Το Πρωτόκολλο Πολίτη Καρλόφ για τη σλαβική μειονότητα στη Μακεδονία (1924)

Το επεισόδιο Τερλίζ[1] συνετέλεσε στην απόφαση θέσεως σχεδίου και τρόπου εφαρμογής της Ειδικής Συμβάσεως των Σεβρών περί μειονοτήτων και την αιτία υπογραφής των πρωτοκόλλων Πολίτη-Καλφώφ.

Η έναρξη της ισχύος της Συμβάσεως των Σεβρών που είχε οριστεί για τις 6 Αυγούστου 1924, καθόριζε τις υποχρεώσεις των κρατών απέναντι στις μειονότητες και την αμερόληπτη εφαρμογή τους. Θεωρητικά το εκάστοτε αρμόδιο όργανο της Κοινωνίας των Εθνών είχε την εξουσιοδότηση να διευθετεί τα ζητήματα και στην περίπτωση του ζητήματος Ελλάδας Βουλγαρίας, ήταν η Μικτή Επιτροπή. Πρακτικά όμως, με την εξέλιξη και τις δυσχέρειες που απόκτησε το ζήτημα, η ανάμιξη των δυο κυβερνήσεων κατέστη αναπόφευκτη. Προκειμένου λοιπόν να ξεπεραστεί αυτός ο θεσμικός σκόπελος, η Συνέλευση της ΚτΕ είχε υιοθετήσει μια ειδική διαδικασία με την οποία ο Γενικός Γραμματέας μπορούσε να αποστείλει προσωρινή επιτροπή γνωμοδοτικού χαρακτήρα προς αποφυγή εκτράχυνσης των σχέσεων και εφαρμογής των όρων.

Προκειμένου να ξεπεραστούν τυχόν γραφειοκρατικά εμπόδια και να εξοικονομηθεί χρόνος ο Έλληνας αντιπρόσωπος της επιτροπής Τζορμπατζής πρότεινε στην κυβέρνηση Γονατά, ήδη από τον Αύγουστο του 1923, την διευθέτηση να αναλάβει η ήδη υπάρχουσα στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο, Μικτή Επιτροπή υπό τον Κορφέ και Ρουβέρ, εκμεταλλευμένοι έτσι και την εμπειρία τους στο ζήτημα. Οι διαπραγματεύσεις σε αυτό το θέμα ολοκληρώθηκαν με τη συγκατάθεση των κυβερνήσεων. Η πολιτική της Ελλάδας μεταφραζόταν από τον ενταφιασμό του Μεγαλοϊδεατισμού και τη χάραξη νέας συγκαταβατικής πολιτικής ενώ η Βουλγαρία, ως ηττημένη του Α’ ΠΠ, δεν διέθετε την ευχέρεια να εναντιωθεί στην ΚτΕ.

Τον Σεπτέμβριο του 1924 συνήλθε στη Γενεύη η βαρυσήμαντη Ε’ Συνέλευση της ΚτΕ.[2] Στο μεταξύ όμως το σκηνικό είχε μεταβληθεί από τα συνεχή επεισόδια στα σύνορα και τα πρόσφατα γεγονότα του Τερλίζ. Τις επίσημες συζητήσεις και τις παρασκηνιακές ενέργειες πραγματοποιούσε ο Έλληνας αντιπρόσωπος, Νικόλαος Πολίτης. Η κυβέρνηση Σοφούλη αποφάσισε να μεταβάλλει τη στάση της με αιτιολογικό τον συσχετισμό της Σύμβασης των Σεβρών σε όλες τις μειονότητες και την μη επωφελή για τα συμφέροντά της επιτροπή με Βούλγαρο μάλιστα αντιπρόσωπο. Στις 2 Σεπτεμβρίου ο Πολίτης έθιξε το θέμα της μετανάστευσης γενικά προετοιμάζοντας το έδαφος κάνοντας νύξη μόνο στο γεγονός ότι το μεταναστευτικό αποτελούσε εσωτερικά θέμα κάθε κράτους. Έτσι εντέχνως σε δεύτερο χρόνο έγινε δεκτή η τροποποίηση που πρότεινε η ελληνική αντιπροσωπεία και αποκλείστηκε το βουλγαρικό μέλος της επιτροπής.

