κατά του κινδύνου από την Ανατολή αποδείχθηκε για αιώνες σχεδόν ακατόρθωτο επίτευγμα. Ειδικότερα στον 14ο αιώνα, η δυτική Ευρώπη ήταν αδιάφορη στη σταυροφορική προοπτική εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης, των αγροτικών εξεγέρσεων και της φοβερής επιδημίας πανώλης που αποδεκάτιζε τον πληθυσμό της.


Η βυζαντινή πολιτική ηγεσία είχε κατανοήσει ότι αποτελεσματική αντίσταση στην οθωμανική προέλαση ήταν εφικτή μόνο με Δυτική βοήθεια. Φυσικά, οι Βυζαντινοί ιθύνοντες γνώριζαν ότι το τίμημα θα ήταν η ένωση των δύο εκκλησιών υπό το σκήπτρο του πάπα, λύση η οποία δεν θα γινόταν εύκολα δεκτή από τους εκκλησιαστικούς και τους λαϊκούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης. Αρχικά, σε αυτή την προσπάθεια σύμμαχος των βυζαντινών πρωτοβουλιών ήταν ο πάπας Ουρβανός (Urban), ο οποίος το 1366 έπεισε τον Αμαδαίο Β΄ της Σαβοΐας να εκστρατεύσει με ένα μικρό στόλο στον ελλαδικό χώρο. Ο Αμαδαίος κατέλαβε την Καλλίπολη και λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας τα οποία επέστρεψε στη βυζαντινή εξουσία. Παράλληλα, το 1366 ο Ιωάννης Ε΄ επισκέφτηκε την Ουγγαρία του βασιλιά Λουδοβίκου του Μεγάλου από τον οποίο απέτυχε να εξασφαλίσει στρατιωτική βοήθεια. Τρία χρόνια αργότερα ο ίδιος αυτοκράτορας σε ταξίδι του στη Ρώμη προσχώρησε στον καθολικισμό, ενέργεια η οποία επειδή δεν επικυρώθηκε από εκπρόσωπο του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης θεωρήθηκε ιδιωτική πράξη και δεν είχε περαιτέρω συνέπειες στην εκκλησιαστική κατάσταση του Βυζαντίου


Το 1371 τα διάφορα σερβικά δεσποτάτα με επικεφαλής τον ηγεμόνα Σερρών Jovan Uglješa συνασπίστηκαν σε μια προσπάθεια απαλλαγής από τον οθωμανικό κίνδυνο. Η συντριβή του συνασπισμού στο Černomen κοντά στον Έβρο προκάλεσε αλυσιδωτές μεταβολές στο πολιτειακό καθεστώς της χερσονήσου, καθώς όλες οι ηγεμονίες του σερβικού, βουλγαρικού και βυζαντινού χώρου, ανεξάρτητα από το αν συμμετείχαν στη σερβική σταυροφορία, έγιναν φόρου υποτελείς στο σουλτάνο. Ενδεικτική των αντιπαλοτήτων ανάμεσα στους Βαλκάνιους χριστιανούς ηγεμόνες ήταν η εκμετάλλευση της σερβικής ήττας και η κατάληψη των Σερρών το Νοέμβριο του ίδιου έτους από τον ανεξάρτητο διοικητή της Θεσσαλονίκης Μανουήλ Β΄.


