Φιλοσοφία και Χριστιανισμός στο Νεοελληνικό Διαφωτισμό: Ο Δημήτριος Καταρτζής

Γράφει ο Νικόλαος Μητρόπουλος, δρ Φιλοσοφίας

Στο παρόν αφιέρωμα*, που εντάσσεται στο ερευνητικό πεδίο της νεοελληνικής φιλοσοφίας κατά την περίοδο του νεοελληνικού διαφωτισμού, σκοπεύουμε να διερευνήσουμε τις θέσεις του Δημητρίου Καταρτζή σχετικά με την σχέση της χριστιανικής πίστης με την φιλοσοφία.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Από την ανάπτυξη των θέσεών του, θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε την σύνθεση που επιχειρεί, ανάμεσα σε ορθολογικά επιχειρήματα για την αξία της φυσικής αποκάλυψης, προερχόμενα από την ορθολογική παράδοση του ευρωπαϊκού διαφωτισμού με την αποδοχή της χριστιανικής πίστης και διδασκαλίας. Δηλαδή, σκοπεύουμε να καταδείξουμε ότι, ενώ αποδέχεται το ορθολογικό ρεύμα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, δεν εγκλωβίζεται στην κύρια συνέπειά του, που συνιστά τον δεϊσμό, αλλά υπερασπίζεται και καταξιώνει την χριστιανική παράδοση. Με βάση το παραπάνω πλαίσιο, η έρευνά μας θα περιλαμβάνει, τόσο την διερεύνηση και χαρτογράφηση του ορθολογικού θεωρητικού ρεύματος στη σκέψη του Καταρτζή, όσο και την ανάδειξη της αποδοχής  της χριστιανικής πίστης και διδασκαλίας.

     Παρόλο που οι  πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Καταρτζή (1725-1807) σπανίζουν[1], γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε στην Πόλη και έζησε αργότερα  στο Βουκουρέστι, όπου κατέλαβε υψηλά δικαστικά αξιώματα αλλά και τον τίτλο του Μεγάλου Λογοθέτη[2]. Μέσα σε λίγο χρόνο[3], συγγράφει[4] και μεταφράζει[5], χρησιμοποιώντας ως γλωσσικό όργανο μια «λόγια» δημοτική[6], ως προϋπόθεση ενός ανανεωτικού παιδευτικού προγράμματος, που στηρίζεται στο «φυσικό» ύφος σχετικά με την γλωσσική[7] διδασκαλία[8].

   Ως στοχαστής και φιλόσοφος προσδίδει στην ηθική,  την πρώτη θέση σε σχέση με την μεταφυσική και εισηγείται την έντονη και συστηματική διδασκαλία «των ηθικών» στα σχολεία[9]. Είναι φανερό πως δεν αναπτύσσει συστηματικά και διεξοδικά κάποιο ηθικό σύστημα, αλλά οι θέσεις του εκμαιεύονται κάθε φορά ανάλογα με το περιβάλλον και τον σκοπό της συγγραφής του. Παρά το σχετικά μικρό συγγραφικό του έργο, φαίνεται ότι  είχε την εκτίμηση[10] και επηρέασε τους συγχρόνους του.

       Το κατ’ εξοχήν κείμενο που μας επιτρέπει μια ανασύνθεση των θέσεών του αναφορικά με την χριστιανική  διδασκαλία και τη σχέση της με τη φιλοσοφία είναι το «Εγκώμιον του Φιλοσόφου[11]».Το «Εγκώμιον του Φιλοσόφου», εντάσσεται στην διαμάχη[12], κατά την «εποχή της αθείας[13]», ανάμεσα στους «νεοφιλόσοφους» και τους αντιφιλόσοφους[14] και στο περιεχόμενό του γίνεται μια διεξοδική ανάλυση των  πρακτικών προτεραιοτήτων, που δομούνται με βάση μεταφυσικά ή ορθολογικά προαπαιτούμενα. Οι θέσεις του για την χριστιανική πίστη αναπτύσσονται, αφού πρώτα οριστούν οι έννοιες  «φιλοσοφία» και «θρησκεία», ως υγιή και αλληλοσυμπληρούμενα μεγέθη, σε αντίθεση με την «αθεΐα» και την «δεισιδαιμονία», που εκφράζουν την αλλοίωση και την παραφθορά.

