Το πέρασμα από τη Βυζαντινή στη Βενετική Κρήτη

Τον Ιούλιο του 1203 ο νεαρός διεκδικητής του θρόνου των Ρωμαίων, ο Αλέξιος Άγγελος, αποδεχόταν, μπρος από τα τείχη της Βασιλεύουσας, την παράδοση της Κρήτης εκ μέρους των αντιπροσώπων της. Κατ’ άλλους αυτό συνέβη στην Κέρκυρα μερικούς μήνες πριν, όταν είχε συναντήσει εκεί τους σταυροφόρους. Ο καθεστωτικός και μοιραίος αυτός παράγοντας του βυζαντινού θρόνου την παραχώρησε με τη σειρά του στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, αρχηγό της ονομαζόμενης Δ’ Σταυροφορίας. Ήταν συγγενείς και ο νεαρός διεκδικητής πίστευε ότι έτσι αποκτούσε ακόμα ένα στήριγμα στον αγώνα του για τη διεκδίκηση του αυτοκρατορικού θρόνου.


Διαδικασίες καθ’ όλα νομικές και θεωρητικές αυτές, είχαν όμως για τους
ανθρώπους της εποχής ύψιστη πρακτική σημασία, αφού οι άρχοντες της Κρήτης, λειτουργώντας πολιτικά αυτόνομα, είχαν ήδη εκκενώσει από κάθε νόημα τη βυζαντινή αυτοκρατορική εξουσία. Η ουσιαστική απόκτηση της Κρήτης προϋπέθετε την κατάκτηση ή, στην καλύτερη περίπτωση, τη διαπραγμάτευση με τις αρχοντικές δυνάμεις που κυριαρχούσαν πραγματικά πάνω στο νησί. Το θεωρητικό και νομικό, ωστόσο, ερώτημα σε ποιον ανήκε η Κρήτη, όσο δεν επιλυόταν, νομιμοποιούσε, κατά τις συνήθεις συμπεριφορές των ανθρώπων της εποχής, την κατάκτησή της εκ μέρους
κάθε ενδιαφερομένου, αρκεί βέβαια αυτός να μπορούσε να κυριαρχήσει και φυσικά, δηλαδή απέναντι στους άρχοντες, και να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του νόμιμου και θεωρητικού κατόχου, που ήταν, σύμφωνα με την παραπάνω παραχώρηση, ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός.


Διεκδικητές του νησιού ήταν οι Βενετοί και οι Γενοβέζοι. Μέθοδος της
κατάκτησης ήταν ο συνηθισμένος συνδυασμός κατά τον Μεσαίωνα: στρατιωτικές επιχειρήσεις, διαπραγματεύσεις και εξαγορές, συνθήκες. Οι πρώτες απαιτούσαν την επένδυση σε στρατιωτικά σώματα μέσω της συγκρότησής τους ή της ενοικίασής τους, οι δεύτερες διπλωματικές πιέσεις και χρήματα. Οι Γενοβέζοι, πριν ίσως και από το 1204, εγκαθιστούν μια βάση πειρατών (αυτό ήταν μέρος της ενοικίασης στρατιωτικών δυνάμεων) στο νησί και πάντως και οι δύο, Βενετοί και Γενοβέζοι, ζητούν από τον νόμιμο κάτοχο της νήσου, τον Βονιφάτιο, να τους την παραχωρήσει. Οι Γενοβέζοι τον ήξεραν, αφού τον είχαν υποστηρίξει στην υποψηφιότητά του ως Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης.

Οι Βενετοί ωστόσο έδρασαν γρηγορότερα και στις 12 Αυγούστου, στην Αδριανούπολη, εξαγόρασαν τα θεωρητικά του δικαιώματα για την Κρήτη έναντι ενός ικανοποιητικού ποσού. Ο Βονιφάτιος εμπλεκόταν σε μια σοβαρή διαμάχη με τον Βαλδουΐνο της Φλάνδρας, Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, για την απόκτηση της Θεσσαλονίκης και ήθελε, παραχωρώντας τα δικαιώματά του, να βγει χωρίς πολλά έξοδα από την υπόθεση.


Το φρούριο Παλαιόκαστρο στα δυτικά του Χάνδακα, μία από τις εστίες της
αναμέτρησης Βενετών και Γενοβέζων στα γεγονότα του 1207-1211 (Από τον Άτλαντα
του Φρανσέσκο Μπαζιλικάτα, 1618-1619).


