Φιλομήλιο 1117: Ο Αλέξιος Κομνηνός συντρίβει τους Σελτζούκους

To 1101 μ.Χ η νέα πολιτειακή διαίρεση της Μικράς Ασίας είχε αποκρυσταλλωθεί. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός είχε χρησιμοποιήσει επιδέξια την σταυροφορική ισχύ για να ανακτήσει από τους Τούρκους το δυτικό της τμήμα μέχρι την Άγκυρα και τις ακτές του ανατολικού. Πλήθη Αρμενίων προσφύγων είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους στην Αρμενία και στην Καππαδοκία και είχαν καταφύγει στην Κιλικία υπό την ηγεσία ενός Βαγρατίδη ηγεμόνα τους, όπου ίδρυσαν ένα νέο χριστιανικό βασίλειο, τη Μικρή Αρμενία.

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Η ανατολική μικρασιατική ενδοχώρα ήταν διαιρεμένη σε δύο κύρια αντιμαχόμενα μουσουλμανικά κράτη, το σελτζουκικό σουλτανάτο του Ρουμ με πρωτεύουσα το Ικόνιο, που είχε αποσχιστεί από το σουλτανάτο των Μεγάλων Σετζούκων που εκτεινόταν σε Συρία και Ιράκ, και το εμιράτο των Δανισμεντιδών με πρωτεύουσα την Σεβάστεια. Εκτός από αυτά τα δύο κράτη, στα ισλαμικά μικρασιατικά εδάφη διαβιούσαν διάφορα ημιανεξάρτητα τουρκομανικά γένη.

Μέσα στα επόμενα 10 χρόνια οι αμφίρροπες μάχες ανάμεσα σε Βυζαντινούς και Τούρκους συνεχίστηκαν. Τα μικρασιατικά παράλια από τη Σμύρνη μέχρι την Αττάλεια είχαν ερημωθεί από τις τουρκικές επιδρομές, στερώντας τους Βυζαντινούς από τους πόρους της περιοχής και παρεμποδίζοντας την διεξαγωγή του εμπορίου. Οι νικηφόρες μάχες όμως του Βυζαντινού αξιωματούχου και στενού φίλου του αυτοκράτορα, Ευμάθιου Φιλοκάλη, εναντίον των Τούρκων, εδραίωναν την επιστροφή των Βυζαντινών στις πόλεις τους. Ο Φιλοκάλης, αφού ανοικοδόμησε το ερημωμένο Αδραμύττιο τo 1109, κατανίκησε τους ντόπιους Τούρκους στην περιοχή της Λάμπης. Το μένος των Ελλήνων στρατιωτών μετά από δεκαετίες ηττών και μουσουλμανικών επιδρομών ήταν τέτοιο, ώστε όταν εισήλθαν στους τουρκικούς καταυλισμούς δεν λυπήθηκαν ούτε τα νεογέννητα. Σε δεύτερη μάχη γύρω από την επίσης ανοικοδομημένη Φιλαδέλφεια, ο Φιλοκάλης συνέτριψε μια δύναμη 24.000 χιλιάδων Τούρκων υπό τον ηγεμόνα της Καππαδοκίας Χασάν που κατευθυνόταν προς την Σμύρνη και το Νυμφαίο. Οι ελάχιστοι επιζώντες κατέφυγαν σε καλαμιώνες του ποταμού Μαιάνδρου, όπου οι Βυζαντινοί, αφού τους περικύκλωσαν, έβαλαν φωτιά και τους έκαψαν ζωντανούς. Οι Τούρκοι αντεπιτέθηκαν τα επόμενα χρόνια καταστρέφοντας τα Λεντιανά (1110), την περιοχή Καϋστρου-Κελβιανού (1111) και την περιοχή της Βιθυνίας το 1113. Τα μοναστήρια του όρους Ολύμπου της Βιθυνίας καταστράφηκαν, όπως και εκείνα του όρους Λάτρος στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία.