     Τέλος, θέλουμε να υπογραμμίσουμε, πως στο παρόν άρθρο δεν θα μας απασχολήσει η δογματική διαπραγμάτευση των όρων φυσική – υπερφυσική αποκάλυψη και η διαφοροποίηση της ορθόδοξης με την σχολαστική θεολογία, όπως αποσαφηνίστηκε από την ορθόδοξη Δογματική[15] στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Θεωρούμε δηλαδή πως ο «ορθολογισμός» του Καταρτζή δεν εντάσσεται στο παραπάνω θεολογικό πλαίσιο, παρά μόνο εξωτερικά-μορφολογικά, ενώ ουσιαστικά  αντιπροσωπεύει την αγωνία του για την συμπόρευση της ορθοδοξίας με τις τρέχουσες επιστημονικές εξελίξεις και την πρόθεσή του να υποστηρίξει, ότι είναι δυνατή η συμπληρωματική σχέση ανάμεσα στο χριστιανισμό και τη θύραθεν παιδεία. Το παραπάνω θεωρητικό πλαίσιο και η πρόθεσή του, γίνονται φανερά όταν συνεξεταστούν με το έργο του :«Συμβουλή στους νέους πως να ωφελούνται και  να  μη βλάπτονται απ’τα βιβλία τα φράγκικα και τα τούρκικα, και ποιά να ναι ἡ καθ’ αυτό τούς σπουδή», που μόνο από τον τίτλο του αλλά και με τις αλλεπάλληλες αναφορές του[16], αποδεικνύει την σύνδεση  με το «ομώνυμο» έργο[17] του Μ. Βασιλείου και τον αντίστοιχο προβληματισμό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] «εάν εξαιρέσουμε το σημείωμα του Οικονομίδη και δυο μελετήματα του Παναγιώτη Ζέππου που αφορούσαν στην νομική σκέψη του Καταρτζή, μόνο ο Δημαράς έως το 1974 ασχολείται με το έργο του», βλ. Ευανθία Κύρκου, Η έρευνα για την ζωή και το έργο του Δημητρίου Καταρτζή «Τα νέα του Κ.Ε.Ν.Ε.Φ.», σ.19
[2] Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1983, σ.177.
[3] «Από το 1783, γράφει με ταχύ ρυθμό, αλλεπάλληλα, σύντομα, νευρώδη δοκίμια που έχουν ως  κοινό σκοπό την βελτίωση των πραγμάτων της ελληνικής παιδείας» Κ. Θ. Δημαράς, Δημήτριος Καταρτζής, (Σχεδίασμα Βιογραφίας), Αθήναι 1965, Ανάτυπον από την Γενικήν Παγκόσμιον Εγκυκλοπαίδειαν Πάπυρος –Λαρούς, τ.Η΄, σ. 327-331, σ.10.
[4]  «Όλη  του η εμπειρία, μελέτη, σκέψη, καταλήγει σε μια συγγραφή λίγων σχετικά σελίδων, μέσα σε λίγα χρόνια, με αποτέλεσμα η πρόσβαση στην προσωπικότητά του να παραμένει ατελής», Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ένθ’ ανωτ., σ.177.
[5]  «Το κριτήριο των μεταφράσεων είναι το προσωπικό του γούστο και η πεποίθηση πως υπάγονται σε έναν αναπτυγμένο πολιτισμό, από τον οποίο  θα αντλήσει οτιδήποτε είναι παιδαγωγικά αξιοποιήσιμο, σε μητρική γλώσσα που θεωρείται η φυσική μήτρα της παιδείας», G. P. Henderson, Η αναβίωση του Ελληνικού στοχασμού 1620-1830, Η Ελληνική φιλοσοφία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, μτφρ. Φ. Κ. Βώρου, Αθήνα 1994, σ.116.
[6] Κ. Θ. Δημαράς, Δημήτριος Καταρτζής,(Σχεδίασμα Βιογραφίας),Αθήναι 1965,Ανάτυπον από την Γενικήν Παγκόσμιον Εγκυκλοπαίδειαν Πάπυρος –Λαρούς, τ. Η΄.σ. 327-331,σ.10.
[7] Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ένθ’ανωτ.,  σσ.179-184.
[8] Ν. Ψημμένος, Η Ελληνική Φιλοσοφία, τομ.β., Εκδ.Γνώση, Αθήνα 1989, σ.34.
[9] Δημητρίου Καταρτζή, Τα Ευρισκόμενα, εκδ. Κ. Θ. Δημαράς, Αθήνα 1970, «Γνώθι σαυτόν», σ.186.
[10] «Στα 1790,1791 χαρακτηρίζεται σε γράμματα νεότερών του συμπατριωτών ως «Μαικήνας των σοφών της Βλαχίας» και «σεβάσμιος πατριάρχης των λογίων», βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ένθ’ανωτ., σ.181.
[11] Πλήρης τίτλος «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων» στο Κ. Θ. Δημαρά, (επιμ.), Καταρτζής Δημήτριος, Τα ευρισκόμενα, Αθήνα 1970.
[12]« Οι υλιστές φιλόσοφοι καθώς και «ονομαστοί άθεοι Βολταίρος και Ρουσσώ» αναφέρονται συχνά στις πατριαρχικές εγκυκλίους οι οποίες κλιμακώνονται στην δεκατία του 1790 μαζί με άλλα φυλλάδια ή βιβλιάρια που στρέφονται κατά των «αθεωτάτων λιμπερτίνων» και κατά των «ιλλουμινάτων» οι ιδέες των οποίων φαίνονταν ότι απειλούσαν γενικά την θρησκεία», Κ.Θ.Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ένθ’ανωτ., σσ.255-256.
[13] «Ο χαρακτηρισμός του Διαφωτισμού ως «εποχή αθεΐας» ανευρίσκεται σε φυλλάδια και έντυπα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού που δημοσιεύονται στον Τουρκοκρατούμενο χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης», Γλυκοφρύδη-Λεοντσίνη Αθανασία, Θέματα πολιτικής και ηθικής, Αθήνα 2001, σ. 249.
[14] «Η ιδεολογική διαμάχη αναπτύσσεται ανάμεσα στους «νεοφιλόσοφους», που διαδίδουν την νεωτερική φιλοσοφία και τις θετικές επιστήμες και προσεγγίζουν τον Θεό μέσω της αναγωγής του σε ορθολογικές επιταγές   και «αντιφιλοσόφους» που υπερασπίζουν την πίστη, την θεία Πρόνοια και την Αποκάλυψη», αυτόθι, σσ. 250-253.
[15]  Ενδεικτικά βλ. Νικόλαος Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική θεολογία, τομ. Β΄, Θεσσαλονίκη 2007, εκδ. Πουρναράς, σ.58 και Dumitru Staniloae, Ο Θεός, ο κόσμος και ο άνθρωπος, μτφρ. π. Κ. Coman – Γ. Παπαευθυμίου,  Αθήνα 1990, εκδ. Αρμός, σσ. 54- 65. 
[16]   «…ο μέγας Βασίλειος γράφοντας στους νέους του συμβουλή πως να ωφελούνται απτά βιβλία τα ελληνικά, ετόλμησα κ’ εγώ να τον μιμηθώ και να κάμω το ίδιο στου καιρού μου τους νέους για τα βιβλία όπου διαβάζουν στας ξέναις γλώσσαις, τα τούρκικα και τα φράγκικα»  και  «Με το να είναι όμως τόσοι αιώνες απ τόν ειρημένον άγιο κ’ ως τα τώρα, και να έγινε τόση μεταβολή εις τα πράγματα και την τύχην της πολιτείας μας, χρεία είναι βαίνωντας κ’ εγώ κατά πόδας εις το σκοπό του να πω όσα με φαίνεται να συντελούν εις την οδηγίαν των νέων για τη μελέτη κ’ ανάγνωσι των τωρινών τούτων βιβλίων και την καθ’ αυτό τους σπουδή» και «(ο νέος)..φυλάγωντας εκείνο που ‘ναι και μη βγάνωντας απτό νου του μήτε μια στιγμή πως είναι Ρωμηός χριστιανός, να ξέρη να κυνήγα πάντα της ιδέαις που τον χρειάζουνται και τον ωφελούν, και να παραβλέπη εκείναις που είναι σ’ αυτόν περιτταίς, ή που τον εβλάφτουν», βλ. Αστέριος Αργυρίου, Εκκλησία, Οικουμένη, Πολιτική, – Χαριστήρια στον Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Δαμασκηνό, Αθήνα, 2007, σελ. 109-137
[17] «Προς τους νέουςόπως αν εξ Ελληνικών ωφελοίντο λόγων», PG 31, 563-590.

