«Φακιόλιον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν»

Η φράση του υψηλού αξιωματούχου του κράτους της Κωνσταντινούπολης Λουκά Νοταρά «κρειτόττερόν εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν» που λέγεται ότι ειπώθηκε δύο μήνες πριν από την Άλωση του 1453, μόνο ειρωνικά ή διδακτικά αντιμετωπίζεται πλέον στον δημόσιο διάλογο. Δηλαδή, το ότι οι ανθενωτικοί προτιμούσαν να κατακτηθεί η πόλη (αν ήταν να κατακτηθεί) από τους Οθωμανούς παρά από τους Φράγκους (με τη συνακόλουθη πλήρη υποταγή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις παπικές θεολογικές και οργανωτικές επιταγές) παρουσιάζεται από πολλούς -και επιστημονικούς- κύκλους, ως ιστορική αιτία της νεοελληνικής καθυστέρησης και παράδειγμα προς αποφυγήν. Αυτή η εικόνα έχει σχέση με την ιστορική πραγματικότητα ή είναι μία ανιστορική κατασκευή που είναι απλά συμβατή με τη νεοελληνική προσέγγιση γεωπολιτικής κατεύθυνσης και με τη σύγχρονη αντίληψη για την Ευρώπη, την οποία εύκολα μεταφέρουμε στο παρελθόν ;

Πλέον, η νεώτερη έρευνα που μελετά συγκριτικά την τουρκική και φραγκοβενετική κυριαρχία στον ελληνικό χώρο, φαίνεται να κλίνει προς τη δεύτερη απάντηση. Διαβάζουμε από το βιβλίο «Χριστιανοί και μουσουλμάνοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία»(Ελένη Γκαρά-Γιώργος Τσεδόπουλος) το οποίο διατίθεται ως πανεπιστημιακό σύγγραμμα :

«Πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης ο φιλόσοφος και θεολόγος Γεννάδιος Σχολάριος ήταν γνωστός ως ένας από τους ηγέτες της λεγόμενης «ανθενωτικής» παράταξης, αν και ως μέλος της βυζαντινής αντιπροσωπείας που είχε διαπραγματευθεί την ένωση των Εκκλησιών (με αντάλλαγμα την υπόσχεση στρατιωτικής βοήθειας) την είχε κι εκείνος υπογράψει στη Φλωρεντία το 1439. Τα χρόνια πριν από την Άλωση οι ανθενωτικοί είχαν φθάσει να αντιμετωπίζουν με λιγότερη καχυποψία τους μουσουλμάνους Οθωμανούς απ’ ό,τι τους καθολικούς «Φράγκους» (Ζαχαριάδου,1996: 32-35). Τη στάση αυτή αντικατοπτρίζει η περίφημη φράση «κρειτόττερόν εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν» (με άλλα λόγια, καλύτερα να δούμε στην Πόλη κυρίαρχους τους μουσουλμάνους παρά τους καθολικούς), που αποδίδεται στον υψηλό αξιωματούχο Λουκά Νοταρά και η οποία, σύμφωνα με τον βυζαντινό ιστορικό Δούκα, ειπώθηκε δυο μήνες πριν από την Άλωση, όταν ήδη είχε αρχίσει η πολιορκία (Ζαχαριάδου, 1994: 135). Ο κύριος λόγος για την προτίμηση των μουσουλμάνων   έναντι των καθολικών σε αυτή τη λογική της επιλογής μεταξύ δύο κακών ήταν ότι υπό ισλαμική κυριαρχία η Εκκλησία είχε μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης απ’ ό,τι υπό τους Λατίνους. Γενικότερα, η ιστορική εμπειρία μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204 είχε δείξει πως οι συνθήκες ζωής των ορθοδόξων στις υπό λατινική κυριαρχία περιοχές ήταν χειρότερες απ’ ό,τι στις μουσουλμανικές ηγεμονίες (Ζαχαριάδου, 1994:137). Διόλου παράξενα, στο συρρικνωμένο Βυζάντιο των τελευταίων χρόνων πριν από την Άλωση, είχαν δημιουργηθεί οι όροι της συμφιλίωσης με το ενδεχόμενο της οθωμανικής επικράτησης, κυρίως στους εκκλησιαστικούς κύκλους (Κιουσοπούλου, 2001: 33).
Ήταν λοιπόν λογική η επιλογή του Μεχμέτ Β ́ να επιλέξει ως πατριάρχη τον Γεννάδιο. Το καλοκαίρι
του 1453 ο σουλτάνος, ακολουθώντας πιθανότατα τις υποδείξεις των χριστιανών αυλικών του, αναζήτησε τον
ανθενωτικό ηγέτη στην Αδριανούπολη όπου ζούσε ως αιχμάλωτος και τον αναβίβασε στο αξίωμα, παραχωρώντας του επίσημη αναγνώριση. Τον Ιανουάριο του 1454 η ανάρρηση του Γενναδίου επικυρώθηκε σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό με την εκλογή του ως πατριάρχη από σύνοδο των επισκόπων, η οποία απλώς επιβεβαίωσε τη σουλτανική επιλογή (Ζαχαριάδου, 1996: 41-48). Ωστόσο, όσο λογική κι αν ήταν η επιλογή του συγκεκριμένου προσώπου, η ίδια η ανασύσταση του πατριαρχικού θεσμού με την επίσημη αναγνώριση του Γενναδίου από τον σουλτάνο δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε αναμενόμενη πράξη. Η Κωνσταντινούπολη είχε κυριευτεί μετά από πολιορκία («από σπαθίου», όπως γράφουν οι ελληνικές πηγές της εποχής) και σύμφωνα με τον ισλαμικό ιερό νόμο οι κάτοικοί της είχαν απωλέσει κάθε δικαίωμα σε θρησκευτικές, φορολογικές και περιουσιακές ελευθερίες, τις οποίες θα δικαιούνταν αν είχαν παραδώσει την πόλη στους Οθωμανούς. Όμως, αν και οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης εξανδραποδίστηκαν και οι περιουσίες τους λεηλατήθηκαν, ο σουλτάνος προχώρησε στον διορισμό πατριάρχη, αναγνωρίζοντας έτσι την ορθόδοξη κοινότητα της παλιάς βυζαντινής πρωτεύουσας και καθιστώντας την έδρα της Εκκλησίας. Στόχος του, όπως επισημαίνει η Ελισάβετ Ζαχαριάδου (1996: 60), ήταν να προσελκύσει χριστιανούς από άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας στην έρημη πια από τις λεηλασίες Κωνσταντινούπολη και παράλληλα να κερδίσει τη νομιμοφροσύνη τους».
, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.