Το προσωρινό πολίτευμα και η Διακήρυξη της Επιδαύρου

Του Μιχάλη Ρέττου*

Η πρώτη εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου και η ψήφιση του προσωρινού πολιτεύματος, τον Ιανουάριο του 1822, λειτούργησε εξισορροπητικά ως προς τις επιμέρους επιδιώξεις (ιδιαίτερα ως προς αυτές των «ετεροχθόνων» φαναριωτών και των «πολιτικών» της Πελοποννήσου), συνδυάζοντας την ανάγκη νομιμοποίησης του εγχειρήματος με τη θέσπιση υπέρτατης διοίκησης και την διατήρηση των τοπικών πολιτικών σωμάτων που είχαν συγκροτηθεί μέσα στο 1821.[1]

Στη σύνταξη του ελληνικού πολιτεύματος[2] πρωταγωνίστησε ένας Ιταλός φιλελεύθερος φιλέλληνας του κύκλου του Μαυροκορδάτου, ο  Vincenzo Gallina, ο οποίος ήρθε στην επαναστατημένη επικράτεια έχοντας μαζί του ένα βιβλίο με τα πιο σύγχρονα συντάγματα της εποχής. Το σύνταγμα καθιέρωνε ένα αντιπροσωπευτικό πολίτευμα, την ανεξιθρησκία, τη διάκριση των εξουσιών και την ισότητα απέναντι στον νόμο. Στην εκσυγχρονιστική βιβλιογραφία τονίζονται σε μεγάλο βαθμό τα φιλελεύθερα χαρακτηριστικά των ελληνικών συνταγμάτων, με πρώτο αυτό της Επιδαύρου, και ενίοτε η αναντιστοιχία τους με τη παραδοσιακή κοινωνία στην οποία απευθύνονταν.

Η συνταγματική, ωστόσο, διευθέτηση και η σύσταση επιτροπικής (αντιπροσωπευτικής) διοίκησης ήταν σύμφωνη με τις προθέσεις των επιφανών Ελλήνων του εξωτερικού, ενώ δεν εναντιωνόταν στις αξιώσεις της πλειοψηφίας των ανθρώπων της επαναστατημένης επικράτειας.[3] Επίσης, το εν λόγω ρεπουμπλικανικό σύνταγμα και τα επόμενα, κατά τη διάρκεια του αγώνα, είχαν προσωρινό χαρακτήρα, δεδομένου ότι δεν υπήρχε κάποιο πρόσωπο εκείνη τη στιγμή που θα αναλάμβανε ως μονάρχης τη διακυβέρνηση. Αυτό σήμαινε ότι η οριστική πολιτειακή συγκρότηση θα ολοκληρωνόταν, μετά από την επιδιωκόμενη -στρατιωτική και διπλωματική- επιτυχία της επανάστασης και την ένταξη της ελληνικής πολιτείας στο ευρωπαϊκό σύστημα σταθερότητας, με την ίδρυση ενός βασιλείου· πράγμα που δεν ήταν αντίθετο με τις διαθέσεις του συνόλου σχεδόν των πολιτικών παραγόντων.[4] Τα συντάγματα δε, στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα, αποτελούσαν ήδη μία διαδεδομένη πρακτική της εποχής μέσω της οποίας θεσμίζονταν ισχυρά βασίλεια και αναγνωρίζονταν νέα κρατικά μορφώματα.

Το σημείο στο οποίο, επομένως, θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας είναι η λειτουργία του ελληνικού συντάγματος ως διαύλου επικοινωνίας και ανάδειξης του χαρακτήρα, των προτεραιοτήτων και των στοχεύσεων του ελληνικού αγώνα προς το εξωτερικό. Διότι η ίδρυση του ελληνικού επαναστατικού πολιτεύματος αποτέλεσε -εκτός των άλλων- ένα μέσο απόπειρας νομιμοποίησης της επανάστασης· ή καλύτερα έναν τρόπο με τον οποίον οι Έλληνες επεχείρησαν να εξέλθουν από την διεθνώς «απονομιμοποιημένη» κατάσταση του επαναστατημένου και να ενταχθούν στη νομιμοποιημένη κατάσταση της θεσμισμένης πολιτείας.

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να δούμε τη διακήρυξη της Επιδαύρου βάσει του τρόπου με τον οποίον προσπαθεί να προβάλει και να αναδείξει στην Ευρώπη τον ελληνικό αγώνα. Τούτων δοθέντων, θα υποστηρίξουμε ότι το προσωρινό ελληνικό πολίτευμα «κλείνει» την επανάσταση, με την έννοια ότι θεσμοποιεί μία ανεξάρτητη διοίκηση στην επικράτεια των επαναστατημένων, οι οποίοι δεν είναι πλέον επαναστάτες (δηλαδή άνθρωποι που αποστάτησαν θέλοντας να καταργήσουν μία νόμιμη εξουσία) αλλά νόμιμοι πολίτες κάτω από μία νομιμοποιητική αρχή. Η νεοϊδρυθείσα, μάλιστα, αρχή (παρουσιάζεται να) είναι αυτή που αποκατέστησε τη -διαταραγμένη από την οθωμανική κυριαρχία- νομιμότητα.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της διακήρυξης είναι η απουσία της λέξης «επανάσταση» από το κείμενο. Ο αγώνας των Ελλήνων περιγράφεται ως «εθνικός και ιερός πόλεμος» εναντίον μίας παράνομης εξουσίας, της οθωμανικής, η οποία «για τέσσερεις αιώνες επάταζε τας κεφαλάς ημών, και αντί του λόγου την θέλησιν ως νόμο γνωρίζουσα». Οι Έλληνες δηλώνουν ότι επιδιώκουν την αποκατάσταση της νομιμότητας, την οποία έχει διαταράξει το καθεστώς της κατάκτησης, καθώς και την εξομοίωσή με τους υπολοίπους «Ευρωπαίους Χριστιανούς».