Aισθησιοκρατία και ορθολογισμός

Η αισθησιοκρατία αντιμετωπίζεται αρνητικά από τον Δημήτριο Καταρτζή και συνάπτεται με την αθεϊστική στάση, καθώς οι αρχές που παράγονται από τον Λόγο[1], πείθουν αναγκαστικά για την ύπαρξη του Θεού. Επομένως η αθεΐα μπορεί να προκύψει, μόνο όταν κάποιος απαρνείται τον Λόγο και εμπιστεύεται αποκλειστικά τις αισθήσεις.

«Δεν εχ’ ο άπιστος καμμιά αρχή οξ’ απ’ εκείναις που τον δίδουν η πέντε του αίσθησες ήγουν, όσο βλέπει κ’ ακούει και μυρίζεται και τρώγει και πιάνει, τόσο και γνωρίζει για όν. ¨Οθεν, δε θέλει να ξέρη εκείνο που δεν ειν’ αντικείμενο αυτωνών, μήτε στης πράξες των ανθρώπων να δέχετ’ αρχαίς∙ για τούτο όλα είναι θεμιτά γι’ αυτόν, κ’ ὀλα τα κάμνει, αν τον αφήσουν[2]».

Είναι φανερό ότι τάσσεται ενάντια στον σκεπτικισμό και με θεμέλιο την πίστη στις αντικειμενικά υπάρχουσες αρχές του καλού και του κακού, θεμελιώνει την ηθική συμπεριφορά[3]. Ακόμη επισημαίνεται μια λογική αντίφαση, όταν κάποιος αρνείται τα νοήματα και τον πρωτεύοντα ρόλο του Λόγου στην πρόσβαση της αλήθειας αλλά παράλληλα τον χρησιμοποιεί για να αποδείξει την χρησιμότητα και την ανωτερότητα των αισθήσεων:«Αφ’ ου δεν αποδέχεται ιδέα απτά νοήματα, με νοήματα πάλε πάσχει να αναιρή της ιδέαις των αλλωνών∙ κ’ ολ’ η δουλειά του στέκεται εις αυτό, ή και στο να ρίχνη σε δισταγμό, με τη γλώσσα του ή με το κοντύλι, της γνώμαις που δεν αρέσει, ο εστι όλαις[4]».

