Τὸ Πάσχα τῶν Ρωμιῶν τῆς Πόλης μέσα ἀπὸ τὶς μνῆμες μίας Κωνσταντινουπολίτισσας

Πάσχα στὴ Κωνσταντινούπολη, στὰ γαλάζια νερὰ τοῦ Βοσπόρου, σὲ μία πόλη ὄνειρο. Πόσο διαφορετικὸ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπὸ τὸ Πάσχα στὴν Ἑλλάδα;Μία Κωνσταντινουπολίτισσα, ἡ κ. Μαίρη Μαυρομμάτη, ποὺ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’60, περιγράφει τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων τῆς Πόλης, ὅπως τὸ ἔζησε ἡ ἴδια γιὰ δεκαετίες. «Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα στὴν Πόλη ἄρχιζε με αυστηρὴ νηστεία ποὺ τελείωνε τὸ Μεγάλο Σάββατο. Τρώγαμε νερόβραστα φαγητά. Στὸ τραπέζι κυριαρχοῦσαν οἱ ἐλιές, ὁ ταραμάς, τὰ λαχανικά, τὰ ὄσπρια, τὸ χοσάφι, δηλαδὴ ἡ κομπόστα ἀπὸ ξερὰ φροῦτα, ξερὰ βερίκοκα, δαμάσκηνα, σταφίδες. Οἱ φακὲς ἦταν τὸ φαγητὸ τῆς Μεγάλης Πέμπτης καὶ ὅσοι μεταλάμβαναν, συνήθως τὰ παιδιά, τὶς ἔτρωγαν μὲ λάδι.Οἱ νοικοκυρὲς ἀπὸ τη Μεγάλη Δευτέρα αρχιζαν τὶς προετοιμασίες γιὰ τὸ Πάσχα. Τὰ πρωινὰ καθάριζαν καὶ συγύριζαν τὰ σπίτια καὶ κάθε ἀπόγευμα, ὅλη τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, πήγαιναν στὴν ἐκκλησία.
Τη Μεγάλη Πέμπτη εβαφαν αὐγὰ καὶ μαγείρευαν φακές. Τὸ πρῶτο αὐγὸ ποὺ ἔβαφαν κόκκινο τὸ ἔβαζαν στὸ εἰκονοστάσι καὶ πετοῦσαν αὐτὸ ποὺ εἶχαν ἀπὸ τὸ προηγούμενο Πάσχα στὴ θάλασσα -ὄχι στὰ σκουπίδια. Τὰ σπιτικὰ πολίτικα τσουρέκια τὰ ζύμωναν μὲ μαστίχα καὶ μαχλέπι καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ψησίματος μοσχοβολοῦσε ὅλο τὸ σπίτι.

Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωὶ οἱ πιστοὶ μάζευαν λουλούδια γιὰ τὸν στολισμὸ τοῦ Ἐπιταφίου. Γαρύφαλλα, βιολέτες, κρίνοι, μοσχοβολοῦσαν μέσα στοὺς ναούς. Στὴ συνέχεια, οἱ πιστοὶ παρακολουθοῦσαν τὴν Ἀποκαθήλωση καὶ μετὰ προσκυνοῦσαν σὲ ἑπτὰ ἐκκλησίες τοὺς Ἐπιταφίους, περνώντας τρεῖς φορὲς κάτω ἀπὸ τὸ κουβούκλιο.

Ἐπίσης, οἱ Ρωμιοὶ πήγαιναν στὴν ἐκκλησία τῶν Ταξιαρχῶν, στὸν Μπαλατά, σὲ μία περιοχὴ κοντὰ στὸ Πατριαρχεῖο, γιὰ νὰ περάσουν ἀπὸ τὴ ζουλόπετρα: ἀπὸ μία τρύπα στὸν τοῖχο τῆς ἐκκλησίας ποὺ «βγάζει» σὲ ἕνα μικρὸ δωμάτιο. Περνοῦσαν τρεῖς φορὲς ἀπὸ τὴ ζουλόπετρα γιὰ νὰ ἔχουν καλὴ τύχη.

Ἐξάλλου, ἡ Μεγάλη Παρασκευὴ ἦταν ἡ μέρα τοῦ νεκροταφείου. Οἱ πιστοὶ πήγαιναν στοὺς τάφους γιὰ νὰ κάνουν τρισάγιο γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῶν ψυχῶν. Αὐτὴ τὴ μέρα οἱ νοικοκυρὲς δὲν ἔκαναν δουλειὲς στὸ σπίτι. Ἀναβαν μόνο τὸ καντήλι τοῦ σπιτιοῦ καὶ θυμίαζαν. Τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἡ περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου γινόταν στὸ προαύλιο τῆς ἐκκλησίας. Πρέπει νὰ πῶ ὅτι στὴν Ἀθήνα τοῦ ’60 εἶδα γιὰ πρώτη φορὰ ἀνθρώπους νὰ παρακολουθοῦν ἀπὸ τὰ καφενεῖα καὶ ἀπὸ τὰ ἀνοικτὰ καταστήματα τὴν περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου καὶ μοῦ χρειάστηκε πολὺς χρόνος γιὰ νὰ συνηθίσω τὸ θέαμα αὐτό. 

Στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ πρωὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου οι πιστοὶ μεταλάμβαναν. Οἱ νοικοκυρὲς μέχρι τὸ ἀπόγευμα τελείωναν τὶς προετοιμασίες γιὰ τὴν Ἀνάσταση και το βράδυ τοῦ Σαββάτου πηγαιναν οἰκογενειακῶς στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ πάρουν τὸ Ἅγιο Φῶς. Μετὰ τὸ «δεῦτε λάβετε φῶς» ἀναβαμε τὴ λαμπάδα μας ἀπὸ τὴ λαμπάδα τοῦ δεσπότη καὶ ἀκολουθοῦσε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» ποὺ ἔψαλλαν ὅλοι μαζὶ οἱ πιστοί. Ἔχοντας πάρει τὸ Ἅγιο Φῶς, γυρίζαμε σπίτι σταυρώναμε τρεῖς φορὲς τὸ πάνω ξύλο τῆς κάσας τῆς ἐξώπορτας καὶ ἀναβαμε τὸ καντήλι. 

Στὸ σπίτι περίμενε τὸ στρωμένο τραπέζι μὲ πρῶτο πιάτο τὴ σούπα μὲ ζωμὸ κότας ἢ ἀρνίσιου κρέατος μὲ ρύζι καὶ αὐγολέμονο. Σὲ κάποια σπίτια ἔτρωγαν μαγειρίτσα, σύμφωνα μὲ τὸ ἑλληνικὸ ἔθιμο. Στὸ δεῖπνο τσουγκρίζαμε πρῶτα τὰ κόκκινα αὐγὰ ποὺ τὰ συνόδευε μαρουλοσαλάτα μὲ φρέσκο κρεμμυδάκι καὶ μπόλικο ἄνιθο. Τυρὶ -συνήθως κασέρι- τσουρέκι καὶ παστουρμὰς εἶχαν τὴν τιμητική τους. 

Το μεσημέρι τῆς Ἀναστασης οι νοικοκυρὲς στόλιζαν τὸ γιορτινὸ τραπέζι μὲ λευκὰ τραπεζομάντηλα, κολλαριστὲς πετσέτες, καλὰ σερβίτσια, καὶ κρυστάλλινα ποτήρια. Στὸ κέντρο τοῦ τραπεζιοῦ κυριαρχοῦσαν τὰ κόκκινα αὐγὰ καὶ μεταξύ τους ὑπῆρχαν καὶ κάποια, βαμμένα μὲ κρεμμυδότσουφλα, ποὺ εἶχαν χρῶμα κεραμιδί. Τὸ γεῦμα ἄρχιζε μὲ τσούγκρισμα αὐγῶν, ἀκολουθοῦσαν τὰ ὀρεκτικὰ -ντολμαδάκια γιαλαντζὶ μὲ μπόλικο δυόσμο καὶ ἄνιθο, ἡ μαρουλοσαλάτα, οἱ ἀγκινάρες καὶ ἄλλοι πολίτικοι μεζέδες, ὅπως σουτζούκια, τυρί, συνήθως κασέρι, καπνιστὴ γλώσσα, ρωσικὴ σαλάτα. Κυρίως πιάτο ἦταν τὸ φουρνιστό, δηλαδὴ ἀρνάκι μὲ πατάτες στρογγυλές, φρέσκες, μὲ φρέσκια σάλτσα ντομάτας, ψημένο στὸ φοῦρνο. Ἀκολουθοῦσαν τὸ ἐπιδόρπιο, τὰ φροῦτα καὶ ὁ μπακλαβάς. Στὶς 4 τὸ ἀπόγευμα πηγαίναμε στὴν ἐκκλησία γιὰ τὴ δεύτερη Ἀνάσταση, ὅπου διάκος καὶ παπάδες διάβαζαν τὸ Εὐαγγέλιο σὲ πολλὲς ξένες γλῶσσες. 

Ἔτσι ἔκλεινε ὁ κύκλος τῆς μεγάλης γιορτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν Κωνσταντινούπολη».

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
ΡΩΜΑΙΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.