Τρόμος στο μεσαιωνικό πεδίο μάχης: Ο Νορμανδός ιππότης

Τον 11ο αιώνα κανένας πολεμιστής δεν έχαιρε μεγαλύτερου κύρους από τους ιππότες της Νορμανδίας. Θεωρούμενοι ως το πιο επίφοβο βαρύ ιππικό στην Ευρώπη, οι Νορμανδοί εξόρμησαν από το βόρειο γαλλικό δουκάτο τους για να δημιουργήσουν βασίλεια από τις πεδιάδες της Σκωτίας έως την συριακή Έδεσσα στον ποταμό Ευφράτη.

Είτε υπηρετώντας ως μισθοφόροι σε ξένη υπηρεσία, είτε ακολουθώντας τα λάβαρα των δικών τους πολέμαρχων, η καταστροφική έφοδός τους κέρδισε την νίκη σε εκατοντάδες πεδία μαχών.
Σύμφωνα με το Αγγλοσαξωνικό Χρονικό, το 876 ένας Βίκινγκ πολέμαρχος ονόματι Ρόλλο έφτασε στην βόρεια Γαλλία, εκτελώντας επιδρομές κατά μήκος της κοιλάδας του Σηκουάνα. Αφού πέρασε δεκαετίες εκστρατεύοντας μαζί με άλλες ομάδες Βίκινγκ, το 911 ο Γάλλος βασιλιάς Κάρολος Γ’ τον εξαγόρασε παραχωρώντας του μια επικράτεια με επίκεντρο την πόλη Ρουέν. Σε αντάλλαγμα βαπτίστηκε Χριστιανός λαμβάνοντας το όνομα Ροβέρτος και έγινε υποτελής της Γαλλίας. Αυτός ο κλήρος γης αποτέλεσε την απαρχή του Δουκάτου της Νορμανδίας.

Ο Ρόλλο/Ροβέρτος εξάπλωσε την κυριαρχία του προς όλες τις κατευθύνσεις, δίνοντας γαίες στους Βίκινγκ ακόλουθούς του με αντάλλαγμα την υποτέλειά τους. Αυτοί οι νέοι γαιοκτήμονες, που έμειναν γνωστοί ως «Νορμανδοί», υιοθέτησαν πλήρως τον γαλλικό φεουδαλισμό. Μέχρι τον θάνατό του το 932, ο 86χρονος Ρόλλο/Ροβέρτος είχε δημιουργήσει ένα ισχυρό φεουδαρχικό δουκάτο που εκτεινόταν από την Βρετάνη μέχρι την Φλάνδρα και νότια μέχρι την κομητεία του Μαιν. Οι κληρονόμοι του συνέχισαν την πολιτική του και μέχρι το 1050 το νορμανδικό δουκάτο ήταν το ισχυρότερο στην Γαλλία, ανεξάρτητο σε όλα εκτός από το όνομα.

Έχοντας συνάψει γάμους με ντόπιες Γαλλίδες, μέχρι την δεύτερη γενιά τα γαλλικά είχαν γίνει η γλώσσα των Νορμανδών. Όμως, αν και αυτοί οι Νορβηγο-δανοί επήλυδες εγκατέλειψαν την γλώσσα και τα ντράκαρ τους, δεν έχασαν την νοοτροπία του επιδρομέα. Από την σέλλα πλέον, γρήγορα έγιναν ειδήμονες στις τακτικές του φραγκικού βαρέως ιππικού και ίσως να τις βελτίωσαν κιόλας. Μέσα σε έναν αιώνα, περιπλανώμενοι Νορμανδοί πολεμούσαν επί πληρωμή σε ξένους στρατούς, όπου οι υπηρεσίες τους ήταν περιζήτητες.

Αν και οι νορμανδικοί στρατοί ήταν ως επί το πλείστον ισορροπημένες δυνάμεις ιππικού, βαρέως πεζικού και τοξοτών (ή βαλιστροφόρων) και οι νορμανδικές τακτικές έδιναν έμφαση στον συνδυασμό των όπλων, ήταν η δύναμη του βαρέως ιππικού τους που έκανε τον 11ο αιώνα να είναι ο αιώνας των Νορμανδών.