Επίσης παρατηρεί πως όταν παραθεωρείται ο Λόγος και οι αρχές που παράγονται από αυτόν, είναι εύκολο να αδυνατεί η ηθική συνείδηση αφού δεν έχει ασφαλή κριτήρια για την πράξη:«Λοιπόν, δεν έχει όρεξι και καιρό να μαθαίνη της μάθησες καθό μάθησες, παρά μόνε για τ’ αυτόν το σκοπό του, που ’ναι στον εαυτό του ανωφελής, και σ’ όλους τους άλλους ολεθριωτάτους. Δεν τον τύπτει  σε καμμία πράξι το συνειδός του, γιατί δεν πρεσβεύει κανένα κακό, κ’αυτό ’ν’ η πληροφορία του∙ αν μπορεί να ’ναι πληροφορία εκεί που το εναντίο της δε βρίσκεται[5]». Στην ίδια  συνάφεια, επικρίνει  τις απόψεις του Rousseau[6] για τον άνθρωπο κοντά στο φυσικό περιβάλλον[7], που αποτελεί το χαμένο παράδεισο[8], τον ανεπηρέαστο από τον Λόγο και τον πολιτισμό[9] καθώς γίνεται φανερό πως μια τέτοια στάση ζωής οδηγεί αναπόφευκτα στην οπισθοδρόμηση και την ηθική κατάπτωση:«Χαίρεται πως ειν’ ένα ζώο που έβοσκε μια φορά πατώντας στα τέσσερα, και δεν ελαλούσε, ο εστι και δεν εννοούσε∙…το νοείν δεν το’ χει πολλ’ αναγκαίο σ’ έναν τέτοιο καλότυχο κ’ αυτοσχέδιο βίο, που το λαλείν, ίσως αχώριστο απ’ εκείνο, το θαρρεί πράγμα επείσακτο, μπέλκι και περιττό[10]»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Είναι φανερό πως ο Καταρτζής τάσσεται με την πλευρά των ορθολογιστών και ενάντια στους εμπειριστές. Να σημειωθεί πως η συστηματική χρήση των όρων ορθολογισμός-εμπειρισμός, ανάγεται στον 19ο αιώνα. J. Cottingham,  Οι εμπειριστές, μτφρ. Σοφία Τσούρτη, εκδ.  Στάχυ, Αθήνα 2000, σ.10.
[2]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», ένθ’ανωτ. σ.75.
[3]Π. Κονδύλης, Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες, εκδ. Θεμέλιο,  Αθήνα 2008, σ. 139.
[4]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», ένθ’ανωτ.,σ.75.
[5] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι,σ.75.
[6] Ανάλογες ενστάσεις εξέφρασε για τον Rousseau (1712-1778) και ο d’Alempert, ο οποίος στα «Προλεγόμενα», αφού εκθειάσει τα προτερήματά του και κυρίως το πνεύμα του και την ευφράδειά του, αναφέρει πως δεν πρέπει να στραφούμε ενάντια στον πολιτισμό και την ανθρώπινη γνώση, που θεωρούνται εκφυλιστικοί παράγοντες για την ανθρώπινοι κοινωνία, γιατί τότε:« θα μας έμεναν οι επιβλαβείς έξεις και θα είχαμε επιπλέον και την άγνοια», Starobinski Jean, RousseaurepondaVoltaire.,μτφρ. Ράνια Πολυκανδριώτη, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 2002, σ.20.
[7] Ο Rousseau, προφανώς επηρεασμένος από τις ειδήσεις που προέρχονταν από τις σύγχρονες εξερευνητικές αποστολές, ανασκευάζει τις απόψεις του Hobbes για τη φυσική κατάσταση ως «πόλεμο όλων εναντίον όλων» και αναπτύσσει  μια ανθρωπολογική και συνάμα κοινωνιολογική θεωρία, σύμφωνα με την οποία εξυψώνεται ηθικά ο άνθρωπος που ζει στη φύση, πριν ακόμη αποκτήσει κοινωνική συνείδηση. βλ. Rousseau Jean-Jacques, Το κοινωνικό συμβόλαιο, μτφρ. Β. Γρηγοροπούλου- Ᾱλβ. Σταινχαουερ, επιμ, Β. Γρηγοροπούλου, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2004, σ. 223.
[8] Αυτή η συνείδηση του χαμένου παραδείσου, είναι η προϋπόθεση, που συναντάμε συχνά στα κείμενά του εκφράσεις «ιεροκύρηκα» όπως: «επιβλαβής έξη», το ρήμα «διαφθείρω» και τα παράγωγά του, τα παραδοσιακά επίθετα της απαξίωσης όπως για παράδειγμα «μάταιος» και «επικίνδυνος», βλ. Jean Starobinski, RousseaurepondaVoltaire., ένθ’ανωτ. σσ.21-22.
[9] Πιο συγκεκριμένα: «Ο άνθρωπος της φύσης (όπως περιγράφεται στο πρώτο μέρος της Πραγματείας)…Είναι ένα όν ρωμαλέο, υγιές, ικανό να ικανοποιήσει τις βασικές του ανάγκες… Και κυρίως είναι τελειοποιήσιμος. Σ’ αυτή την ικανότητα είναι που πρέπει να δούμε την πηγή όλων των δυστυχιών του είδους ανθρώπους».Επομένως κατά την διάρκεια της «προκοινωνικής» δραστηριότητας, οι άνθρωποι υπήρξαν ενάρετοι και ευτυχισμένοι και  ο πολιτισμός ορίζεται ως αιτία της διαστροφής και της δυστυχίας Jean-Jacques Rousseau. βλ.Jean-Jacques Rousseau, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, μτφρ., Μ. Αλεξίου-Καναγκίνη, εκδ. Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 2006, σσ. 44-45.
[10] Στα παραθέματα θα διατηρήσουμε την ορθογραφία του πρωτοτύπου και παράλληλα το μονοτονικό.«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», ένθ’ανωτ.,  σ.75.

Τα όρια του Λόγου και των Αισθήσεων

Φαίνεται πως οι απόψεις του Rousseau[1], τον βρίσκουν σταθερά αντίθετο επειδή δεν ταιριάζουν με τον ορθολογισμό στον οποίο ο ίδιος πιστεύει, αλλά και επειδή τις θεωρεί επικίνδυνες για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του:«¨ΟΘεν, δεν έχει καμμιά άλλη φιλοτιμία, παρά να καταπείση μ’ ευφράδεια και πολυμάθεια όλον τον κόσμο να πάρουνε τα όρη και τα βουνά, και να ξαναγένουν ανόητοι κ’ άλαλοι, και φθάνωντας σ’ αυτήν την ευδαιμονία, να σβύσουνε τη  φωτιά πώφερ’ ο Προμηθεύς, και να τζακίσουν τ’ αλέτρι που πρωτομεταχειρίστηκε ο Τριπτόλεμος[2]».

Χωρίς να απαξιώνει την αίσθηση[3], ως γνωσιολογικό εργαλείο πρόσβασης στην αλήθεια, την περιορίζει αφού δέχεται και την παράλληλη ενέργεια του νου. Από τις ιδέες μάλιστα του νου και τις ενέργειες της ψυχής, ανάγεται ο άνθρωπος στην έννοια του τέλειου όντος που δημιουργεί και συντηρεί την φύση και τον άνθρωπο: «Ο φιλόσοφος, λοιπόν, παίρνει, ναι, απτης αίσθησες της ιδέαις του∙δε στέκεται όμως μόνε σ’ αυταίς, αλλά δέχεται και ιδέαις απτά νοήματα τα δικά του…απτης ενέργειαις της ψυχής που βλέπει κ’αισθάνεται εις αυτήνα, συνάγει την υπαρξί της απτά τελικά αίτια, που εποπτεύει στο παν, συμπεραίνει οτ’ειν’ ένα ον πώκαμε τα πάντα∙ κ’ απτήν ψυχή του, που εν χρόνω νοεί κάμνει συμπερασμα πως ειν’ ένα ον που νοούσε προτητερά του ανάρχως, ζαέρ για τη δημιουργία εκεινών πώκαμε, και θε να νοή αιδίως , ζαέρ πάλε για τη συντήρησι αυτωνών, ο έστι θα τα προνοή[4]».

Αλλά και ο λόγος θα πρέπει να θέτει όρια στον εαυτό του καθώς είναι ματαιοπονία να προσπαθεί να εποπτεύσει όλες τις αρχές και να οδηγηθεί σε όλες τις αποδείξεις:«Και πείθεται σ’αυτά, γιατί όλα ειν’ εναργή, λεγωντάς τα τα καταλαβαίνει πληρέστερα, και βλέπει πως δεν επιφέρουν καμμιά αντίφασι∙ ξέρει αυτός να μη χάνη τον καιρό του ποσώς, γυρεύωντας αρχαίς των αρχών και απόδειξι σε όλα τα πράγματα[5]».