Το 1116 ο Αλέξιος, αν και με επιβαρυμένη την υγεία του λόγω της ποδάγρας που τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία χρόνια, αποφάσισε να αναλάβει προσωπικά το μέτωπο της Μικράς Ασίας. Aφού διασκόρπισε ομάδες Τουρκομάνων επιδρομέων στην περιοχή της Βιθυνίας, έχοντας την βάση του αρχικά στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο στο Λοπάδιο και στην συνέχεια στην Νικομήδεια, και αφού τους νίκησε σε μικρής κλίμακας μάχη στο Ποιμανηνό, αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα της αντεπίθεσης. Ο ενισχυμένος βυζαντινός στρατός προέλασε τον επόμενο χρόνο βαθιά μέσα στην μικρασιατική ενδοχώρα και, αφού έκαμψε την αναιμική αρχικά τουρκική αντίσταση, κατέλαβε το Φιλομήλιο (σημερινό Ακ Σεχίρ), πόλη με σημαντικό χριστιανικό πληθυσμό σε μικρή απόσταση από την σελτζουκική πρωτεύουσα Ικόνιο.

Παρά τις υπόνοιες της Άννας Κομνηνής (κόρη του Αλέξιου που συνέγραψε την περίφημη «Αλεξιάδα», εγκώμιο ουσιαστικά της βασιλείας του πατέρα της) ότι ο Αλέξιος αρχικά σκόπευε να καταλάβει την σελτζουκική πρωτεύουσα αλλάζοντας γνώμη στην συνέχεια, είναι σαφές ότι ένα τέτοιο εγχείρημα ήταν πρόωρο και παρακινδυνευμένο. Αντίθετα, είναι πολύ πιθανότερο ο πραγματιστής Αλέξιος να αποσκοπούσε από την αρχή σε δύο στόχους: Κατά πρώτον στην αποψίλωση της μουσουλμανικής επικράτειας από το οικονομικά δραστήριο χριστιανικό στοιχείο της και στην μετεγκατάστασή του στα υπό βυζαντινό έλεγχο δυτικά παράλια, ώστε να τα ενισχύσει δημογραφικά. Κάτι τέτοιο θα ωφελούσε την αυτοκρατορία τόσο σε οικονομικό, όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο, καθώς θα ξανάδινε ζωή σε περιοχές που είχαν ερημωθεί από τις συγκρούσεις των προηγούμενων ετών. Κατά δεύτερον στην δημιουργία μιας «νεκρής ζώνης» μεταξύ των δύο κρατών, που θα στερούσε τα τουρκικά στρατεύματα από βάσεις κοντά στα βυζαντινά σύνορα. Παράλληλα μια επιτυχής εκστρατεία βαθιά μέσα στην τουρκική επικράτεια θα αποτελούσε μια πρώτης τάξεως επίδειξη δύναμης, ώστε να καμφθεί το ισλαμικό ηθικό.

Πράγματι, αφού συγκέντρωσε τον χριστιανικό πληθυσμό της πόλης και των γύρω περιοχών, ο βυζαντινός στρατός πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Καθώς έφταναν νέα για μια μεγάλη μουσουλμανική στρατιά που πλησίαζε από τον βορρά, ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να μεταπέσει το στράτευμα από σχηματισμό πορείας σε σχηματισμό κούφιου τετραγώνου, με το βαρύ πεζικό στις πλευρές σε ρόλο κυμματοθραύστη των τουρκικών εφόδων, το ιππικό σε εφεδρεία για την διεξαγωγή αντεπιθέσεων και τους χριστιανούς αμάχους μαζί με τις σκευοφόρους στο κέντρο του τετραγώνου.