Το ποσό που είχε καταβάλει η Βενετία ανερχόταν στα 1.000 αργυρά μάρκα μαζί με άλλα εδαφικά ανταλλάγματα. Μεγάλο ποσό για ένα θεωρητικό δικαίωμα, που τόσο οι Γενοβέζοι όσο και οι άρχοντες της Κρήτης θα αμφισβητούσαν αμέσως. Αλλά ένα κράτος του διαμετρήματος της Βενετίας σε τούτο διέφερε ­ και τα γεγονότα που ακολούθησαν το απέδειξαν ­ από τους απλούς άρχοντες ή τους απλούς κατακτητές. Μπορούσε να καταβάλλει υπέρογκα ποσά, τα οποία αντλούσε από τους υπηκόους του,
για τα θεωρητικά και μόνο δικαιώματά του, εκτός από τις στρατιωτικές δυνάμεις που μπορούσε να κινητοποιήσει. Από το 1206 έως το 1211 η Γένοβα θα αμφισβητήσει τα ακριβοπληρωμένα δικαιώματα της Βενετίας ­ αρκούσε γι’ αυτό να αμφισβητηθεί ηθικά η ίδια η ηθική διάσταση της κατάργησης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ­ καλύπτοντας πολιτικά και οικονομικά τις επιχειρήσεις πεδίου ενός στρατιωτικού αρχηγού από τη Μάλτα, του κόμητος Ερρίκο Πεσκατόρε, που θα δρα στην Κρήτη ενάντια στα βενετικά εκστρατευτικά σώματα έως την καθ’ όλα τιμητική συνθηκολόγησή του το 1211.


Αν με την προσωρινή τουλάχιστον αποχώρηση της Γένοβας και την ικανοποίηση των δικαιωμάτων του Βονιφάτιου ένα μέρος της κατάκτησης ολοκληρωνόταν και στο προσκήνιο έμεναν οι άλλες πολιτικές δυνάμεις του νησιού, οι επιτόπου «βυζαντινοί» άρχοντες. Όπως ο Βονιφάτιος, έτσι και αυτοί αντλούν τη θεωρητική τους κυριαρχία πάνω στο νησί ­ ή για την ακρίβεια σε μέρη του νησιού απαλλοτριωμένα εις βάρος του Δημοσίου ­ από την καταπατημένη κατά τα άλλα βασιλική εξουσία. Ήταν θεωρητικά υπήκοοι του Βυζαντινού ­ ή, για να τον πούμε με το όνομά του, του Ρωμαίου ­ βασιλέα, του οποίου την πραγματική εξουσία είχαν μεν ακυρώσει, αλλά και χωρίς τη θεωρία της θα ήταν απλοί ληστές. Αναγνωρίζουν θεωρητικά και κατ’ επίκληση τους θεσμούς του και τους τίτλους του, αλλά πρακτικά τους χειρίζονται για λογαριασμό τους. Την πρακτική αυτή δύναμή τους, που ισοφαρίζει μάλιστα τη δημόσια και βασιλική, την αντλούν από την εξουσία τους να πλαισιώνουν τους ανθρώπους, χάρη σε μια κατάλληλη χρήση της γης, εντάσσοντάς τους στο παραγωγικό τους σύστημα, υπάγοντάς τους δηλαδή στην άμεση κυριαρχία τους.

Αποτελούν μέρος της πολιτικής, εφόσον η εξουσία τους είναι βασιλική και προέρχεται από τον βασιλέα, αλλά η αυτονομιστική τους τάση τούς έχει αποσπάσει από έναν βασιλικό πόλο αναφοράς, άλλον από τον
θεωρητικό, με αποτέλεσμα να μην συγκροτούν πολιτική κοινωνία, αλλά πολιτικές μόνο δυνάμεις. Οι μεταξύ τους διενέξεις είναι πολλές και αξεπέραστες όταν λειτουργούν από κοινού και δεν φαίνεται στην ιστορία τους να πηγαίνουν ποτέ πιο μακριά από ευκαιριακές μεταξύ τους συμμαχίες.


Ο Άγιος Φανούριος, έργο του Κρητικού ζωγράφου Αγγέλου (Χώρα Πάτμου, Μεγάλη
Παναγία), μέσα του 15ου αιώνα. Ο άγιος φέρει στρατιωτική στολή των βυζαντινών
αρχόντων της εποχής (Παν. Βοκοτόπουλος, Βυζαντινές εικόνες, Εκδοτική Αθηνών,
Αθήνα 1995, σ. 172).