Οι Οθωμανοί συνέχισαν να χρησιμοποιούν για δικό τους όφελος τις δυναστικές έριδες ανάμεσα στα μέλη των Παλαιολόγων. Έτσι, το 1376 βοήθησαν, σε συνεργασία με τους Γενουάτες, τον Ανδρόνικο Δ΄, γιο του Ιωάννη Ε΄, να καταλάβει το βυζαντινό θρόνο με αντάλλαγμα την επιστροφή της Καλλίπολης, ενώ τρία χρόνια αργότερα ο Μουράτ απέδωσε το βυζαντινό θρόνο στον προκάτοχό του Ιωάννη Ε΄ και τον Μανουήλ Β΄. Στα πλαίσια της χαοτικής πολιτικής κατάστασης που είχε δημιουργηθεί εξαιτίας των βυζαντινών εμφυλίων πολέμων, ο Ιωάννης αναγκάστηκε να αναγνωρίσει τους δύο φιλόδοξους γιους του, Ανδρόνικο Δ΄ και Μανουήλ Β΄ ως συναυτοκράτορες, και στη συνέχεια διένειμε ανάμεσα σε αυτόν και τους τρεις γιους του ό,τι είχε απομείνει ως Βυζαντινή Αυτοκρατορία, δηλαδή την Κωνσταντινούπολη, την Πελοπόννησο, τη Θεσσαλονίκη και ορισμένες πόλεις στη θάλασσα του Μαρμαρά. Στα πλαίσια της αποκατάστασης του Ιωάννη Ε΄ στο θρόνο, οι Βυζαντινοί υποχρεώθηκαν να ανανεώσουν την παλαιότερη συνθήκη υποτέλειας με τον Οθωμανό σουλτάνο.

Αποτέλεσμα εικόνας για Οθωμανική αυτοκρατορία 14ος αιώνας


Η οθωμανική προέλαση, όπως και η εγκατάσταση Τουρκομάνων και Γιουρούκων εποίκων κατά μήκος των βασικών επικοινωνιακών αξόνων των Βαλκανίων συνεχίστηκαν στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα. Βασικός στόχος των Οθωμανών ήταν η κατάληψη κομβικών πόλεων στη ζώνη των κεντρικών Βαλκανίων. Έτσι καταλήφθηκαν οι Σέρρες το 1383, η Σόφια στα 1385, η Βέροια, η Ναϊσσός και το Μοναστήρι την επόμενη χρονιά, ενώ το 1387 η Θεσσαλονίκη μετά από τριετή πολιορκία αναγκάστηκε να δεχτεί οθωμανική φρουρά. Παράλληλα, οι Οθωμανοί αύξησαν την εδαφική έκταση του κράτους τους και στη Μικρά Ασία, σε βάρος των άλλων τουρκικών ηγεμονιών, είτε με διπλωματικά μέσα, κυρίως επιγαμίες πριγκίπων, είτε με στρατιωτικές επιχειρήσεις στις οποίες χρησιμοποιούνταν οι δυνάμεις των Βαλκάνιων υποτελών ηγεμόνων.


Στα 1388 άρχισε σταδιακά να σχηματίζεται μια μεγάλη αντι-οθωμανική βαλκανική συμμαχία με επικεφαλής το Σέρβο ηγεμόνα Λάζαρο και το βασιλιά της Βοσνίας Tvrtko και συμμετέχοντες Ούγγρους, Αλβανούς και Βλάχους. Οι Βυζαντινοί κράτησαν ουδέτερη στάση, ενώ Βούλγαροι και ελάσσονες Σέρβοι πρίγκιπες συντάχθηκαν με τον επικυρίαρχό τους Μουράτ. Ο Οθωμανός σουλτάνος κατανίκησε τους συμμάχους στην περίφημη μάχη του Κοσσόβου στις 15 Ιουνίου 1389, στην οποία σκοτώθηκαν τόσο ο ίδιος όσο και ο Λάζαρος. Σουλτάνος ανακηρύχθηκε ο γιος του Μουράτ Βαγιαζήτ, ενώ η συντριβή των συμμάχων σηματοδότησε το προσωρινό τέλος της βαλκανικής αντίστασης. Εντούτοις, οι Οθωμανοί δεν έσπευσαν να προσαρτήσουν τα εδάφη των ηττημένων στην επικράτειά τους και διατήρησαν το προηγούμενο σύστημα των φόρου υποτελών κρατών και τις αντίστοιχες δυναστείες στη θέση τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για Βαγιαζήτ Α
Βαγιαζήτ Α΄ (1389-1403)