Η τριβή με το ελληνοβουλγαρικό ζήτημα έκανε ορατά τα τρωτά και ευαίσθητα σημεία του. Στο Συμβούλιο πραγματοποιήθηκε πλήθος από συζητήσεις μεταξύ των συνέδρων και υποβλήθηκαν δύο σχέδια συμβάσεων, ένα από τον Χρήστο Καλφώφ και ένα από τον Έρικ Κόλμπαν, τον Διευθυντή του τμήματος Μειονοτήτων της ΚτΕ. Ο Καλφώφ το παρέδωσε στις 15 Σεπτεμβρίου και επί της ουσίας έθετε την Μικτή Επιτροπή ως γνωμοδοτικό όργανο στην εφαρμογή των όρων Συνθήκης Νεϊγύ και Συμβάσεως Σεβρών. Ο εκάστοτε αντιπρόσωπος θα αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ της Επιτροπής και της κυβέρνησής του. Του Κόλμπαν από την άλλη, ο οποίος το παρέδωσε 5 μέρες αργότερα, ήταν παρόμοιο κατ’ αρχήν με διαφοροποίηση στο γεγονός ότι ως συμβουλευτικό όργανο δεν θα ήταν η Μικτή Επιτροπή αλλά τα ουδέτερα μέλη της καθορίζοντας με μεγαλύτερη σαφήνεια τα καθήκοντά τους.

Τα δύο παραπάνω σχέδια αποτέλεσαν τα θεμέλια των συζητήσεων στη Γενέυη και που οδήγησαν στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου Πολίτη Καλφώφ. Στην ουσία επρόκειτο για ένα πρωτόκολλο αλλά και δυο παράλληλες δηλώσεις από τη βουλγαρική και ελληνική κυβέρνηση προς το Συμβούλιο της ΚτΕ. Οι διεθνείς αυτές πράξεις υπογράφτηκαν στις 29 Σεπτεμβρίου 1924 στη διάρκεια της 15ης δημόσιας συνεδριάσεως του Συμβουλίου. Την ημέρα εκείνη πρώτος εισηγητής ήταν ο υπουργός Εξωτερικών Καλφώφ που ανέφερε τις κατευθυντήριες σχετικά με την προστασία των Ελλήνων στη Βουλγαρία κάτι που βρήκε σύμφωνο και τον Βρετανό αντιπρόσωπο Γκίλμπερτ Μουρέι. Την σειρά πήρε ο Πολίτης που δεν μακρηγόρησε και υπογράμμισε τη συμβολή του διεθνή οργανισμού σε αυτή τη συμφωνία.

Η ειδοποιός διαφορά αυτού του πρωτοκόλλου της Γενεύης με τις Συνθήκες Σεβρών και Νεϊγύ ήταν στο ότι δεν αντιμετωπιζόταν το μειονοτικό πρόβλημα κατά τρόπο γενικό, δηλαδή επί του συνόλου των μειονοτήτων που διαβιούσαν στο κάθε κράτος. Αποτελούσε έναν πιο εξειδικευμένο μηχανισμό προστασίας των μειονοτήτων όπου η Μικτή Επιτροπή είχε πλέον γνωμοδοτικό ρόλο.[3]

Παρά τη σημασία της συμφωνίας, αυτή δεν έτυχε ευρείας απήχησης στην ελληνική κοινή γνώμη η οποία την αντιμετώπισε αδιάφορα αν κρίνουμε την απουσία αναφορών προς αυτήν και την απλή επισήμανση σε εξαιρετικά μικρά άρθρα.[4] Ακόμη δεν έτυχε σχολιασμού ούτε την ελληνικής κυβέρνησης. Η μόνη ίσως εκτενή αναφορά γίνεται στο Ελεύθερο Βήμα με τις ελληνικές δηλώσεις στην ΚτΕ και τη διαδικασία υπογραφής.[5]Στο μεταξύ, η εσωτερική κρίση της χώρας οδήγησε στην πτώση την κυβέρνηση συνασπισμού Σοφούλη και χρέη πρωθυπουργού ανέλαβε ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος στις 7 Οκτωβρίου.