Ο Λόγος, εκτός από την θεωρητική-ερμηνευτική λειτουργία, γίνεται και η αρχή της πράξης. Εδώ αναφέρεται το παράδειγμα του Σωκράτη, που πρώτος ασχολήθηκε συστηματικά με τα ηθικά ζητήματα. Μολονότι η θεωρία ήταν η χαρακτηριστική του ενασχόληση στράφηκε με τρόπο φυσικό στη διερεύνηση της πράξης, με οδηγό τις έννοιες   του καλού και του κακού:«Ολ’η τρυφή τ’όμως, σαν τον Σωκράτ’, είναι να περμαζώνη τη φιλοσοφία στον εαυτό του, και να δίδεται στα ηθικά, όχι μόνε κατά τη θεωρία τους, αλλά το καθ’αυτό εις την πράξι τους.¨Εχει λοιπόν αρχαίς των πράξεων του ανθρώπου, και πρεσβεύει καλαίς πράξες και μοχθηραίς. Πράττει το καλό, γιατ’ είναι καλό∙ κ’εκκλίνει απτὀ κακό, γιατ’ είναι τέτοιο[6]».

Έτσι η αναζήτηση της αλήθειας δεν περιχαρακώνεται σε θεωρητικό πλαίσιο αλλά γεφυρώνεται με τον ηθικό προβληματισμό:«Μια χαρά του είναι να βρίσκη την αλήθεια που’ ν’ μεσ’ τα όντα, και να μην μπερδεὐεται με το ψευδος. Κ’ἀλλη πολλά μεγαλύτερη του απόλαυσ’ είναι το ν’ακολουθά προαιρετικως το ότε και η  και ως δει τα πάθη του, στης πράξες του και στα λόγια του[7]». Παράλληλα με τον Λόγο αναπτύσσεται και η ηθική συνείδηση, που αποδοκιμάζει ή επιδοκιμάζει τις πράξεις σύμφωνα με τις προεπιλεγμένες ηθικές αρχές:«Ενί λόγω, έχει παντού την πεπαιδευμένη συνειδησί του αδέκαστο εταστή κ’αυτ’ είναι ο αθλοθέτης του που τον στεφανώνει στα καλά έργα, κ’ο δήμιος που τον βασανίζει στα φαύλα[8]».

Τα πάθη θεωρούνται ως έμφυτες δυνάμεις, που δεν θα πρέπει να επιδιώκεται η εξαφάνισή τους[9], αλλά να τα στρέφουμε προς την επίτευξη της αρετής, ανάλογα με την κλίση του καθένα. Ο λόγος έχει την ικανότητα  να μεταμορφώνει τα πάθη σε αρετές:«..αυτά λοιπόν δεν πρέπει να πάσχουμε να τα σβήσουμε στα παιδίά, και να τα κάμουμε τάχ’απαθη..επειδή..χωρίς τα πάθη δε γένεται καλίτερο το παιδί, αλλά γένετ’ένα κούτζουρο. Εκεινο που τυχαίνει μάλλον, είναι το να οικονομούμε τα πάθη τους προς την ίδια τους επίδοσι, και με τούτο να τα δίνουμε καλαίς έξες, ή οποίαις είναι αρεταίς κ’έχουν την έδρα τους στα πάθη ή μάλλον ειπείν αυταίς είναι τα ίδια πάθη βαλμέν’ απτό λόγο σε τάξι[10]». Η ιδέα ότι το παιδί πρέπει να έχει πάθη, απηχεί τον Rousseau, αλλά ξεκινά από τον Bayle η ακόμα και από τον La Rochefoucauld και την εποχή του Καταρτζή είναι κοινός τόπος[11].
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο ανθρωπισμός λοιπόν για τον Rousseau, υφίσταται μόνο στην «φυσική»  κατάσταση του ανθρώπου  και οι κοινωνικές ανισότητες πηγάζουν, είναι σύμφυτες με τον πολιτισμό. βλ. Hall Stuart – Gieben Bram, Η Διαμόρφωση της Νεωτερικότητας. Οικονομία, κοινωνία, πολιτική, πολιτισμός,  μτφρ., Θανάσης Τσακίρης, Βίκτωρ  Τσακίρης, β΄ εκδ., Σαββάλας, Αθήνα 2003, σ.78.
[2] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», ένθ’ανωτ.,σ.75.
[3] Σχετικά με την ηθική του θεωρία, το συναίσθημα του οίκτου,  είναι η ρίζα των αλτρουιστικών διαθέσεων και θεμέλιο της ηθικής πράξης. Με τον τρόπο αυτό, γίνεται φανερό, πως το αίσθημα, είναι καθοριστικός παράγων της ηθικής δραστηριότητας, βλ.Jean-Jacques Rousseau, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της    ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, ένθ’ανωτ.,  σσ.44-45.
[4] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων»,  ένθ’ανωτ., σ.73.
[5] αυτόθι, σ.73.
[6] αυτόθι, σ.73.
[7] αυτόθι, σ.73.
[8] αυτόθι, σ.73.
[9] Επίσης διακρίνει την φιλαυτία, που της προσδίδει υγιές περιεχόμενο και την θεωρεί απολύτως συμβατή με την κοινωνική τάξη, από την εγωπάθεια, η οποία παράγει όλα τα πάθη βλ. Π. Κονδύλη Ο ευρωπαικός διαφωτισμός, τ. Β΄, δ΄ έκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2004, σ. 80.
[10] Δημήτριος Καταρτζής,  Τα Ευρισκόμενα, εκδ. Κ. Θ. Δημαράς, Αθήνα 1970, «Σχέδιο της αγωγής», σ.27.
[11]Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Ερμής 1983, σ. 230.

