Το ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας στην κλασική Αθήνα

Του Γιάννη Βούρου, προπτυχιακού φοιτητή Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Εισαγωγή

Η παρούσα εργασία επιχειρεί να αναλύσει τη σύνδεση του θανάτου και του δικαίου στην Αθήνα της κλασικής περιόδου του 5ου – 4ου αι. π. Χ. ή αλλιώς να αποτυπώσει πως οι εθιμικές και παραδοσιακές αντιλήψεις για τον θάνατο, την επιθανάτια μνήμη, την εκδίκηση και την αυτοδικία επηρέασαν τον κλασικό νομοθέτη. Πρόκειται για μία επιρροή, η οποία εντοπίζεται εντονότερα στο ποινικό δίκαιο της εποχής, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου συνέταξε και κατοχύρωσε ο Δράκοντας, ο τύραννος της Αθήνας, περίπου στα 621 π.Χ. Το ποινικού χαρακτήρα κυρίως έργο του ∆ράκοντα αποτέλεσε το δίχως άλλο µια αξιοσηµείωτη πρόοδο σχετικά µε την προηγουµένως ισχύουσα κατάσταση, µια και επεδίωκε βασικά να περιορίσει τη χωρίς όρια µέχρι τότε ιδιωτική αντεκδίκηση απέναντι σε κάθε  έγκληµα αίµατος.

Το κείµενο του νόµου του ∆ράκοντα, του Αθηναίου νοµοθέτη, η ιστορικότητα του οποίου αµφισβητήθηκε κατά καιρούς, µας είναι σήµερα άµεσα γνωστό χάρη σε µια µαρµάρινη στήλη που βρέθηκε το 1843 κατά τη διάρκεια εκσκαφών που γίνονταν για να θεµελιωθεί η Μητρόπολη της Αθήνας. Η στήλη έχει στην αρχή χαραγµένο το ψήφισµα µε το οποίο διατάσσονταν οι ἀναγραφεῖς να αντιγράψουν τον νόµο, οι πωλητές να αγοράσουν το µάρµαρο και οι Ελληνοταµίαι να το πληρώσουν.

Ο Δράκοντας έθεσε τα θεμέλια για την εξάλειψη της αυτοδικίας, για την μετάθεση της δικαστικής εξουσίας στην πολιτεία μέσω των δικαστηρίων, καθόρισε τον τρόπο εκτέλεσης των ποινών, διευκρίνισε σε ποιες περιπτώσεις έπρεπε να επιβάλλεται ως ποινή ο θάνατος, ενώ παράλληλα προέβη και σε σημαντική διάκριση των αδικημάτων, η οποία πριν τη νομοθετική του παρέμβαση ήταν μηδαμινή και ρευστή. Επιπλέον, ο Δράκων έθεσε τα θεμέλια του δικονομικού δικαίου και κυρίως της ποινικής δικονομίας, διέκρινε τα στάδια της ποινικής διαδικασίας σε προδικασίαι και παρουσία στο ακροατήριο και κατ’ αυτόν τον τρόπο συνέβαλε σημαντικά στον εκδημοκρατισμό και εκσυγχρονισμό του δικαιικού συστήματος της κλασικής Αθήνας. Αξίζει να αναφερθεί, μάλιστα, ότι, παρά το γεγονός ότι ο μεταγενέστερος νομοθέτης Σόλωνας μετέβαλε σημαντικά τα όσα είχε θεσπίσει ο Δράκων, ο φονικός νόμος και γενικά το δρακόντειο ποινικό δίκαιο παρέμεινε αναλλοίωτο για πολύ καιρό.

Περαιτέρω, ο θάνατος επηρέασε το δίκαιο και σε άλλες εκφάνσεις του, όπως οι αστικές σχέσεις και κυρίως οι κληρονομικές, ενοχικές και οικογενειακές. Το οικιακό, μάλιστα, δίκαιο, το οποίο αποτέλεσε τμήμα του αστικού δικαίου της εποχής ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τον θάνατο, καθώς οι διατάξεις του αφορούσαν τη διαδικασία της κληρονομιάς σε περίπτωση θανάτου του πατέρα, τον τρόπο διεκδίκησης της περιουσίας σε περίπτωση αντιδικίας μεταξύ των κληρονόμων, την διαθήκη, την αυτοδίκαιη λύση του γάμου σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των συζύγων, την υιοθεσία καθώς και τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να λάβει χώρα η ταφή και κηδεία του νεκρού.

  1. Ανθρωποκτονία

1.1 Γενικά για την ανθρωποκτονία

Το σχετικό με την ανθρωποκτονία ισχύον στην κλασική Αθήνα νομοθετικό πλαίσιο αποτελεί ουσιαστικά μία μείξη των νομοθεσιών του Δράκοντα και του Σόλωνα. Η νομοθεσία του Δράκοντα χρονολογείται περί το 621 π.Χ., ενώ του Σόλωνα περί το 594 – 593 π. Χ[1]. Ωστόσο, παρόλο που ο Σόλωνας επέφερε μεγάλες αλλαγές στο προϋπάρχον νομικό κατεστημένο με σημαντικότερη τη μετάθεση της εξουσίας στο λαό και τη σύσταση του λαϊκού δικαστηρίου της Ηλιαίας, σε ότι αφορά την ανθρωποκτονία και γενικότερα «τα εγκλήματα αίματος» εφαρμοζόταν κατά βάση η νομοθεσία του Δράκοντα.