Διαμετρικά αντίθετη ήταν η κατάσταση στη Βουλγαρία όπου το Σύμφωνο έγινε δεκτό με ικανοποίηση και επίσημες κυβερνητικές δηλώσεις.[6] Οι δηλώσεις πραγματοποιήθηκαν και εκτός συνόρων όταν και ο Καλφώφ σημείωσε τη σπουδαιότητά του στον Μουσολίνι. Η Βουλγαρία όμως δεν σταμάτησε εκεί. Σε μια προσπάθεια παρερμήνευσης των όρων ο Βούλγαρος αντιπρόσωπος τον Οκτώβριο προώθησε την επαναφορά του δικαιώματος των ανακλητών προνομίων των μεταναστών κάτι που η Μικτή Επιτροπή ρητά είχε αποφασίσει να μην πραγματοποιείται από την 1η Μαΐου. Ο αντιπρόσωπος Ρόμπεφ κατέληξε σύμφωνος με τη βουλγαρική άποψη με την ελληνική αντίδραση να περιορίζει τις αιτήσεις αφού θα γίνονταν δεκτές κατ’ εξαίρεση. Το γεγονός όμως αυτό κατέδειξε τους μεσοπρόθεσμες επιδιώξεις της Βουλγαρίας κάτι που διέκρινε η ελληνική κυβέρνηση.

Η έντονη αντίδραση στην υπογραφή του πρωτοκόλλου προήλθε από τη Γιουγκοσλαβία καθώς η Ελλάδα αναγνώρισε μόνο την ύπαρξη βουλγαρικής μειονότητας, όπως και υποστήριξε ο πρεσβευτής της στην Αθήνα. Οι διαμαρτυρίες όμως ήταν αβάσιμες, αφού όλες οι διεργασίες, αρχής γενομένης από το 1923, που οδήγησαν στην υπογραφή του πρωτοκόλλου ήταν δημόσιες και το Βελιγράδι απλώς βολιδοσκοπούσε την κατάσταση μένοντας αμέτοχο.[7] Η πιο πιθανή εξήγηση που μπορεί να δωθεί είναι ότι ανέμενε προκειμένου να ανακινήσει τα εκκρεμή θέματα με την Ελλάδα, όπως η ελεύθερη ζώνη στη Θεσσαλονίκη. Η κυβέρνηση Δαβίδοβιτς διατύπωσε και εγγράφως τα παράπονά της και ο σερβικός τύπος, με πρώτη την εφημερίδα «Πολίτικο», άσκησε δριμεία κριτική αν και με αρκετή καθυστέρηση. Η σερβική άποψη υποστήριζε ότι οι Σλάβοι της Μακεδονίας ήταν Σέρβοι και ότι αναγκάσθηκαν να δηλώσουν Βούλγαροι λόγω της τρομοκρατίας της ΕΜΕΟ. Απειλούσε δε, ότι σε περίπτωση επικύρωσης του πρωτοκόλλου θα ερχόταν σε συνδιαλλαγή με τη Βουλγαρία για την διαίρεση της ελληνικής Μακεδονίας σε σφαίρες επιρροής.

Η Σερβία περιήλθε σε μια εσωτερική κρίση διακυβέρνησης[8] και στις αρχές Νοεμβρίου ορκίσθηκε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Πάσιτς που ενστερνίστηκε την άκαμπτη στάση της προηγούμενης στο ζήτημα της επικύρωσης του πρωτοκόλλου. Το απόγευμα της 14ης Νοεμβρίου η σερβική κυβέρνηση, μέσω του πρεσβευτή της στην Αθήνα Μάρκοβιτς έπειτα από μακρά συνάντηση με τον υπ. Εξωτερικών Ρούσσο, προέβη στην καταγγελία της ελληνοσερβικής Συνθήκης Συμμαχίας της 19ης Μαΐου 1913. Διατυπώθηκαν και πρόσθετα παράπονα για το εκκρεμές ζήτημα της ελεύθερης ζώνης του λιμένα Θεσσαλονίκης.[9] Η ελληνική κυβέρνηση έσπευσε να υποβαθμίσει το ζήτημα και ο Μάρκοβιτς ανέλαβε χρέη υφυπουργού στο υπουργείο Εξωτερικών. [10]