Η φιλοσοφία και η σχέση της με τη χριστιανική πίστη

Η ηθική ζωή, σύμφωνα με τον Καταρτζή,  δομείται και καταξιώνεται μόνο όταν συνδεθεί με τους άξονες της υγιούς φιλοσοφίας και του χριστιανισμού. Ενώ αντίθετα κινδυνεύουν να αφανισθούν όταν διαπλέκεται με τα αντίθετά τους, δηλαδή την αθεΐα και τη δεισιδαιμονία.

«Αν όμως κανένας μπορέση να δώση τον όρο κάθε μιανής απ’αυταίς ταις έξαις ((φιλοσοφία-αθεΐα, χριστιανοσύνη–δεισιδαιμονία), βέβαια  θέλει εύρει πως η φιλοσοφία, διαφέρωντας άκρως απ’ την αθεία, είναι με την χριστιανοσύνη ένα σχεδόν, σαν κάτι μεσότητες που’ ν και τα δυο τους∙ και η δεισιδαιμονία, ώντας άλλο και άλλο απ’ τη χριστιανοσύνη, ειν’ το αυτό, πες, με την αθεΐα, σαν κάτι άκρα που’ ν αμφότερα: ήγουν η μία υπερβολή περί τα θεία…και η απιστία στα ίδια, τοιουτοτρόπως μια έλλειψη[1]».

Έτσι την φιλοσοφία, που παρακάτω θα ονομασθεί υγιής, για να την προστατεύσει από την αυξανόμενη καχυποψία συγκεκριμένων εκκλησιαστικών κύκλων, δεν την αντιπαραθέτει με τον χριστιανισμό αλλά με την αθεΐα[2] και ο χριστιανισμός αντιπαρατίθεται με την δεισιδαιμονία[3]:«…τολμώ και γω να’ πιχειριστω στον παρόντα λόγο, με τον οποίον διευκρινίζωντας τους ειρημένους χαρακτήρες, ν’ αποδώσω τον ανήκοντα έπαινο στην υγιεινή τη φιλοσοφία, τον καθήκοντα μακαρισμό στον ορθόδοξο χριστιανό, κ’ εξ αναντίας τον πρέποντα ψόγο κ’ ελεεινολογία στης δύο τους παρεκτροπαίς, για να ξέρουν εκείνοι που είναι ή που θέλουν να είναι ορθόδοξοι λόγω και έργω, να ενασμενίζουνται μέχρι τινός στη φιλοσοφία, και ν’ αποφεύγουν με την ολότη τα δύο φοβερά θηρία, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, τη δεισιδαιμονία δηλαδή και την αθεία[4].

Έχει επισημανθεί, σχετικά με τις επιδράσεις που έχει δεχτεί,  ότι διάβαζε,  λόγω της γνώσης της γαλλικής γλώσσας,  γαλλικά περιοδικά, έτρεφε μεγάλη εκτίμηση στην «Εγκυκλοπαίδεια», και γνώριζε τον d’Alembert, τον Βολταίρο, τον Montesquieu και έμμεσα τον Rousseau[5]. Όμως η  Δεισιδαιμονία[6], που προβάλλεται έντονα από τους Γάλλους εγκυκλοπαιδιστές, με τους οποίους όπως θα δούμε συνδέεται στενά ο Καταρτζής και αντίθετα με το κυρίαρχο δεϊστικό ρεύμα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, αποδοκιμάζεται με σφοδρότητα και τίθεται σε ίδια μοίρα με την αθεΐα[7].

Ο Λόγος λοιπόν και ο Θεός, η έμφυτη δυνατότητα  πρόσβασης στη γνώση και η Αποκάλυψη, είναι η πηγή από την οποία απορρέουν δύο ανθρώπινοι τύποι-πρότυπα, με βάση τα οποία αναπτύσσεται η αρετολογία του Καταρτζή. Ο φιλόσοφος και ο χριστιανός εξετάζονται μεθοδικά, άλλοτε ως ιδεατά ανεξάρτητα πρότυπα και άλλοτε ως χαρακτήρες που μπορούν να σχετίζονται και να αλληλοεπηρεάζονται.

¨Όπως θα δούμε οι ηθικές αρετές μπορούν να πραγματωθούν και από τον φιλόσοφο και από τον χριστιανό, όμως δίδεται αξιολογική προτεραιότητα στον χριστιανό: «Ο φιλόσοφος κοινωνεί με το χριστιανό΄ ότι έχουν κ’ οι δύο αρχαίς  στη σοφία τους και στα ηθικά τους. Η σοφία, όμως, του χριστιανού είναι πολλαπλασίως αναγκαιότερη, γιατί περιέχει και τη ψυχική σωτηρία του. Και στα ηθικά του ειν’ εντελέστερος ο χριστιανός, γιατί αγαπάει και τους εχθρούς του, γιατί μετρά μοιχεία την απλή την επιθυμία, γιατί δίδει όλα τα υπαρχοντά του εις τους φτωχούς[8]».