Αξίζει να αναφερθεί, ότι την εποχή που νομοθέτησε ο Δράκων το πρόβλημα των ανθρωποκτονιών ήταν ιδιαίτερα έντονο, καθώς επικρατούσε ο θεσμός της βεντέτας και της αυτοδικίας. Εάν κάποιος, δηλαδή, διέπραττε ένα φόνο, τότε η πιθανότερη εξέλιξη ήταν να φονευθεί και ο ίδιος από τους συγγενείς του θύματος, χωρίς να κριθεί, χωρίς δηλαδή κάποιου είδους δίκη, χωρίς επισημοποίηση από την πολιτεία και εντελώς αυθαίρετα. Επιπλέον, αρκετά συχνά διαπράττονταν δολοφονίες και αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ πολιτών, οι οποίες μέσες άκρες υποκινούνταν από αντιτιθέμενα συμφέροντα[2]. Ο φονικός νόμος του Δράκοντα, λοιπόν, αποτέλεσε ουσιαστικά μία επείγουσα και ad hoc προσπάθεια του νομοθέτη να επουλώσει τα τραύματα της πόλης του, τα οποία λειτουργούσαν ως προσκόμματα στην εύρυθμη λειτουργία της.

Ο Δράκων στο νομοθετικό του έργο διέκρινε την ανθρωποκτονία ανάλογα με την πρόθεση του δράστη να προκαλέσει τον θάνατο στο θύμα σε «εκ προνοίας» και «μη εκ προνοίας», θεσμοθέτησε την «βούλευσιν ανθρωποκτονία», ήτοι την μετά σημερινά δεδομένα της ποινικής επιστήμης ηθική αυτουργία, ενώ παράλληλα προέβλεψε και περιπτώσεις ατιμώρητου φόνου.

1.2 Η ανθρωποκτονία «εκ προνοίας» ή εκ προ μελέτης

Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ανθρωποκτονίας εκ προνοίας δε διέφερε σημαντικά στην κλασική Αθήνα σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα. Δε διέφερε τουλάχιστον ως προς τη βασική προϋπόθεση, την ύπαρξη δόλου, πρόθεσης δηλαδή να φονευθεί κάποιος μέσω μίας συγκεκριμένης ενέργειας. Τρόπον τινά, για να καταδικαστεί κάποιος ως ανδροφόνος έπρεπε κατά την ακροαματική διαδικασία να αποδειχτεί, ότι διά της πράξεώς του επεδίωκε τον θάνατο του θύματος και όχι κάποιον άλλο σκοπό. Η ανθρωποκτονία εκ προνοίας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη, σχεδόν ταυτόσημη, στη νομική πραγματικότητα της ελληνιστικής περιόδου με αυτό που ονομάζουμε εκούσιο φόνο, ηθελημένο. Από την άλλη, ως ηθελημένος ή εκούσιος φόνος λαμβανόταν υπόψη μόνο ο προμελετημένος. Αντίθετα, αν η ανθρωποκτονία ήταν μεν ηθελημένη με τη λογική αλλά όχι προμελετημένη ή  διαπραττόταν σε βρασμό ψυχικής ορμής, τότε θεωρούταν ακούσια και εντασσόταν στην κατηγορία της «μη εκ προνοίας» ανθρωποκτονίας[3].

Στην κατηγορία της εκούσιας ανθρωποκτονίας, οι αρχαίοι Αθηναίοι της κλασικής περιόδου βασιζόμενοι στο νόμο του Δράκοντα ενέτασσαν και τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο δράστης είχε πρόθεση να βλάψει το θύμα χωρίς βέβαια να το σκοτώσει, αλλά τελικά επερχόταν ο θάνατος δια της πράξης του[4]. Επιβεβαιωτική της θέσης αυτής είναι η περίπτωση που περιγράφεται στον «Κατά Κόνωνος» λόγο, όπου ο Δημοσθένης μολονότι εξαπολύει ένα δριμύ κατηγορητήριο σε βάρος του κατηγορουμένου Κόνωνα, επειδή ο τελευταίος του προκάλεσε σωματικές βλάβες και τον διέσυρε,  σε καμία περίπτωση δεν αναφέρει ότι είχε πρόθεση να τον φονεύσει και για το λόγο αυτό η υπόθεση δεν εκδικάζεται στο αρμόδιο για την εκδίκαση ανθρωποκτονιών εκ προμελέτης δικαστήριο του Αρείου Πάγου[5]. Αξίζει, επιπλέον, να αναφερθεί, ότι η δια δηλητηρίασης ανθρωποκτονία αποτελούσε ιδιάζουσα μορφή ανθρωποκτονίας[6].