Ο νέος σουλτάνος Βαγιαζήτ Α΄ (1389-1403) συνέχισε στο ίδιο επιθετικό πνεύμα την εδαφική επέκταση του οθωμανικού κράτους κινούμενος διαρκώς ανάμεσα στις δύο ηπείρους και πολεμώντας χωρίς διάλειμμα εναντίον των βαλκανικών χριστιανικών και των μικρασιατικών μουσουλμανικών ηγεμονιών. Ακριβώς όπως και ο πατέρας του, χρησιμοποίησε βαλκανικά χριστιανικά στρατεύματα στους πολέμους του κατά των τουρκικών εμιράτων της Μικράς Ασίας, και μουσουλμάνους Μικρασιάτες στις επιδρομές του στα Βαλκάνια. Ταυτόχρονα, συνέχισε τη διαδικασία συγκεντροποίησης της εξουσίας και δημιουργίας ενιαίου αυτοκρατορικού χώρου, εγκαταλείποντας σταδιακά το οργανωτικό πρότυπο μιας αυτοκρατορίας αποτελούμενης από ένα εδαφικό πυρήνα και μια ευρεία ζώνη υποτελών χριστιανικών και μουσουλμανικών αυτόνομων ηγεμονιών. Αιτία του μετασχηματισμού ήταν η διαρκής ετοιμότητα των υποτελών δεσποτών να επαναστατήσουν κατά της οθωμανικής επικυριαρχίας ή να συμμαχήσουν με εξωτερικούς εχθρούς. Η εξάπλωση στα κεντρικά και βόρεια Βαλκάνια έφερε τους Οθωμανούς σε σύγκρουση με την Ουγγαρία, με την οποία οι υποτελείς χριστιανοί ηγεμόνες ήταν σε διαρκή επαφή επιδεικνύοντας ανάλογη διάθεση στρατιωτικής συνεργασίας. Από την άλλη, σταδιακά η ρωμαϊκή ιδέα αρχίζει να εισέρχεται στην ιδεολογική διαμόρφωση του οθωμανικού κράτους, τροποποιημένη φυσικά από τις αρχές του Ισλάμ. Οι σουλτάνοι, ειδικά μετά τον Βαγιαζήτ Α΄, προβάλλονταν όλο και συχνότερα ως νόμιμοι διάδοχοι των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και Ρωμαίοι κοσμοκράτορες. Επομένως, περισσότερο από ποτέ φάνταζε αναγκαία μια ενοποιημένη αυτοκρατορία με συγκεντρωτικές δομές. Στο εξής, οι νέες κτήσεις ενσωματώνονταν στον αυτοκρατορικό εδαφικό πυρήνα, οι δε τοπικές δυναστείες είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στη φυσική εξόντωση και στον εξισλαμισμό και ένταξή τους στην οθωμανική καθεστηκυία τάξη.


Αν και μεταβλήθηκαν οι γεωστρατηγικές επιλογές του νέου σουλτάνου οι τακτικές εδραίωσης της οθωμανικής εξουσίας παρέμειναν οι ίδιες˙ τα οθωμανικά στρατεύματα ακολουθούσαν Τουρκομάνοι έποικοι οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, δημιουργώντας ισχυρούς θύλακες πολιτικής στήριξης στο καθεστώς. Επιπλέον, ο Βαγιαζήτ εξακολούθησε να επεμβαίνει στο εσωτερικό των υποτελών ηγεμονιών, να ανεβοκατεβάζει τους δεσπότες στο θρόνο τους, αλλά και να τους συντρίβει όταν επιδείκνυαν πνεύμα ανεξαρτησίας. Για παράδειγμα, με οθωμανική παρέμβαση ανέβηκε το 1390 στο βυζαντινό θρόνο ο γιος του Ανδρόνικου Δ΄ Ιωάννης Ζ΄, ενώ το 1391 μετά το θάνατο του Ιωάννη Ε΄ τη θέση κατέλαβε ο γιος του Μανουήλ Β΄. Σε αντάλλαγμα της οθωμανικής υποστήριξης, ο Μανουήλ υποχρεώθηκε να παραδώσει στους Οθωμανούς τη Φιλαδέλφεια, την τελευταία βυζαντινή πόλη στη Μικρά Ασία, όπως και να σταματήσει τα επισκευαστικά έργα στα τείχη της Κωνσταντινούπολης τα οποία είχε ξεκινήσει ο πατέρας του Ιωάννης Ε΄.