Μια ιστορία τους, αν επιχειρηθεί ποτέ να γραφεί πραγματικά από την
ιστοριογραφία, θα αναδείκνυε πολυάριθμα σόγια με μεγάλα βυζαντινά ονόματα και αριστοκρατική ιδεολογία να συγκρούονται μεταξύ τους, συνάπτοντας ανά ομάδες συμμαχίες που στη συνέχεια διαλύουν για να συμμαχήσουν με άλλα. Μπροστά στα θέματα υψηλής πολιτικής, όπως π.χ. αυτό που ονομάζουμε μια ξένη κατάκτηση, η στάση τους προς τον κατακτητή είναι με σημερινούς όρους επαμφοτερίζουσα, ενώ
στο πλαίσιο της εποχής τους είναι απολύτως κατανοητή. Είχαν πολύ συγκεκριμένα συμφέροντα να υποστηρίξουν, μεταξύ των οποίων το κυριότερο ήταν η κυριαρχία τους πάνω στους ανθρώπους τους και τα δίκτυα προστατευομένων τους.

Η κοινωνική συνοχή τους προέρχεται από επιγαμίες, από μεταξύ τους διαιτητικούς μηχανισμούς, από την κοινή τους αρχοντική ιδεολογία, από την κοινή τους γλώσσα που είναι τα ρωμαίικα, από την κοινή τους Εκκλησία, αλλά η πολιτική τους δράση μπορεί να είναι απολύτως αυτόνομη και άρα συγκρουσιακή, τόσο μεταξύ τους όσο και προς εκείνον που θα μπορούσε να τους την αμφισβητήσει (ξένο κατακτητή ή ομόεθνο βασιλέα).


Η κοινωνική τους συμπεριφορά μάς φέρνει κατευθείαν μπροστά στον τρόπο που βιωνόταν η εξουσία από τις ηγεμονικές ελίτ της εποχής. Δηλαδή κατά άμεσο και απόλυτο τρόπο επί των διοικουμένων τους ­ και διοικούμενοι των αρχόντων ήταν οι καλλιεργητές τους, οι κληρικοί των εκκλησιών τους, οι έμπιστοι άνθρωποί τους, οι μοναχοί ή ηγούμενοι των μοναστηριών τους, οριακά θα λέγαμε όσοι περνούσαν τα σύνορα της ιδιοκτησιακής τους επικράτειας. Δεν είναι δε τυχαίο ότι η βενετική εξουσία, όταν σύναπτε συμφωνίες μαζί τους, φρόντιζε να προβλέπει την ελεύθερη διακίνηση των Βενετών υπηκόων μέσα από τις επικράτειές τους. Η εξουσία τους προϋποθέτει την πλαισίωση των ανθρώπων τους μέσα στη γη
τους, μέσω αναγνωριστικών και ουσιαστικών εισφορών εκ μέρους των τελευταίων, ανεξαρτήτως του προσωπικού νομικού καθεστώτος του καθενός. Και πάντως η εξουσία τους προϋπέθετε την κατοχή και τη νομή επαρκών εκτάσεων, που θα εξασφάλιζαν αυτήν την πλαισίωση.


Με αυτές τις προϋποθέσεις και η μοναστική και εκκλησιαστική γη εξομοιωνόταν με την αρχοντική ­ όταν δεν ήταν υποτελής τής τελευταίας, από την οποία εξαρτιόταν άμεσα χάρη στις δωρεές της ­ αφού μπορούσε να πλαισιώσει ανθρώπους και να διαπραγματευτεί την πολιτική της υπόσταση.


Τέλος, θα θέλαμε να προσθέσουμε πως λίγα ξέρουμε για τη σχέση των αρχόντων με την Εκκλησία. Φαίνεται να ελέγχουν τους μοναστικούς μηχανισμούς ­ πολλά μοναστήρια ζουν ή εξαρτώνται από δωρεές τους ­ και να ασκούν έλεγχο πάνω στον κατώτερο κλήρο της περιοχής τους και στους μοναχούς των μοναστηριών τους. Στους επισκόπους όμως; Και πάλι, αν κρίνουμε από τις πηγές που διαθέτουμε, τους ενδιαφέρει ο επίσκοπος της περιοχής τους, αλλά ο επικεφαλής της Αρχιεπισκοπής φαίνεται να ξεφεύγει από τον έλεγχό τους, όπως ξέφευγε και ο εκπρόσωπος του βασιλιά. Με ό,τι αυτό σήμαινε για την εξουσία του αρχιεπισκόπου.