1.3 Η διαδικασία σε υποθέσεις ανθρωποκτονίας εκ προνοίας

Ύστερα από την υποβολή καταγγελίας για τέλεση ανθρωποκτονίας, η δικονομική διαδικασία που ακολουθούταν ήταν αρκετά σύνθετη και περίπλοκη –ιδιαίτερα αν συγκριθεί με τις διαδικασίες που ακολουθούνταν για άλλα αδικήματα – , πράγμα που έχει διττή εξήγηση: πρώτον η ανθρωποκτονία είχε μεγαλύτερη σημασία ως κατηγορία και δεύτερον η πολυπλοκότητα της διαδικασίας αποτελούσε ένα κατάλοιπο θρησκευτικής παράδοσης[7].

Αρχικά, οι συγγενείς του θύματος ζητούσαν προαιρετικά τις συμβουλές του εξηγητή ή άλλων φίλων και συγγενών σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης της κατάστασης. Στη συνέχεια, οι κοντινότεροι συγγενείς (μέχρι και τα πρώτα ξαδέλφια) που ήταν υποχρεωμένοι να πετύχουν την «επίσκηψιν» του δράστη απάγγελναν στον τάφο του θύματος προειδοποίηση προς τον θύτη να απέχει από τη δημόσια ζωή και κατ΄ επέκταση τους δημόσιους χώρους, όπως τα ιερά και η αγορά. Εάν ο υπόδικος παρέβαινε τους όρους αυτούς μπορούσε να θανατωθεί νόμιμα ή να συλληφθεί από τους συγγενείς του φονευθέντος, οι οποίοι τον οδηγούσαν στους Ἕνδεκα  που είχαν την αρμοδιότητα να τον σύρουν στο δικαστήριο. Σε ανάλογη απαγόρευση παρουσίασης του δράστη στους δημόσιους χώρους  προέβαινε και ο βασιλεύς, η οποία ονομαζόταν πρόρρησις.

Έπειτα, υπέβαλλαν καταγγελία στον βασιλέα  που ήταν ο μόνος αρμόδιος για να την δεχτεί[8]. Εκείνος με τη σειρά του συγκαλούσε την έναρξη των τριών προδικασιών, τριών δηλαδή προκαταρκτικών εξετάσεων ή όπως θα λέγαμε σήμερα προανακρίσεων, μία κάθε μήνα[9]. Η διαδικασία που ακολουθούταν στο στάδιο των προδικασιών δεν είναι ξεκάθαρη. Σκοπός τους ήταν να παρασχεθεί στον βασιλέα αρκετός χρόνος για να αποφασίσει αν τελικά ο Άρειος Πάγος ήταν καθ’ ύλη αρμόδιο δικαστήριο για τη συγκεκριμένη υπόθεση (αν δηλαδή επρόκειτο όντως για ανθρωποκτονία εκ προ μελέτης και όχι για κάποιο άλλο είδος ανθρωποκτονίας), για να συλλέξει πειστήρια, μαρτυρίες και λοιπό αποδεικτικό υλικό, καθώς και για να δοθεί στους συγγενείς των δύο πλευρών ο απαιτούμενος χρόνος, ώστε να αποφασίσουν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση εάν ήθελαν πραγματικά να προχωρήσουν σε δίκη για ανθρωποκτονία[10].

Τον τέταρτο μήνα – έχουν προηγηθεί τρεις, ένας για κάθε προδικασία -, ο βασιλεύς, εφόσον έχει δεχτεί την κατηγορία για ανθρωποκτονία, την εισήγαγε στο καθ ύλη αρμόδιο δικαστήριο για να την εκδικάσει. Η διαδικασία στο ακροατήριο ήταν πιο απλή. Περιελάμβανε δύο λόγους ίσης διάρκειας για κάθε αντίδικο πλευρά με την εξής σειρά: μηνυτής, κατηγορούμενος, μηνυτής, κατηγορούμενος, καθώς και την επίκληση αποδεικτικών μέσων, ήτοι μαρτυριών, εγγράφων, ορκοδοσιών και νόμων[11]. Στις δίκες για ανδροφονία, δινόταν ιδιαίτερη βαρύτητα στους όρκους. Ο κατήγορος και ο κατηγορούμενος έπρεπε να ορκιστούν στην αρχή της διαδικασίας ότι διεπράχθη και ότι δε διεπράχθη αντίστοιχα η ανθρωποκτονία. Οι μάρτυρες, επιπρόσθετα, ήταν υποχρεωμένοι να ορκιστούν όχι μόνο για την αλήθεια των καταθέσεών τους, όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά και για το ένα διεπράχθη η δολοφονία ή όχι, ανάλογα με το αν κατέθεταν υπέρ του κατηγόρου ή του κατηγορουμένου (διωμοσίαι)[12].