Η καρδιά του νορμανδικού ιππικού ήταν οι Νορμανδοί ιππότες. Η Άννα Κομνηνή, η Βυζαντινή πριγκίπισσα και ιστοριογράφος, έγραψε πως η έφοδος του «Φράγκου ιππότη» ήταν τόσο ισχυρή ώστε μπορούσε «να διαπεράσει τα τείχη της Βαβυλώνας». Η αναφορά της βασιζόταν στην βυζαντινή εμπειρία με τους Νορμανδούς (Βυζαντινοί και Σαρακηνοί συνήθιζαν να αποκαλούν όλους τους δυτικοευρωπαίους «Φράγκους», ανεξαρτήτως εθνικότητας), οπότε μιλάει σαφώς γι’αυτούς τους εκπληκτικούς μαχητές.

Κάποια στιγμή μεταξύ του 10ου και του 11ου αιώνα, έλαβαν χώρα δύο αλλαγές στον εξοπλισμό του ιππικού των Φράγκων (και των Νορμανδών) που αύξησαν θεαματικά την αποτελεσματικότητά του. Η πρώτη είχε να κάνει με την σέλλα και τον αναβολέα. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, το μπρος και το πίσω άκρο της σέλλας ψήλωσαν, δίνοντας στον ιππότη καλύτερη στήριξη κατά την κρούση όταν εκτελούσε έφοδο με την λόγχη του και μεγαλύτερη ασφάλεια όταν τον έπλητταν. Οι αναβολείς έγιναν μακρύτεροι, επιτρέποντας στον ιππότη να στέκεται μάλλον, παρά να κάθεται στην σέλλα. Αυτό ήταν εξαιρετικά σημαντικό όταν χτυπούσε με το ξίφος, ειδικά προς τα κάτω εναντίον πεζικού. Αυτές οι βελτιώσεις στην ιππική σκευή ενθάρρυναν την δεύτερη καινοτομία, αυτήν την φορά μια τεχνική οπλομαχίας που θα έφερνε την επανάσταση στον ιππικό πόλεμο.

Από τα αρχαία χρόνια, η ιππική λόγχη υπήρξε όπλο νύξης ή ρίψης. Ο οπλισμένος με αυτήν ιππέας είτε την έριχνε στον αντίπαλο πριν την σύγκρουση και μετά συνέχιζε την μάχη με σπαθί, κεφαλοθραύστη ή πέλεκυ, είτε την κρατούσε στο χέρι και την χρησιμοποιούσε ως νυκτικό δόρυ, με κάτω ή άνω λαβή (και καμιά φορά ακόμα και με τα δύο χέρια, χωρίς ασπίδα). Όμως, κάποια στιγμή κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, η λόγχη άρχισε να χρησιμοποιείται υπό μάλης, κρατημένη σφιχτά ανάμεσα στο μπράτσο και το πλευρό. Αυτή η λαβή είναι ευρέως γνωστή σήμερα ως η κλασική τεχνική της κονταρομαχίας και έγινε δυνατή χάρη στην επινόηση της ψηλής σέλλας και του μακρού αναβολέα. Αν και μέχρι την μάχη του Χέιστινγκς το 1066 οι περισσότεροι Νορμανδοί ιππότες εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν την νύξη ή την ρίψη με άνω λαβή, η λαβή υπό μάλης θα γινόταν κυρίαρχη κατά τον 12ο αιώνα και, σε συνδυασμό με τις εξαιρετικές ράτσες μεγαλόσωμων πολεμικών αλόγων της φραγκικής Ευρωπης και την εκπληκτική για τους λαούς της Μεσογείου σωματοδομή των βόρειων λαών, θα έδινε στους Φράγκους και κατ’επέκταση στους Νορμανδούς ιππότες κρίσιμο πλεονέκτημα στα πεδία μαχών της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Ως δευτερεύον όπλο, ο ιππότης είχε ένα μεγάλο ξίφος. Όταν η λόγχη έσπαζε ή ριπτόταν, ο ιππότης ξιφουλκούσε και χρησιμοποιούσε το σπαθί. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ταυτόχρονου εξαιρετικού χειρισμού του ξίφους και ιππευτικής ικανότητας, γίνεται αναφορά στις πηγές για τον τροβαδούρο ιππότη του Γουλιέλμου Taillefer, ο οποίος προηγείτο του πρώτου κύματος επίθεσης των Νορμανδών κατά τη μάχη του Χέιστινγκς πετώντας και ξαναπιάνοντας το ξίφος του στον αέρα κατ’επανάληψη κατά την διάρκεια τροχασμού ή καλπασμού και ενώ τραγουδούσε στροφές από το Έπος του Ρολάνδου!.