Ο κατά των Τούρκων πόλεμος, λοιπόν, είναι «πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας της ιδιοκτησίας και της τιμής, τα οποία, ενώ την σήμερον όλοι οι ευνομούμενοι και γειτονικοί λαοί της Ευρώπης τα χαίρουσιν, από ημάς μόνον η σκληρά και απαραδειγμάτιστος των οθωμανών τυραννία επροσπάθησε με βίαν να αφαιρέση και εντός του στήθους ημών να τα πνίξη». Η διαφορά των Ελλήνων από τους υπολοίπους Ευρωπαίους είναι ότι βρίσκονταν υπό καθεστώς ανομίας, λόγω της κατάκτησης από έναν, διαφορετικό και ξένο προς την ευρωπαϊκή ευνομία και δικαιοσύνη, «απαραδειγμάτιστον» τύραννο. Ο πόλεμος κατά των Τούρκων, επομένως, δεν είναι «επανάσταση» (δηλαδή διατάραξη της ισχύουσας τάξης πραγμάτων) αλλά μέσο αποκατάστασης των «φυσικών δικαίων»[5] της ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της τιμής, τα οποία όλοι οι ευνομούμενοι λαοί απολαμβάνουν.

Συνοψίζοντας, η διακήρυξη της Επιδαύρου, παρότι εντεταγμένη σε ένα μοντέρνο σύνταγμα, ενεργοποιεί παράλληλα νοηματοδοτήσεις παραδοσιακών σεναρίων «πρώιμου συνταγματισμού»[6], τα οποία βασίζονται στην αποκατάσταση και στην παρουσίαση των αυθαιρεσιών της εξουσίας ως αντικανονικών πράξεων που διαταράσσουν την τάξη και την ευνομία. Σε αυτό το πλαίσιο, η θεία πρόνοια έρχεται να αποκαταστήσει τη νόμιμη εξουσία μέσω της εμπρόθετης επαναστατικής δράσης (που ονομάζεται «πόλεμος»), η οποία ουσιαστικά διαταράσσει τη νομιμότητα της κατάκτησης για να ανακτηθεί η -χαμένη στον παρελθόντα χρόνο- νομιμότητα του έθνους. Το νεωτερικό, λοιπόν, κεκτημένο του εθνικισμού έρχεται να υποκαταστήσει, στα πλαίσια της προνοιακής κατανόησης του κόσμου, τον «προορισμό» του παραδοσιακού εσχατολογικού θρησκευτικού προτάγματος.[7] Αυτό ακριβώς είναι το σημείο συνάντησης της νεωτερικότητας και της παράδοσης ή, αλλιώς, του μοντέρνου επαναστατικού σεναρίου με πρώιμες νοηματοδοτήσεις της αντίστασης.

Η επανάσταση -ως πράξη αποστασίας εναντία σε μία νόμιμη αρχή- «κλείνει» με τη σύσταση του πολιτεύματος και την (προσπάθεια για) αλλαγή του νομιμοποιητικού πλαισίου. Επανάσταση και σύνταγμα συνδέονται σε μία ενιαία ιστορία, σύμφωνα με το μοντέρνο αμερικανικό σενάριο. Ωστόσο, ο προσωρινός χαρακτήρας της πολιτικής συγκρότησης του Ιανουαρίου του 1822 αφήνει το ελληνικό σενάριο ανοικτό στη δράση των πρωταγωνιστών, εντός και εκτός της επαναστατημένης επικράτειας. Η οριστική πολιτική διευθέτηση και η θέσμιση της πολιτείας σε σταθερές και αναγνωρισμένες διεθνώς ορίζουσες είναι μία διαδικασία που θα διαρκέσει αρκετά χρόνια ακόμα.


[1] Για τις περιφερειακές διοικήσεις και το προσωρινό πολίτευμα της Επιδαύρου βλ. Δημακόπουλος, ό.π., 62-82, 86-120.

[2] Το σύνταγμα συντάχθηκε από τον Ιταλό φιλέλληνα της ομάδας της Πίζας Vincenzo Gallina με τη συμβολή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ενώ η διακήρυξη της ανεξαρτησίας από τον, επίσης ενταγμένο στον ίδιο κύκλο, Αναστάσιο Πολυζωίδη.

[3] Βλ. Βακαλόπουλος, ό.π., 745.

[4] Βλ. στο ίδιο, 744-745.

[5] Εδώ είναι σαφής η επιρροή από τα συμφραζόμενα της αμερικανικής διακήρυξης του 1776 και την φιλοσοφία του John Locke  για τα φυσικά δίκαια και το δικαίωμα στην πολιτική ανυπακοή.

[6] Βλ. παραπάνω στην εισαγωγή.

[7] Βλ. Θεοτοκάς, ό.π, 365.

*Ο Μιχάλης Ρέττος είναι εκπαιδευτικός, απόφοιτος κλασικής φιλολογίας (ΕΚΠΑ) και εξειδικεύεται στο ΠΜΣ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ.

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.