Το χειμώνα του 1393/1394 ο Βαγιαζήτ συγκάλεσε συνάντηση όλων των Βαλκάνιων ηγεμόνων στις Σέρρες για την ανανέωση των δεσμών υποτέλειας. Όταν ο Μανουήλ αποχώρησε, ο Βαγιαζήτ ξεκίνησε την πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, η οποία διήρκεσε επτά έτη με διαλείμματα. Η πολιορκία απέβλεπε στον οικονομικό στραγγαλισμό της πόλης, καθώς οι Οθωμανοί δεν διέθεταν πολιορκητικό πυροβολικό για να την καταλάβουν εξ’ εφόδου. Το αποτέλεσμα των επιχειρήσεων ήταν ο περιορισμός της βυζαντινής εξουσίας αποκλειστικά στη intra muris ζώνη.
Στα πλαίσια της ενοποίησης του βαλκανικού χώρου ο στρατηγός Εβρενός Μπέη κατέλαβε τη Θεσσαλία το 1393 και επέδραμε στην Πελοπόννησο το 1395. Ταυτόχρονα, η οθωμανική κυριαρχία επεκτάθηκε και εμπεδώθηκε στη βόρεια Βαλκανική: το 1393 μετά από σκληρή πολιορκία κατελήφθη η βουλγαρική πρωτεύουσα Τύρνοβο, ο σύμμαχος των Ούγγρων τσάρος Σισμάν σκοτώθηκε και η Βουλγαρία μεταβλήθηκε σε απλή επαρχία του οθωμανικού κράτους. Ισχυρή αντίσταση πρόβαλε το 1395 ο βασιλιάς της Βλαχίας Μιρτσέα (Mircea), ο οποίος παρά τις αρχικές στρατιωτικές επιτυχίες του εναντίον των Οθωμανών και των Βαλκάνιων συμμάχων τους, αναγκάστηκε να αποδεχτεί καθεστώς φόρου υποτέλειας. Παράλληλα, ο Γιγίτ Πασά (Yiğit Paşa) εισέβαλε στην Αλβανία, κατέλαβε το Σκούταρι και την Κρόϊα και έφερε τους Οθωμανούς σε επαφή με τη βενετική ζώνη κυριαρχίας στη δαλματική και αλβανική ακτογραμμή.


Το πρώτο πραγματικά μεγάλης κλίμακας ευρωπαϊκό αντι-οθωμανικό σταυροφορικό εγχείρημα οργανώθηκε στα 1396 στη Βούδα από το βασιλιά Σιγισμούνδο (Sigismund) της Ουγγαρίας, και ήταν αποτέλεσμα της ανησυχίας που προκάλεσε στη Δύση η προέλαση των Οθωμανών στα βόρεια Βαλκάνια και της πίεσης που άρχισε να γίνεται αισθητή σε παραδοσιακές δυνάμεις της κεντρικής Ευρώπης. Αν και καμία χώρα δε συμμετείχε επίσημα στην εκστρατεία χιλιάδες ιππότες, ευγενείς και τυχοδιώκτες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Ούγγρου βασιλιά και του πάπα, ενώ οι Βενετοί έστειλαν ένα μικρό στόλο για ναυτική στήριξη στη Μαύρη Θάλασσα. Παρά τις αρχικές επιτυχίες τους (κατάληψη της Ναϊσσού και του Βιδινίου), οι σταυροφόροι συνετρίβησαν ολοκληρωτικά κάτω από τα τείχη της Νικόπολης.