Με την ολοκλήρωση του πρώτου λόγου μεταξύ μηνυτή και κατηγορουμένου, ο δεύτερος είχε δικαίωμα να εγκαταλείψει τη δίκη και να αυτοεξοριστεί για το υπόλοιπο της ζωής του. Το μέτρο αυτό έδινε την ευκαιρία στον κατηγορούμενο να αποφύγει την θανατική ποινή σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης. Από την άλλη πλευρά, λειτουργούσε εις βάρος του διότι εκλαμβανόταν από τους δικαστές ως ένοχη συμπεριφορά πράγμα που μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την κρίση τους. Ο κατηγορούμενος βρισκόταν, λοιπόν, ενώπιον ενός σημαντικού διλήμματος: να παραμείνει στο δικαστήριο διεκδικώντας την δικαίωσή του αλλά με κίνδυνο να θανατωθεί, αν καταδικαζόταν, ή να εξοριστεί δια παντός από τη γενέτειρά του χάνοντας τη δυνατότητα να αποδείξει την αθωότητά του[13]. Ο μόνος τρόπος για να πάψει ο δράστης να είναι στην εξορία ήταν να του παρείχαν συγχώρεση οι συγγενείς του θύματος[14].

Μετά το τέλος των αγορεύσεων των διαδίκων, οι δικαστές ψήφιζαν για το εάν θα έπρεπε να καταδικαστεί ή όχι ο δικαζόμενος. Τέλος, ο βασιλεύς προέβαινε στην επίσημη αναγγελία της απόφασης. Εάν κάποιος καταδικαζόταν για ανθρωποκτονία εκ προνοίας, η προβλεπομένη ποινή ήταν ο θάνατος και η δήμευση της περιουσίας του. Η θανάτωση του φονεύσαντος ήταν απολύτως δικαιολογημένη, καθώς θεωρούταν φορέας του μιάσματος[15]. Ωστόσο, ο νόμος προέβλεπε, ότι ένας καταδικασθείς για το ως άνω αναφερθέν αδίκημα μπορούσε να διαφύγει στο εξωτερικό, όπου η ζωή του προστατευόταν. Εάν μάλιστα η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο, είχε τα ίδια μέσα προστασίας με έναν Αθηναίο πολίτη, παρόλο που είχε απολέσει την ιδιότητα αυτή. Η θανάτωση στο εξωτερικό ενός καταδικασθέντος για εκούσια ανθρωποκτονία ισοδυναμούσε με δολοφονία ενός πολίτη και επέσειε την ίδια ποινή, ήτοι την θανάτωση.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο δικονομικό μέσο της απαγωγής, το οποίο νομιμοποιούνταν να χρησιμοποιήσουν οι πολίτες μόνο σε περιπτώσεις ανθρωποκτονίας εκ προ μελέτης. Εν ολίγοις,  ο μηνυτής είχε το δικαίωμα να δράσει αυτοβούλως συλλαμβάνοντας τον φερόμενο ως δράστη της δολοφονίας και οδηγώντας τον στους «ένδεκα», οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για τη φυλακή και για τη σύγκληση δίκης ενώπιον τακτικού δικαστηρίου. Η διαδικασία της απαγωγής μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε βάρος αυτού που παραβίαζε την απαγόρευση παρουσίασης στα κοινά (αγορά, ιερά κ.λπ.) όντας υπόδικος για ανθρωποκτονία καθώς και σε βάρος αυτού που είχε καταδικασθεί σε εξορία για την τέλεση ακούσιας ανθρωποκτονίας και συλλαμβανόταν εντός της Αττικής[16].

1.4 Η μεταφυσική αντίληψη του μιάσματος

Η ανθρωποκτονία και η δίωξη της συνδεόταν με την αρχέγονη μεταφυσική αντίληψη για την μόλυνση του αίματος (μίασμα), που προκαλούσε το αίμα και με την αντεκδίκηση. Ήταν δηλαδή μια υπερφυσική μόλυνση, που είχε την τάση να απλώνεται από τον δολοφόνο σε όσους τον συναναστρέφονταν και σε ολόκληρη την κοινωνία, αν δεν λαμβάνονταν μέτρα για την παραπομπή του στην δικαιοσύνη. Ένα μολυσμένο άτομο εθεωρείτο ενδεχόμενο να προσβληθεί από αρρώστια, να ναυαγήσει ή να υποστεί άλλες συμφορές σταλμένες από τους θεούς. Αυτή η αντίληψη σημάδεψε και την δικονομική αντιμετώπιση αυτών που κατηγορούνταν για ανθρωποκτονία, καθώς οι δίκες διεξάγονταν σε υπαίθριους χώρους. Έτσι δεν θα μιαίνονταν ούτε οι δικαστές, ούτε οι υπόλοιποι πολίτες. Επιπλέον, οι άνθρωποι που μοιράζονταν την ίδια στέγη με τον δολοφόνο, εθεωρείτο ότι αυτό είναι σημάδι φιλίας και μπορούσε να τους μολύνει[17].