Η κυβέρνηση Μιχαλακοπούλου εξουσιοδότησε τον Έλληνα πρεσβευτή Τσαμαδό στο Βελιγράδι να πείσει τη σερβική κυβέρνηση στην τροποποίηση της καταγγελίας ενώ παράλληλα ανέθεσε στον Βενιζέλο τη διευθέτηση του ζητήματος με έκτακτη αποστολή και ζήτησε τη συνδρομή της γαλλικής κυβέρνησης.[11] Ο Βενιζέλος αν και δεν δέχτηκε την αποστολή πρότεινε να γίνει δεκτή η καταγγελία, να διατηρηθεί το φιλικό κλίμα και να απαιτηθεί συνδρομή τρίτων όπως το Συμβούλιο της ΚτΕ. Η καταγγελία επηρέασε και τον διεθνή τύπο αφού κάθε αναταραχή στα Βαλκάνια μπορούσε να έχει πανευρωπαϊκές επιπτώσεις.

Η στάση του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, οι επιδιώξεις της Βουλγαρίας και η αντίδραση των Ελλήνων της Μακεδονίας αποτύπωναν μια έκρυθμη κατάσταση. Προκειμένου η ελληνική κυβέρνηση να μην βρεθεί σε δεινή θέση διεθνώς, επιθυμούσε την εξεύρεση λύσης με τη Γιουγκοσλαβία σε επίπεδο όμως διακανονισμού και όχι υποχώρησης. Αρχικά τήρησε μια στάση εφησυχασμού προς τη Γιουγκοσλαβία εξηγώντας την ότι η συμφωνία δε θα εφαρμοζόταν άμεσα αλλά και τους λόγους που την ώθησαν σε αυτή. Δεδομένου όμως των συνθηκών υιοθέτησε έναν διττό ρόλο. Ανέφερε μεν ότι για το πρωτόκολλο της Γενεύης είχε την πρόθεση να το εφαρμόσει έστω και με τροποποίησή του αλλά παράλληλα πραγματοποιούσε προτάσεις και δηλώσεις προς στην ΚτΕ όπου σημείωνε την ατόνηση του πρωτοκόλλου και την πρόταση ακύρωσης αυτού την 31 Δεκεμβρίου 1924 εφ’ όσον μέχρι τότε δεν επικυρωνόταν.[12] Αν και η ελληνική πρόταση απορρίφθηκε εν τούτοις αποτέλεσε την αφετηρία διεργασιών από μέρους της ΚτΕ προς αυτό τον σκοπό. Η λύση βρέθηκε όταν ο Πόλ Μαντούξ, παράγοντας του τμήματος μειονοτήτων της ΚτΕ, πρότεινε την εισαγωγή του πρωτοκόλλου στην ελληνική Εθνοσυνέλευση προκειμένου να αποφασισθεί η ακύρωσή του αν αποτελούσε απλώς μια τροποποίηση της Συνθήκης των Σεβρών.

Την ίδια στιγμή η βουλγαρική κυβέρνηση στις 18 Δεκεμβρίου του 1924, προκειμένου να αντιταχτεί στον αντιπολιτευτικό τύπο, υπέβαλλε τη νέα συνθήκη προς κύρωση στη βουλγαρική βουλή. Αυτό αποτέλεσε ένα σοβαρό λάθος της βουλγαρικής κυβέρνησης και αργότερα το θεμέλιο για την ακύρωση του πρωτοκόλλου.

Πλέον όμως η κατάσταση απαιτούσε κλιμάκωση των διπλωματικών ενεργειών από μέρους της Ελλάδας και η κυβέρνηση Μιχαλακοπούλου ζήτησε τη συνδρομή και γνώμη του Βενιζέλου για τις επόμενες κινήσεις. Ο τελευταίος υπέδειξε την γρήγορη λύση του ζητήματος προκειμένου να αμβλυνθεί η αντίδραση στον βουλγαρικό τύπο και να παρουσιάσει μια στάση ώστε να δίνεται η εντύπωση του ανώφελου και μάταιου της κύρωσης του πρωτοκόλλου. Σύμφωνα με τον Βενιζέλο, το πρωτόκολλο αποτελούσε την απαρχή αυτονόμησης της Μακεδονίας, μιας μόνιμης άλλωστε επιδίωξης της Βουλγαρίας καθώς και ότι η εφαρμογή του πρωτοκόλλου αποτελούσε έναυσμα αναταράξεων στη Βαλκανική χερσόνησο και όχι επίτευξης λύσης. Ένα ακόμη γεγονός που ευνόησε την ελληνική θέση ήταν η καταδίκη των ενόχων του επεισοδίου Τερλίζ την 13η Ιανουαρίου 1925.[13]