Αποτέλεσμα της μάχης ήταν η ακόμη ισχυρότερη πίεση των Οθωμανών στα εναπομείναντα βαλκανικά κρατίδια. Το κράτος του Βιδινίου καταλύθηκε, η Αθήνα, κτήση πλέον του Φλωρεντινού τραπεζικού οίκου των Acciajuoli, καταλήφθηκε προσωρινά το 1397, και η Πελοπόννησος λεηλατήθηκε ακόμη μια φορά. Παράλληλα, το αυξημένο κύρος του Βαγιαζήτ διευκόλυνε την οθωμανική επέκταση στη Μικρά Ασία και την κατάλυση της ηγεμονίας του Καραμάν. Στα 1399 η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, εκτός από εύκολος στόχος, ήταν και στρατηγική αναγκαιότητα για τον Βαγιαζήτ στα πλαίσια αναζήτησης μιας λαμπρής πρωτεύουσας. Έτσι, ο αποκλεισμός της βυζαντινής πρωτεύουσας έγινε ακόμη πιο στενός, ο λιμός μόνιμη κατάσταση στην πόλη και η παράδοσή της σχεδόν σίγουρη.


Ο Μανουήλ, σε εφαρμογή της μόνης πλέον ελπιδοφόρας εξωτερικής πολιτικής, έκανε έκκληση σε Ρώσους ηγεμόνες, στον πάπα, στους βασιλιάδες της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αραγονίας, και στη Βενετία για στρατιωτική βοήθεια. Μόνο ο Γάλλος βασιλιάς Κάρολος Στ΄ έστειλε 1.200 ένοπλους υπό την ηγεσία του Boucicault, ο οποίος κατανίκησε τον οθωμανικό στόλο στα Δαρδανέλια. Όμως, καθώς η κατάσταση παρέμεινε αμετάβλητα κακή για το Βυζάντιο ο Μανουήλ αναχώρησε για μια διετή περιοδεία σε Δυτικές αυλές με στόχο την ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση των ηγεμόνων τους σε μια μεγάλη αντι-οθωμανική σταυροφορία για τη σωτηρία του Βυζαντίου. Παρά τη γενική συμπάθεια που προκάλεσε, ο Μανουήλ δεν κατάφερε να αποσπάσει κάποια απτή βοήθεια.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ταμερλάνος
Η νίκη του Ταμερλάνου στη μάχη της Άγκυρας (1402) έδωσε μία σημαντική αλλά πρόσκαιρη ανάσα στο Βυζάντιο


Η Κωνσταντινούπολη σώθηκε χάρη σε ένα απρόσμενο γεγονός, την εμφάνιση στη Μικρά Ασία του Μογγόλου αυτοκράτορα Ταμερλάνου (Timurleng), ο οποίος, αν και χωρίς ιδιαίτερο στρατηγικό ενδιαφέρον για την περιοχή, παρακινημένος σε δράση από εξόριστους εκθρονισμένους μουσουλμάνους ηγεμόνες, συνέτριψε το καλοκαίρι του 1402 στη μάχη της Άγκυρας τον Βαγιαζήτ. Ο τελευταίος πέθανε σε αιχμαλωσία τον Μάρτιο του επόμενου έτους. Ο Ταμερλάνος δεν έτρεφε φιλοδοξίες για κατακτήσεις στην Ευρώπη ή στην Ανατολία και για αυτό, αφού κατέλαβε τη Σμύρνη από τους Ιωαννίτες Ιππότες, ανασύστασε τα κράτη των Τουρκομάνων συμμάχων του και τους αποκατέστησε στους θρόνους, αναχώρησε για την Κίνα. Η οθωμανική επικράτεια, πλέον υπό μογγολική επικυριαρχία, μοιράστηκε ανάμεσα στους τέσσερις γιους του Βαγιαζήτ.

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.