Ειδικότερα, φαίνεται ότι πρέπει να αποδοθεί η καθιέρωση της αρχής της μιαρότητας των ανθρωποκτονιών και η ρύθμιση του τυπικού καθαρμού του, στο Μαντείο των Δελφών και στη λατρεία του θεού Απόλλωνα. Πράγματι σε ένα σχόλιο σε ένα χωρίο των Νόμων του Πλάτωνα, στο οποίο ο φιλόσοφος εμφανίζεται να μιλάει για την ανάγκη εξαγνισμού του κάθε ανθρωποκτόνου, ακόμα και εκείνου που σκότωσε χωρίς την θέληση του λ.χ. κατά τη διάρκεια κάποιου αθλητικού αγώνα, λέγεται ότι ο σχετικός κανόνας διατυπώθηκε από το μαντείο[18].

Στο φονικό δικαστήριο ἐν  Φρεαττοῖ, που βρισκόταν στον Πειραιά, έρχονταν να δικαστούν άτομα στα οποία είχε ήδη επιβληθεί η ποινή της εξορίας για ακούσιο φόνο και καλούνταν να δικαστούν για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Επειδή, όμως, θεωρούνταν φορείς μιάσματος, οι κατηγορούμενοι δεν αποβιβάζονταν στην αττική γη, αλλά παρέμεναν στη βάρκα που τους έφερε, έχοντας απέναντι τους στη στεριά τους δικαστές[19]

Η πίστη των Αθηναίων στο μίασμα απεικονίζεται, μάλιστα, σε μια από τις πιο γνωστές καταστάσεις στην αρχαία αθηναϊκή τραγωδία: στην αρχή του «Οιδίποδα Τυράννου» του Σοφοκλή, ένας λοιμός βασανίζει τους πολίτες γιατί μεταξύ τους ζει ατιμώρητος ένας δολοφόνος. Γι’ αυτό και εθεωρείτο σημαντικό για πρακτικούς και θρησκευτικούς λόγους, να αναληφθεί νομική δράση εναντίον οποιουδήποτε εθεωρείτο ένοχος ανθρωποκτονίας. Ωστόσο, ακόμα και γι’ αυτό το σοβαρότατο αδίκημα, δεν υπήρχαν κρατικοί αξιωματούχοι για να κινήσουν δίωξη. Το καθήκον της δίωξης ανετίθετο στην οικογένεια του θύματος[20].

Έτσι, αν ένας πολίτης ή μια ολόκληρη οικογένεια κατηγορείται ως «καταραμένη» ή «μολυσμένη» από κάποια ιεροσυλία, αφού δικαστεί θα πρέπει ή να θανατωθεί ή να εξοριστεί και συνήθως τα κόκαλα των νεκρών ξεθάβονται και πετιούνται έξω από την Αθήνα. Ο τρόπος θανάτωσης των φορέων του μιάσματος γινόταν κατά βάση με λιθοβολισμός ή κατακρημνισμό. Αξίζει δε να αναφερθεί, ότι η θανάτωση στις περιπτώσεις αυτές δεν αποσκοπούσε αποκλειστικά στον φυσικό αφανισμό του ενόχου, αλλά είχε και θρησκευτική χροιά, αποβλέποντας παράλληλα στον εξαγνισμό της κοινωνικής ομάδας από την ευθύνη του αίματος που θα χυνόταν.

1.5 Η ανθρωποκτονία μη εκ προνοίας ή εξ αμελείας

Στο νομικό σύστημα της κλασικής Αθήνας, η έννοια της αμέλειας ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη και λαμβανόταν υπόψη ως ελαφρυντική περίπτωση στην τέλεση ενός αδικήματος, όπως ακριβώς και σήμερα. Ωστόσο, οι αρχαίοι Αθηναίοι θεωρούσαν ακούσιο καθετί που δεν ήταν προμελετημένο. Έτσι, για να αποδείξει κανείς ότι δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει έπρεπε να αποδείξει πρώτα ότι με την πράξη του δεν επεδίωκε το θάνατο του θύματος και ότι η πράξη του δεν ήταν προμελετημένη. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση μιας γυναίκας, η οποία απαλλάχτηκε από τον Άρειο Πάγο από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εκ προνοίας, διότι είχε δώσει σε έναν άντρα να πιει ερωτικό φίλτρο για να την ερωτευτεί, αλλά αυτός πέθανε. Το σκεπτικό της απόφασης ήταν, ότι η γυναίκα δεν είχε σκοπό να δηλητηριάσει τον άνδρα, αλλά να τον κάνει να την ερωτευτεί[21].