Προκειμένου λοιπόν να πραγματοποιηθεί η ακύρωση αποφασίστηκε η υποβολή του πρωτοκόλλου στην ελληνική Εθνοσυνέλευση με το αιτιολογικό της εισαγωγής στη Σοβράνιε (βουλγαρική Βουλή). Με αυτόν τον τρόπο διασφαλιζόταν και το κύρος της ΚτΕ αλλά και ο ρόλος της που ήταν η διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Το θέμα συζητήθηκε στην ελληνική Εθνοσυνέλευση σε τρεις συνεδριάσεις, στις 28,29 Ιανουαρίου και 2 Φεβρουαρίου. Με 155 εκ των 242 εδρών να παρέχουν εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση αποφασίσθηκε η απόρριψη του πρωτοκόλλου της Γενεύης.

Στη Βουλγαρία, ο πρωθυπουργός Τσανκώφ υποστήριζε ότι η μονομερής ακύρωση εκ μέρους της Ελλάδας δεν αποτελούσε κυβερνητική αποτυχία. Στις 14 Μαρτίου συνήλθε ξανά το Συμβούλιο της Κ.τ.Ε. με πρόεδρο τον υπουργό Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας σερ Όστιν Τσάμπερλαιν. Ο τελευταίος υποστήριξε ότι ο Έλληνας αντιπρόσωπος Πολίτης δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να προσθέσει τον τελευταίο όρο του πρωτοκόλλου στις 29/9/1924. Υπέβαλλε στη συνέχεια ερωτήματα σχετικά με τα μέτρα που πήρε η Ελλάδα στο ζήτημα των μειονοτήτων, το πρόγραμμά της και τι ανάγκες των Σλαβόφωνων έχουν βολιδοσκοπηθεί. Ο Έλληνας αντιπρόσωπος Ελευθέριος Βενιζέλος[14], αντέκρουσε ένα προς ένα τα ερωτήματα επισημαίνοντας την υπεύθυνη στάση της Ελλάδος και επέρριψε ευθύνες μόνο επί προσωπικού, στον Πολίτη και Ανδρέαδη.[15] Το πρωτόκολλο, ανέφερε, ήταν νεκρό από τη στιγμή της υπογραφής του. Οι τοποθετήσεις του Βενιζέλου έγιναν δεκτές και στη συνέχεια παραδόθηκε έγγραφο της ελληνικής απάντησης το οποίο συνάντησε δυσμένειες από τους Ντάμοντ και Κολμπάν για τις γενικές αναφορές του. Εν τέλει στη συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 1925 αποφασίστηκε η ανάκληση της ελληνικής υπογραφής θέτοντας και τυπικά την ταφόπλακα στο πρωτόκολλο.

Βιβλιογραφία.

Μουσείο Μπενάκη, Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου (ΑΕΒ).
Φάκελοι 1, 037, 044, 272.
Αρχεία Κοινωνίας των Εθνών (ΑΚτΕ).
Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (ΑΥΕ).