Και ο χριστιανός και ο φιλόσοφος στηρίζονται στον Λόγο, σε αρχές τις οποίες ακολουθούν στην πράξη:«Λέγω λοιπόν οτ’ ο έμφρων, συλαμβάνωντας στον εαυτό του καθαραίς ιδέαις, τις κρίνει ορθά, συνάγει αληθιναίς προτάσες, και συνιστα της αρχαίς του΄στης οποίαις κ’ακουμπώντας, όσαις άλλαις συμπεραν’, ειν’ επίσης ορθαίς σαν κ’ εκείναις∙ ετζη κάμνη κ’ ο φιλόσοφος κ’ ο χριστιανός[9]». Όμως όταν πρόκειται για την παιδαγωγική εφαρμογή της αρετής δίδεται προτεραιότητα στην πράξη προκειμένου να αποκτηθεί η έξη: ««Επειδή και η αρεταις ειν’ έξες προαιρετικαις μετά λόγου, να γένεται προσοχή στο να ταις συνηθίζουν προηγουμένως τα παιδιά, κ’έπειτα να μαθαίνουν το λόγο τους [10]».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]Δημήτριος Καταρτζής, Τα Ευρισκόμενα, εκδ. Κ. Θ. Δημαράς, Αθήνα 1970, «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», σ.72.
[2] Επομένως βρίσκεται εκτός του κύριου διαφωτιστικού ρεύματος έτσι όπως εκφράστηκε στην σχέση του με την θρησκεία. «Ίσως το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του Διαφωτισμού θα μπορούσε να αναζητηθεί στην κριτική και σκεπτικιστική στάση απέναντι στη θρησκεία που είναι ανεπιφύλακτη στη Γαλλική περίπτωση ενώ υπάρχουν εξαιρέσεις στις περιπτώσεις του Γερμανικού και του Αγγλικού Διαφωτισμού», βλ. Ernst Cassirer, Διαφωτισμός και Θρησκεία, μτφρ. Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, εκδ.¨Ερασμος, σ.11.
[3] Γενικότερα ο στόχος του διαφωτισμού υπήρξε  η απαλλαγή του ανθρώπου από τον φόβο, η απομάγευση της φύσης με την διάλυση των μύθων μέσω της γνώσης, βλ., Adorno  Theodor-Max Horkheimer, Διαλεκτική του Διαφωτισμού, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, εκδ. Νήσος, Αθήνα 1996, σ. 29.
[4] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου,ταλάνισμα του δεισιδαίμων», ένθ’ανωτ.,σ.72.
[5]Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Ερμής 1983, ο.π., σ.200.
[6] Η έννοια της δεισιδαιμονίας στον Καταρτζή διαφέρει ριζικά από την χρήση που τις επιφυλάσσει ο Βολταίρος, αφού για τον Καταρτζή ο χριστιανός την αντιστρατεύεται αποτελεσματικά, ενώ στον Βολταίρο  ορίζεται ως :«σχεδόν όλα όσα ξεπερνούν τη λατρεία ενός Υπέρτατου Όντος και την υποταγή της καρδιάς στίς αιώνιες διαταγές του»,  βλ. Wolff Larry, Ο διαφωτισμός και ο ορθόδοξος κόσμος, μτφρ. Μ. Χαντζηιωάννου, Κέντρο Νεοελληνικών ερευνών Εθνικού ιδρύματος ερευνών, Αθήνα 2001, σσ.34-35.
[7] Κ. Θ. Δημαράς, Δημήτριος Καταρτζής, (Σχεδίασμα Βιογραφίας), Αθήναι 1965, Ανάτυπον από την Γενικήν Παγκόσμιον Εγκυκλοπαίδειαν Πάπυρος –Λαρούς, τ.Η΄, σ. 327-331, σ. 21.
[8] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», ένθ’ανωτ.,σσ.76-77.
[9]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων»,  αυτόθι,σ.73.
[10]Δημήτριος Καταρτζής, Τα Ευρισκόμενα, εκδ. Κ. Θ. Δημαράς, Αθήνα 1970, «Σχέδιο της αγωγής», σ.27.

Οι αρετές του φιλοσόφου

Ο φιλόσοφος διακρίνεται για τον ανθρωπιστικό του προσανατολισμό και για την ευαίσθητη ηθική του συνείδηση, σε τέτοιο σημείο μάλιστα που να μας θυμίζει ευαγγελικές προτροπές:«(ο φιλόσοφος) Όλους τους ομοεθνείς του τους έχει σα φίλους, και τους επίλοιπους τους βλέπει ανθρώπους, εκεινο που’ ναι κ’αυτός. Δεν κάμνει κανέναν κακό το παραμικρότερο, αλλά φυλάγεται και να θλίβη κανένανα μέχρι λόγου∙ κάμνει όλους το καλό που μπορεί, κ’όσο δεν μπορεί να τους ωφελήση, τους παρηγορεί ή τους συμβουλεύει∙ δεν έχει να κάμη ποτές με κανέναν, και στρέγει να ζημιωθή παρά να μαλώνη[1]».

Παράλληλα ο φιλόσοφος παρουσιάζεται από τον Καταρτζή ως ολοκληρωμένη προσωπικότητα που εν δυνάμει διαθέτει όλες τις αρετές. Την φρόνηση με την οποία οδηγείται στην ευδαιμονία[2]. Επίσης κατέχει την αρετή της πραότητας καθώς:«..υποφέρνει με μετριότητα τα εγκλήματα των άλλων σ’ αυτόνα και δεν τα ‘κδικιέται[3]». Ακόμη είναι ανδρείος αφού:«..περιεργάζεται τον τρόφιμο της σοφίας που δε φοβάται τα δεινά και τον θάνατο[4]». Επίσης είναι σώφρων:«.. δεν θαυμάζει της θεμιταίς ηδοναίς της αφής, και της αναγκαίαις της γεύσις[5]» και εγκρατής απέναντι στις ηδονές που παρέχουν οι αισθήσεις:«και πως καταφρονα με την ολότη της αισχραίς τους, την ασέλγεια, τη γαστριμαργία κ’οινοφλυγία[6]».

Είναι τέλος δίκαιος:«κοιτάζει πως ο σοφός διανέμει εκείνο που πρέπει εις τον καθένα[7]» και ευσεβής:«γιατ’ήδη τον έχει μυστικότερή του θροφή, και πνευματικότερό του πιοτό.. γιατί πλουτεί τους αγίους που’ ν όλ’ αρετή, που μεσιτεύουνε για τα’ αυτόνα, που τον βοηθουν[8]..». Η Αγάπη προς τον πλησίον «πόσω μάλλλον δε θε ναν’ αυτός βοηθητικός στον αδερφό του το χριστιανό στην αρρώστια του, στην ορφάνια του, στην απορία και βασανά του[9];» αλλά και η φροντίδα για τον λαό όταν κάποιος βρίσκεται στις Αρχές, τις πολιτικές ή τις θρησκευτικές[10].