Ο Δράκων στη νομοθεσία του με βάση το αθέλητο, ήτοι την έλλειψη πρόθεσης – δόλου, διέκρινε δύο είδη ανθρωποκτονίας μη εκ προνοίας. Στην πρώτη κατηγορία, η αμέλεια συνίστατο στην μη προμελέτη της πράξης και περιελάμβανε την ηθελημένη ανθρωποκτονία σε βρασμό ψυχικής ορμής καθώς και την ανθρωποκτονία που διαπραττόταν σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας και πλήρους καταλογισμού αλλά δεν ήταν προμελετημένη. Στη δεύτερη κατηγορία, η αμέλεια συνίστατο στην έλλειψη πρόθεσης για την πρόκληση θανάτου τόσο σε περίπτωση ήρεμης ψυχικής κατάστασης όσο και σε περίπτωση παραφοράς καθώς επίσης και στην ύπαρξη μιας ένοχης πρόθεσης που συνίστατο σε μία μορφή συμπεριφοράς, η οποία δε θα μπορούσε να λάβει τον χαρακτηρισμό της αμέλειας[22].

1.6 Η διαδικασία στην «μη εκ προνοίας» ανθρωποκτονία

Η διαδικασία που ακολουθούταν στις περιπτώσεις ακούσιου φόνου δε διέφερε ουσιαστικά από αυτήν στις περιπτώσεις της εκ προνοίας ανθρωποκτονίας. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση υποθέσεων ανθρωποκτονίας εξ αμελείας ήταν αυτό των πενήντα ενός «εφετών», ενώ αρμόδιοι να δεχθούν την κατηγορία, να διενεργήσουν τις προδικασίες και να παραπέμψουν στην υπόθεση στο δικαστήριο ήταν οι βασιλεῖς[23].

Η προβλεπόμενη εκ του νόμου ποινή για τις αθέλητες δολοφονίες ήταν η εξορία[24]. Ο νόμος όριζε, ότι εκτός των ορίων της πόλης η ζωή και η περιουσία των καταδικασμένων σε εξορία προστατευόταν από το αθηναϊκό δίκαιο, όπως ακριβώς συνέβαινε και με έναν Αθηναίο πολίτη.

Αν, όµως, οι συγγενείς του φονευθέντος το επέτρεπαν, ο δράστης µπορούσε να αποφύγει την ποινή της εξορίας χάρη στο θεσµό της αἰδέσεως: ο πατέρας, ο αδελφός και οι γιοι του αποθανόντος, μπορούσαν, αν συμφωνούσαν όλοι μαζί, να του παράσχουν συγγνώμη, και αν δεν υπήρχαν αυτοί, τη συγγνώμη μπορούσαν να την παραχωρήσουν οι ξάδελφοι και οι γιοι τους[25] [26]. Σε περίπτωση που δεν υπήρχε κανείς από τους προαναφερθέντες συγγενείς κι οι εφέτες αποφάσιζαν ότι ο φονιάς ενήργησε ἄκων, αρμοδιότητα για τη χορήγηση της συγγνώμης αποκτούσαν τα µέλη της φρατρίας[27]. Βλέπουμε λοιπόν ότι οι συγγενείς μέχρι του βαθμού αυτού, δηλαδή μέχρι τον βαθμό του ξαδέλφου και του υιού αυτού, δικαιούνταν κατά τις ρυθµίσεις του ∆ράκοντα να συγχωρέσουν τον δράστη, διαφορετικά ήταν υποχρεωµένοι να δηλώσουν το όνομα του φονιά δηµοσίως και την πρόθεσή τους να τον καταδιώξουν[28].

Στην περίπτωση που δεν υπήρχαν κοντινοί συγγενείς, οι ἐφέται επέλεγαν δέκα σημαντικά πρόσωπα μεταξύ των μελών της φρατρίας του τεθνεώτος, τα οποία θα αποφάσιζαν – και πάλι με ομοφωνία – εάν πρέπει να παρασχεθεί συγγνώμη στο δράστη. Πάντως, προτού δοθεί το δικαίωμα στους δέκα επιλεγέντες της φρατρίας να αποφασίσουν εάν θα συγχωρούσαν τον δράστη, η υπόθεση έπρεπε να περάσει από το δικαστήριο και να εκδοθεί απόφαση καταδικαστική που θα υποχρέωνε τον αδικοπραγούντα σε εξορία. Αντίθετα, οι εξ αίματος συγγενείς του θύματος δικαιούνταν να παράσχουν άφεση στον δράστη πριν να φτάσει η υπόθεση στο δικαστήριο και τρόπον τινά να κλείσει[29]

1.7 Περιπτώσεις ατιμώρητου φόνου

Αξίζει να αναφερθεί, ότι ο νόμος του Δράκοντα προέβλεπε ορισμένες περιπτώσεις ατιμώρητου φόνου, που εντάσσονται σε διαφορετικές κατηγορίες άρσης του αξιοποίνου. Οι κατηγορίες αυτές, στις οποίες η ανθρωποκτονία δε επέσειε κάποια ποινή για το δράστη μας γίνονται γνωστές μέσα από τα κείμενα του Δημοσθένη[30]. Βάσει, λοιπόν, της δρακόντειας νομοθεσίας, ο φόνος παρέμενε ατιμώρητος, όταν:

  • κάποιος φονεύει συναθλητή του στη διάρκεια των αγώνων εκλαμβάνοντάς τον ως αντίπαλο
  • κάποιος φονεύει συμπολεμιστή του στο πεδίο της μάχης εκλαμβάνοντάς τον ως εχθρό
  • κάποιος σκοτώνει τον ληστή που του έστησε ενέδρα στον δρόμο
  • κάποιος σκοτώνει όποιον του επιτίθεται άδικα, ασκώντας βία, επιβουλευόμενος την ζωή ή την περιουσία του
  • κάποιος σκοτώνει όποιον συνέλαβε επ’ αυτοφώρω με την σύζυγο, την μητέρα, την αδελφή ή την θυγατέρα του, ή ακόμη και με μία γυναίκα που δεν εμπίπτει στην κατηγορία των νόμιμων συζύγων, καθώς και την παλλακίδα που έχει πάρει με σκοπό να αποκτήσει μαζί της ελεύθερα τέκνα[31] [32] [33].

Συμπερασματικά, παρατηρούμε, ότι η πρόθεση του Δράκοντα ήταν να ξεχωρίσει τις ειδικές αυτές περιπτώσεις από τη νομοθεσία περί της «μη εκ προνοίας» ανθρωποκτονίας, αφού ο δολοφόνος είτε είχε πλήρη άγνοια της πράξης του, είτε η πράξη του χαρακτηριζόταν από αμέλεια, είτε ήταν αναγκασμένος να πράξει κατ’ αυτόν τρόπο, να διαπράξει δηλαδή την ανθρωποκτονία. Πιο συγκεκριμένα, στις δύο πρώτες περιπτώσεις της δολοφονίας συναθλητή και συμπολεμιστή, οι δράστες έπρεπε να εξαιρεθούν από την ποινή της εξορίας λόγω των ειδικών περιστάσεων που επικρατούσαν στους αγώνες και στον πόλεμο αντίστοιχα. Στην περίπτωση του ληστή ή του επιτιθέμενου με τη χρήση βίας, η ανθρωποκτονία είναι καθαρά θέμα αυτοάμυνας. Στην τελευταία περίπτωση, η επί τόπου θανάτωση του μοιχού συνιστά μεν μια ιδιάζουσα μορφή αυτοδικίας, δικαιολογείται όμως από το γεγονός ότι τρόπον τινά τηρείται η έννομη τάξη, διατηρείται ο σεβασμός που οφείλεται στις γυναίκες οι οποίες ανήκουν στην προστασία κάθε πολίτη και προστατεύεται και η ίδια η πόλη, οι πολίτες στο σύνολό τους δηλαδή, αφού παιδιά τα οποία θα γεννιόντουσαν από μία τέτοια πράξη δεν ήταν ευπρόσδεκτα[34].

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Biscardi, A. (1998). ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Αθήνα, 95

[2] Γιούνη, Μ. (2006). Νόμος Πόλεως. Δικαιοσύνη και νομοθεσία στην αρχαία ελληνική πόλιν. Οι αρχαϊκοί χρόνοι.. Θεσσαλονίκη, 335.

[3] Biscardi, A. (1998). ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Αθήνα, 459-460

[4] MacDowell, D.M. (1986). Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων. Αθήνα,179

[5] Βλέπε και το λόγο του Δημοσθένη κατά Κόνωνος, παρ. 3-12

[6] Γιούνη, Μ. (2006). Νόμος Πόλεως. Δικαιοσύνη και νομοθεσία στην αρχαία ελληνική πόλιν. Οι αρχαϊκοί χρόνοι.. Θεσσαλονίκη, 338

[7] [7] MacDowell, D.M. (1986). Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων. Αθήνα,183

[8] Παπαγιάννη Ε., Αρναούτογλου Η., Δημοπούλου Α., Καράμπελας, Δ, Λιαρμακόπουλος Α., Χατζάκης Ι. & Χέλμης Α. (2015). Ιστορία δικαίου [ηλεκτρ.βιβλ.]. Αθήνα, 43

[9] Παπαγιάννη Ε., Αρναούτογλου Η., Δημοπούλου Α., Καράμπελας, Δ, Λιαρμακόπουλος Α., Χατζάκης Ι. & Χέλμης Α. (2015). Ιστορία δικαίου [ηλεκτρ.βιβλ.]. Αθήνα, 45

[10] MacDowell, D.M. (1986). Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων. Αθήνα,184

[11] MacDowell, D.M. (1986). Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων. Αθήνα,185

[12] Παπαγιάννη Ε., Αρναούτογλου Η., Δημοπούλου Α., Καράμπελας, Δ, Λιαρμακόπουλος Α., Χατζάκης Ι. & Χέλμης Α. (2015). Ιστορία δικαίου [ηλεκτρ.βιβλ.]. Αθήνα, 44

[13] MacDowell, D.M. (1986). Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων. Αθήνα,185 – 186

[14] Παπαγιάννη Ε., Αρναούτογλου Η., Δημοπούλου Α., Καράμπελας, Δ, Λιαρμακόπουλος Α., Χατζάκης Ι. & Χέλμης Α. (2015). Ιστορία δικαίου [ηλεκτρ.βιβλ.]. Αθήνα, 44

[15] Βλ. σελ. 5-6 της παρούσας εργασίας.