Φάκελοι
Α/5 /ΧΙΙ/11 «Βουλγαρία. Πρακτικά μικτής ελληνοβουλγαρικής επιτροπής» Α/5/ΧΙΙ/10 «Φάκελος επεισοδίου Τερλίς»
Α/5/ΧΙΙ/9 «Βουλγαρική προπαγάνδα στη Μακεδονία»
Α/5 /ΧΙΙ/8 «Ελληνοβουλγαρικά»
Α/5 /ΧΙΙ/7 «Περί Βουλγαρίας. Οικονομική κατάσταση»
Α/5/ΧΙΙ/3 «Επάνοδος Βουλγάρων καταφυγόντων εις Βουλγαρίαν»
Α/5/Χ «Περι Σερβίας. Καταγγελία Ελληνοσερβικής Συμμαχίας»
Α/2 «Κομμουνιστική δραστηριότης»
Β/59/6 «Ζητήματα Μικτής Ελληνοβουλγαρικής Επιτροπής»
Β/59/4«Μικτή Ελληνοβουλγαρική Μετανάστευση»
Β/59/2 «Μικτή Ελληνοβουλγαρική Μετανάστευση»
Β/37/1 «Πρωτόκολλο Γενεύης για τις μειονότητες»
Β/45 «Φάκελος Μεταναστέυσεως»
Γ.109/12 «Τύπος 1924»
Γ.109/8 «Τύπος Διάφορα»
Γ.109/7«Τύπος Διάφορα»

J.D.Tache, Treaty of peace between the Allied and Associated Powers and Bulgaria and protocol, Signed at Neuilly-sur-Seine, November 27, 1919, Ottawa, 1920.
British Stationery Office, Treaty Series No11 (1920), Treaty of Peace with Turkey, London, 1920.
Σ. Πλουμίδης, Η ελληνοβουλγαρική κρίση του 1924-1925, ο πόλεμος της ζωοκλοπής, εκδ. Γόρδιος, Αθήνα, 2006 .
Σ. Σφέτας, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, Από τον Μεσοπόλεμο στη λήξη του Ψυχρού Πολέμου (1919-1989), τόμ.β’, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2011.
Α.Τούντα-Φεργάδη, Ελληνο-Βουλγαρικές μειονότητες, Πρωτόκολλο Πολίτη Καλφώφ 1924-1925, Ι.Μ.Χ.Α., Θεσσαλονίκη, 1986.
Α. Τούντα-Φεργάδη, Θέματα Ελληνική Διπλωματικής Ιστορίας (1912-1941), εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 2005.

Ημερήσιος Τύπος.
«Σκριπ», «Εμπρός», «Μακεδονία», «Ριζοσπάστης», «La Bulgarie».

[1] Στις 26 Ιουλίου 1924 πλησίον του χωριού Τερλίζ, σύμφωνα με τους δυο αντιπρόσωπους της Μικτής Επιτροπής της Κ.τ.Ε. Κορφέ και ντε Ρούβερ που διατύπωσαν τα πορίσματα της έρευνας, «..ακούστηκαν πυροβολισμοί και εκτοξεύθηκαν 6 έως 7 χειροβομβίδες. Ο ταγματάρχης Ευάγγελος Καλαμπαλίκης (σ.σ. ο διοικητής του 8ου Τάγματος προκαλύψεως και επικεφαλής αξιωματικός της υποδιοικήσεως Ζυρνόβου ) απέδωσε την επίθεση σε Βούλγαρους κομιτατζήδες και διέταξε τη σύλληψη 60 με 70 Βουλγάρων από τα τρία χωριά τους οποίους θεώρησε υπόπτους». Από την επίθεση τραυματίστηκε ένας Σλαβόφωνος άμαχος. Την επόμενη μέρα το πρωί ο ταγματάρχης έστειλε 27 από τους συλληφθέντες στο χωριό Βροντού συνοδευόμενους από 10 ενόπλους υπό τον υπολοχαγό Ιωάννη Δοξάκη. Ο τελευταίος τους είχε δέσει τα χέρια ανά δύο με σκοινί και παρατεταγμένους κατά μήκος. Στη συνέχεια έλαβε πορεία μέσω ενός δύσβατου ορεινού μονοπατιού που χρησιμοποιούνταν σπάνια. Μετά από 5-6 ώρες επέστρεψε και ανέφερε ότι έπεσε σε ενέδρα κομιτατζήδων. Οι κρατούμενοί του επωφελούμενοι τη σύγχυση της μάχης προσπάθησαν να δραπετεύσουν και φόνευσε 17 εξ αυτών.