Για άμυνα ο Νορμανδός ιππότης φορούσε έναν αλυσιδωτό θώρακα που του κάλυπτε τον κορμό, έφτανε μέχρι το γόνατο και κάλυπτε τουλάχιστον μέχρι τα μπράτσα. Κατά την διάρκεια του 11ου αιώνα, τα μανίκια μάκρυναν και μέχρι τα μέσα του 12ου οι περισσότεροι καλοεξοπλισμένοι ιππότες είχαν επιπρόσθετα αλυσιδωτά γάντια και παντελόνια. Τον εξοπλισμό του ιππότη συμπλήρωνε μια αμυγδαλόσχημη ασπίδα που κάλυπτε το αριστερό πλευρό από τον ώμο ως την κνήμη.

Φαίνεται πως υπήρχαν δύο τάξεις ιπποτών: εκείνοι που όφειλαν υπακοή και υπηρεσία σε αντάλλαγμα για γη και εκείνοι που μάχονταν επί πληρωμή. Οι πρώτοι, που καλούνταν αρχικά milites, θεωρούνταν πως ήταν σε πιο αξιότιμη θέση, και έτσι είχαν μεγαλύτερο κύρος από τους μισθοφόρους stipendiarii. Όμως αυτή η διάκριση είχε μικρή κοινωνική σημασία, καθώς στην πράξη η πρώιμη ιπποσύνη ήταν σε κατώτερη κοινωνική στάθμη από ό,τι κατά τον ύστερο Μεσαίωνα.

Κύρια τακτική μονάδα ήταν η «σφήνα» (conrois) των 20-30 ανδρών. Αυτοί εκπαιδεύονταν να εκτελούν έφοδο σαν μονάδα, σε πολύ πυκνή τάξη, να ελίσσονται, να στρίβουν, να αλλάζουν σχηματισμό, ακόμα και να χρησιμοποιούν την εξελιγμένη τακτική της προσποιητής φυγής. Κάθε «σφήνα» διατηρούσε την ακεραιότητα και την συνοχή της στο πεδίο της μάχης με την συσπείρωσή της γύρω από ένα λάβαρο και υπό την διοίκηση ενός πρεσβύτερου ιππότη ή κατώτερου άρχοντα στον οποίο όλη η μονάδα όφειλε υπακοή. Ήταν η συνοχή και η ευελιξία αυτών των μικρών, συμπαγών «σφηνών» που καθιστούσαν τους Νορμανδούς τόσο αποτελεσματική και επικίνδυνη δύναμη στο πεδίο της μάχης.

Οι νορμανδικές κατακτήσεις του Μεσαίωνα

Η γη στην Νορμανδία ήταν πολύ λίγη για να ανταποκριθεί στις ανάγκες ενός αυξανόμενου αντρικού πληθυσμού και από πολύ νωρίς, κατά τον 11ο αιώνα, οι δευτερότοκοι γιοι των Νορμανδών ευγενών εξορμούσαν σε άλλες χώρες σε αναζήτηση εργοδότη.

Μερικοί κατευθύνθηκαν νότια στην Ιταλία, όπου κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα νέο νορμανδικό δουκάτο υπό την δυναστεία των Ντ’Ωτεβίλ, και από κει στους Αγίους Τόπους, όπου o πρίγκιπας του Τάραντα Βοημούνδος Ντ’Ωτεβίλ συνέστησε το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας. Πίσω στην πατρίδα δε, οι Νορμανδοί που ακολούθησαν τον δούκα Γουλιέλμο τον Νόθο στην επιτυχημένη εισβολή και κατάκτησή του, έγιναν τελικά κυρίαρχοι της Βρετανίας.

Σε όλες τις εκστρατείες τους, ο συνδυασμός της κρούσης του νορμανδικού βαρέως ιππικού, με την βροχή τοξευμάτων τοξοτών ή βαλιστροφόρων αποδείχτηκε ασταμάτητoς, «παντρεύοντας» τον τρόπο μάχης των Βίκινγκ με την κυριαρχία του βαρέως ιππικού στα ευρωπαϊκά πεδία μάχης του Μεσαίωνα.

, , ,

1 thought on “Τρόμος στο μεσαιωνικό πεδίο μάχης: Ο Νορμανδός ιππότης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.