Η Βενετία, πληρώνοντας ακριβά, είχε αποκτήσει πάνω τους τα θεωρητικά βασιλικά δικαιώματα, τα αγόρασε από εκείνον στον οποίο τα είχε δώσει ο νεαρός σφετεριστής και στη συνέχεια άτυχος και φτωχός βασιλιάς Αλέξιος Άγγελος, η Βενετία είχε απωθήσει εκείνους που αμφισβητούσαν την εξαγορά εκ μέρους της των θεωρητικών και νομικών βασιλικών δικαιωμάτων, της έμενε ωστόσο να συγκροτήσει σε πολιτική κοινωνία ή να εξαφανίσει, σε περίπτωση που αυτοί διαφωνούσαν, τους
τοπικούς άρχοντες. Οι άρχοντες είχαν αμφίθυμη σχέση με τον βασιλιά, δεν είχαν διαμορφώσει ακριβώς τον ρόλο τους απέναντί του, αλλά αναγνώριζαν θεωρητικά την εξουσία του. Τώρα στην πράξη, ο βασιλιάς ήταν η Βενετία. Το συμβολικό της δικαίωμα τής είχε κοστίσει 1.000 αργυρά μάρκα. Της έμενε να διαχειριστεί τις πολιτικές συνιστάμενες του νέου της κράτους.


(…)


Απόσπασμα από το συμβόλαιο όρκου πίστεως του Αλεξίου Καλλέργη και του
Μιχαήλ Χορτάτζη προς τους Βενετούς.


1299, 3 Απριλίου


(…)


Διά τούτο ημείς, Βιδάλ Μιχέλ, εξ ορισμού του αυθέντου ημών
του δουξ Βενετίας,
 δούκας της Κρήτης μετά και της ημετέρας βουλής και
διαδόχων ημών
ποιώμεν γνωστόν πάσι ότι επειδει συ ο Αλέξιος
Καλλιέργης,
 τω παλαιώ διαβαλόντι εχθρώ της έχθρας αγαπητύς πλήστω
κερώ,
 τω αυθέντι ημών τω δουκί μουρτεμένος (:αποστάτης)
υπήρχες, τα νυν δε αγάπης γενομένης προς τους του αυθέντου ημών του
δουξ ορισμούς δι ελθών και προς τους ημετέρους συνετάγης,
 εις την
πιστότητα του άνω διλουμένου αυθέντου ημών του δουξ,
 την ημετέραν και
των διαδόχων ημών,
 αιών εμμένειν, δεχόμεθά σε Αλέξιον Καλλιέργην
εις του αυθέντου ημών του δουξ αγάπην και χάριτα ιδίως και την ημετέρα,

επαφίωντα σοι και τοις μετά πάσι τοις ούσι εν τη νήσω Κρήτης και Μιχαήλ τον
Χορτάτζη και πάσι τοις άλλοις οιουδήτινος τρόπου εισί πάσας
εναντιότητας…
 και ίνα από πιστού πιστότερος υπάρχεις…
δίδωμεν, παρέχωμεν και αντιστρέφωμεν προς σε όλαις ταις μήραις


(στην ελληνική μετάφραση χρησιμοποιείται, για να αποδοθεί ο λατινικός όρος
φέουδο, ο βυζαντινός όρος «μοίρα») ας είχες εν τη νήσω ταύτη…


Ακμή (:επίσης) δίδωμεν και παρέχωμέν σοι καβαλλαρίας
τέσσαρις…


Εκδ. Κ.Δ. Μέρτζιου, «Η συνθήκη Ενετών – Καλλέργη και οι
συνοδεύοντες αυτήν κατάλογοι», Κρητικά Χρονικά, 3 (1949) σελ. 264-266.


Αξίζει να παρατηρηθεί ότι το κείμενο, συνταγμένο κατά τους όρους του
φεουδαρχικού δικαίου, εντάσσει στο σύστημα του τελευταίου τον Κρητικό άρχοντα
και τους συμμάχους του, δηλαδή τους δένει με τους φεουδαλικούς δεσμούς και τα
ανταλλάγματά τους
.


Ο Νίκος Καραπιδάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο Ιόνιο
Πανεπιστήμιο, τ. διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους

tanea.gr

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.