[2]Εφημ. Εμπρός, 1/9/1924, σελ.4. Αναδημοσίευση της Guardian» στο οποίο αναφέρεται ότι ολόκληρο το παγκόσμιο ενδιαφέρον θα στραφεί προς τη Γενεύην κατά την προσεχή εβδομάδα». Τα θέματα που αφορούσαν την Ελλάδα ήταν το προσφυγικό δάνειο, η βουλγαρική έξοδος στο Αιγαίο και η θέση των Αλβανών μουσουλμάνων. Εξαιρετικά σημαντική αποτέλεσε η απόπειρα της βουλγαρικής αντιπροσωπείας και των βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων να θίξουν θέμα ανεξαρτησίας της Μακεδονίας.(Εφημ. Μακεδονία, 1/10/1924, σελ.1) Το Συμβούλιο αρνήθηκε την αναφορά σ’ αυτό.

[3] Α. Τούντα-Φεργάδη, Ελληνο-Βουλγαρικές μειονότητες, σελ.81

[4] Εφημ. Σκριπ, 30/9-1/10,1924,σελ.2 και 4 αντίστοιχα.

[5] Α. Τούντα-Φεργάδη, Ελληνο-Βουλγαρικές μειονότητες, σελ.85

[6] Εφημ. Μακεδονία, 1/10/1924,σελ.4 και Εφημ. Εμπρός, 7/10/1924, σελ.4 όπου σε αναδημοσίευση του «Παρισινού Χρόνου» αναφέρεται η ικανοποίηση του υπουργού Εξωτερικών Καλφώφ για το πρωτόκολλο που αποτελεί «..σημαντικόν βήμα προς αποκατάστασιν των ομαλών σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών».

[7] Εφημ. Εμπρός, 19/11/1924, σελ.4

[8] Εφημ. Εμπρός, 2/11/1924,σελ.3.

[9] Εφημ. Εμπρός και εφημ. Σκριπ, 19/11/1924, σελ.4 και 1 αντίστοιχα.

[10] Ό.π. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ανέφερε ότι «το ζήτημα της καταγγελίας της συνθήκης δεν το ανακινήσαμεν εμείς», ενώ ο Έλληνας υπ.Εξ. «Σταθείτε πρώτα να ορισθεί η έναρξις αυτών »(των διαπραγματεύσεων).

[11]Α. Τούντα-Φεργάδη, Ελληνο-Βουλγαρικές μειονότητες, σελ.98

[12] Μουσείο Μπενάκη, ΑΕΒ, Φακ. 044/09, αρ.πρ.173/9-4172. Στην παραπάνω ενέργεια υποβάθμισης του πρωτοκόλλου συμφώνησε απόλυτα και ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναφέροντας ότι η κυβέρνηση «άριστα έπραξε καταλήξσα εις απόφασιν να αναλάβει αυτή μετ’ ευθύτητος ευθύνην ατονήσεως πρωτοκόλλου.».

[13]Εφημ. Μακεδονία, 13/1/1925, σελ.1 Η καταδίκη του υπολοχαγού Δοξάκη ορίσθηκε στην επιβολή φυλάκισης 15 ετών από το 3ο Τακτικό Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, αλλά το επόμενο έτος αποφυλακίστηκε και συνέχισε την υπηρεσία του στις Σέρρες, ενώ τα θύματα δεν αποζημιώθηκαν.

[14]Μουσείο Μπενάκη, ΑΕΒ, Φακ. 044/26, αρ.πρ. 1959. Η εκπροσώπηση έγινε έπειτα από τηλεγράφημα του Μιχαλακόπουλου στον Βενιζέλο στο οποίο αναφέρει μεταξύ άλλων ότι « Το προσωπικόν υμών κύρος και η επιρροή παρά Κ.Ε. ής υπήρξατε εις των πρώτων εργατών θα συντελέσωσι τα μέγιστα όπως εις ζητήματα ταύτα αναγνωρισθεί δίκαιον.»

[15]Μουσείο Μπενάκη, ΑΕΒ, Φακ. 272/11, αρ.πρ. 173/11Ο Βενιζέλος είχε ήδη πληροφορήσει με επιστολή τον Πολίτη για τη στάση που θα κρατούσε «..εφ’ όσον δεν ειμπορεί ν’ αποδοθή δολία προαίρεσις..» προκειμένου να απενοχοποιηθεί η κυβέρνηση.

ΕΠΑΛΞΗ

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.