Οι Τούρκοι, υπο έναν πολέμαρχο ονόματι Μαναλούγκ, όντως δυσκολεύτηκαν να ανταπεξέλθουν απέναντι στην βυζαντινή παράταξη και δεν επιτέθηκαν με ιδιαίτερο σθένος. Την επόμενη μέρα όμως ο ίδιος ο σουλτάνος Μαλίκ Σαχ κατέφθασε με τα καλύτερα στρατεύματά του και επιτέθηκε με ορμή ταυτόχρονα στην εμπροσθοφυλακή και στα μετόπισθεν του βυζαντινού στρατού. Το βυζαντινό ιππικό αντεπιτέθηκε δύο φορές, με την πρώτη υπό τον γιο του Αλέξιου, Ανδρόνικο, να αποτυγχάνει και τον Ανδρόνικο να βρισκει τον θάνατο, και την δεύτερη, υπό τον γαμπρό του Αλέξιου Νικηφόρο Βρυέννιο (σύζυγο της Άννας Κομνηνής και γιο του Βρυεννίου που είχε νικήσει ο Αλέξιος στην μάχη της Καλαβρύης, να στέφεται από επιτυχία. Τα επίλεκτα στρατεύματα που οδηγούσε ο ίδιος ο σουλτάνος τράπηκαν σε φυγή και ο ίδιος ο Μαλίκ Σαχ μόλις που διέφυγε την αιχμαλωσία.

Οι Σελτζούκοι επιχείρησαν να επιτεθούν αιφνιδιαστικά και την νύκτα, όμως η βυζαντινή στρατοπεδευτική τέχνη και τάξη υπερίσχυσε, με τους Τούρκους να αποσύρονται με μεγάλες απώλειες.
Σε νέα μάχη που ακολούθησε την επόμενη μέρα, το σελτζουκικό στράτευμα περικύκλωσε τους Βυζαντινούς και επιτεθηκε εκ νέου μαζικά από όλες τις πλευρές. Το αυτοκρατορικό στράτευμα όμως κράτησε τις θέσεις του και οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να αποσυρθούν. Οι απώλειές τους ήταν τόσο μεγάλες μετά από την πολυήμερη μάχη, ώστε τη επόμενη μέρα ο σουλτάνος έστειλε στον αυτοκράτορα αγγελιοφόρους με προτάσεις για ειρήνη.

Η εκστρατεία του Αλέξιου είχε στεφθεί από πλήρη επιτυχία. Το άνθος του σελτζουκικού στρατού, δηλαδή ουσιαστικά οι επίλεκτοι ιππείς του ίδιου του σουλτανικού οίκου, είχε αποδεκατιστεί και ο Μαλίκ Σαχ αναγκάστηκε να υπογράψει ταπεινωτική για τον ίδιο συνθήκη, σύμφωνα με την οποία θα υποχρεούτο να σταματησει τις επιδρομές στην βυζαντινή επικράτεια και να καταστεί υποτελής του αυτοκράτορα. Ο βυζαντινός στρατός εντυπωσίασε με το επίπεδο της αποτελεσματικότητας και της πειθαρχίας που επέδειξε, ενώ αίσθηση προκάλεσε και επίδειξη της δυνατότητάς του αυτοκράτορα να επιδράμει βαθιά μέσα στην εχθρική επικράτεια, λίγα μόλις μίλια μακριά από την σουλτανική έδρα. Η ταπεινωτική αυτή αποτυχία κόστισε στον Μαλίκ Σαχ τον θρόνο του και την ζωή του, καθώς σύντομα ανατράπηκε από τον αδερφό του Μασούντ.

Ο ίδιος ο ένδοξος αυτοκράτορας απεβίωσε ένα χρόνο αργότερα το 1118, υποκύπτοντας τελικά στην ποδάγρα που τον ταλαιπωρούσε επί χρόνια με αφόρητους πόνους και πρηξίματα στα άκρα, φλεγμονές και διάρροιες, αφήνοντας όμως στον γιο και διάδοχό του, Ιωάννη Β’ Κομνηνό, την καλύτερη δυνατή παρακαταθήκη, έχοντας παραλάβει από τους προκατόχους του ερείπια και παραδίδοντας στο τέλος της περιπετειώδους βασιλείας του αυτοκρατορία.

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.