[16] MacDowell, D.M. (1986). Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων. Αθήνα,185 – 186

[17]  Παπαγιάννη Ε., Αρναούτογλου Η., Δημοπούλου Α., Καράμπελας, Δ, Λιαρμακόπουλος Α., Χατζάκης Ι. & Χέλμης Α. (2015). Ιστορία δικαίου [ηλεκτρ.βιβλ.]. Αθήνα, 43

[18] Biscardi, A. (1998). ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Αθήνα, 443

[19] Τρωιανός, Σ. & Βελισσαροπούλου – Καρακώστα, Ι. (2010). ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ. Αθήνα, 33

[20] MacDowell, D.M. (1986). Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων. Αθήνα,172

[21] MacDowell, D.M. (1986). Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων. Αθήνα,178

[22] Biscardi, A. (1998). ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Αθήνα,461

[23] Γιούνη, Μ. (2006). Νόμος Πόλεως. Δικαιοσύνη και νομοθεσία στην αρχαία ελληνική πόλιν. Οι αρχαϊκοί χρόνοι.. Θεσσαλονίκη, 340

[24] Βλέπε και το λόγο του ∆ηµοσθένους, Κατ΄Αριστοκράτους,52 : «Τοῦτο δ΄οὐκ ἒστ΄ἐπενεγκεῖν ἄλλῃ πόλει πλήν ἣν ἄν φεύγῃ τις».

[25] Στίχοι 13-16 του φονικού δρακόντειου νόµου : «αἰδέσασθαι δ΄ἐάμ μέν πατέρ ἒι ἒ ἀδελφός, άπαντας, ἒ τόν κολύοντα κρατεῖν∙ ἐάν δέ μέ οῦτοι õσι, μέχρ΄ἀνεφσιότετος καί ἀνεφσιõ, ἐάν άπαντες αἰδέσασθαι ἐθέλοσι, τόν κολύοντα κρατεῖν».

[26] Biscardi, A. (1998). ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Αθήνα,451

[27] Στίχοι 16-18 του φονικού δρακόντειου νόµου : «ἐάν δέ τούτον μεδέ εἷς  ἒι, κτένει δ΄ἂκον, γνõσι δέ οι πεντέκοντα και εἷς οι ἐφέται ἂκοντα κτêναι, ἐσέσθον δέ οι φράτορες ἐάν ἐθέλοσι δέκα».

[28] Στίχοι 20-22 του φονικού δρακόντειου νόµου : «καί οι δέ πρότερον κτέναντες ἐν το ιδε τῷ θεσμῷ ἐνεχέσθον. Προειπεῖν δέ  κτέναν τι ἐν ἀγορᾷ μέχρ΄ἀνεφσιότετος καί ἀνεφσιῷ».

[29] Γιούνη, Μ. (2006). Νόμος Πόλεως. Δικαιοσύνη και νομοθεσία στην αρχαία ελληνική πόλιν. Οι αρχαϊκοί χρόνοι.. Θεσσαλονίκη, 340

[30] Γιούνη, Μ. (2006). Νόμος Πόλεως. Δικαιοσύνη και νομοθεσία στην αρχαία ελληνική πόλιν. Οι αρχαϊκοί χρόνοι.. Θεσσαλονίκη, 340

[31] Στίχοι 36-38 του φονικού δρακόντειου νόµου : «ἀμυνόμενος κτενεῖ, νεποινεῖ, τεθνάναι».

[32] ∆ηµοσθένους, Κατ΄ Αριστοκράτους, 53 : «ἐάν τις ἀποκτείνῃ ἐν ἂθλοις ἂκων ἢ ἐν ὁδῷ καθελών ἢ πολέμῳ ἀγνοήσας, ἢ ἐπί δάμαρτι ἢ ἐπί μητρί ἢ ἐπ΄ἀδελφῇ ἢ ἐπί θυγατρί, ἢ ἐπί παλλακῇ ἣν ἄν ἐπ΄ἐλευθέροις παισίν ἔχῃ, τούτων ἕνεκα μή φεύγειν κτείναντα»

[33] Γιούνη, Μ. (2006). Νόμος Πόλεως. Δικαιοσύνη και νομοθεσία στην αρχαία ελληνική πόλιν. Οι αρχαϊκοί χρόνοι.. Θεσσαλονίκη, 340

[34] Γιούνη, Μ. (2006). Νόμος Πόλεως. Δικαιοσύνη και νομοθεσία στην αρχαία ελληνική πόλιν. Οι αρχαϊκοί χρόνοι.. Θεσσαλονίκη, 340

kl-news.com

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.