Επίσης ο φιλόσοφος θέτει ως πρότυπα τις ιδιότητες του θεού και έτσι με τρόπο ασφαλή ευεργετεί τόσο τον εαυτό του όσο και τους άλλους:«(Ο φιλόσοφος)¨Εχει με ενθουσιασμό τα τελειότηταις του Θεού, όσο είναι δυνατό εις τον άνθρωπο, για υπογραμμό του και για τύπο του∙ ό έστι θέλει να τα ξέρη καλά όλα όσα μπορεί, να είναι άμεμπτος όσο μπορεί, να ευεργετάη άλλους, με ό,τι τρόπο μπορεί[11]».

Η ηθική δραστηριότητα, τόσο του χριστιανού όσο και του φιλοσόφου, στηρίζεται σε αρχές. Όμως ο χριστιανός συνάγει τις αρχές του όχι μόνο από το Λόγο αλλά και από την αποκάλυψη. Επιπλέον υπερέχει του φιλοσόφου διότι διαθέτει τρεις κύριες χριστιανικές αρετές, την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη:«Ο ορθόδοξος έχει της αρχαίς του απτό κατ’αποκάλυψίν του προηγουμένως, απτήν αυθεντία των Θείων Γραφων, απτά βιβλία του τα πατερικά, κ’ επομένως από το εμφυτό του το φως. Έχει της αυταίς με το φιλόσοφο αρεταίς, πλην με τελειότερο λόγο∙ έχει υπέρ αυτόν της τρεις θεολογικαίς :την πίστι, την ελπίδα, και την αγάπη[12]».

Μία ακόμη διαφοροποίηση βρίσκεται στην αιώνια προοπτική στην οποία είναι εστραμμένος ο χριστιανός και που καθορίζει ουσιαστικά τις επίγειες επιλογές του:«¨Οθεν, αφ’ου συλλάβει μια φορά στον εαυτό του τα κεφαλαιωδέστερα δόγματα, που με αυτά συναπαρτίζετ’ η σωτηρία του, κ’ αφ’ ου τα εγχαράξει βαθειά στης καρδιας του τις πλάκες, δίδεται όλος στης εντολαίς, ήτοι στη χριστιανική αρετή και πολιτεία της, η οποία ειν’ και περιεκτικότερη, γιατί συμπεριλαμβάνει και μέλλοντα βίο[13]».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», ο.π.,σ.80.
[2] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι,,σ.89.
[3] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.89.
[4] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι,σ.89.
[5] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σσ.89-90.
[6] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι,,σ.90.
[7] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι,,σ.90.
[8] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι,,σ.90.
[9] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.90.
[10] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σσ.91-93.
[11] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.74.
[12] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.74.
[13]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.74.

Η εσχατολογική προοπτική του χριστιανού

Η εσχατολογική προοπτική του χριστιανού, η αρετή της ελπίδας με την οποία πορεύεται στον παρόντα κόσμο γίνεται ο σύνδεσμος για μια ηθική, που αποβλέπει και επιζητεί την βίωση μιας άλλης πραγματικότητας:«(ο ορθόδοξος) δεν ειν’ περιωρισμένος στον παρόντα κόσμο, που τον εβλέπει σα ξένο στου λόγου του, αλλά, τείνωντας κατ’ευθυωρίαν το νου του εις το Θεό, και έχωντας την ελπίδα του εκεί αμέσως το θείο του πρόσωπο, μελετά και γυμνάζει σ’αυτό τη διανοιά τ’ απ’ εδώ. Πράττει λοιπόν τα καλά για να γένη, άξιος σ’ εκεινο όπου ελπίζει, και δε κάμνει τα κακά για να μην το χάση[1]».

Εχει συνείδηση πως δεν φτάνει μόνο η πίστη αλλά είναι αναγκαία και τα έργα, η εφαρμογή της αρετής[2]. Ούτε πίστη χωρίς έργα ούτε έργα χωρίς πίστη:«Καταπείθεται πως πρέπει να εξασκή και τα δύο επίσης, σαν αναγκαία και τα δύο εξ ίσου στη σωτηρία του[3]». Η αγάπη προς τον Θεό είναι αληθινή, εάν εκφράζεται ως αγάπη για τον συνάνθρωπο και εκθειάζεται η ειλικρίνεια και η ευθύτητα ενώ στιγματίζεται η υποκρισία[4].

Ο χριστιανός επίσης συνδέει την ζωή του με την μέλλουσα μακαριότητα που βρίσκεται στην ενωσή του με τον Χριστό. Αυτός, εκτός από την σωτηρία, προσφέρει και το πρότυπο της ηθικής δραστηριότητας και έτσι η ζωή του χριστιανού γίνεται μια μίμηση της ζωής του Χριστού: «Ο νους τ’, ακολούθως, είναι προσηλωμένος σ’ εκεινονα που θέλει αυτός μαζί του να ενωθή και να ζήση αιώνια μέσα του, ο έστι στην παντοτινή του μακαριότητα∙ το εναντίον, πλήν, σα να μην το ξέρη, γιατί δεν τόχει για λόγου του.¨Οθεν , ώντας ευχαριστημένος για την ολίγη και μεγάλη σοφία που ευδόκησ’ αυτός τ’ ο Θεός να τον μεταδώση, με γλώσσα ανθρωπινή, τ’ άλλα, α δεν ειν’ προκομμένος, τ’ αφήνει στους θεολόγους και διδασκάλους της Εκκλησίας, δίδετ’ όμως να τον μιμηθή όσο μπορεί στο να’ ναι άγιος σαν κ’ εκείνονα΄[5]»

Επιπλέον ο χριστιανός, ασκώντας την αρετή της μετανοίας, αποφεύγει να επαναλάβει τα σφάλματα του παρελθόντος και ταυτόχρονα με διακριτικότητα και εμπράκτως διδάσκει τον συνανθρωπό του:«…ειδέ και ξεπέση εκ συναρπαγής σε κανένα σφάλμα, το εξαλείφει με τη συντριβή, με την ικανοποίηση, και με τη χρυσή τους κορωνίδα, την αποχή∙ ειν’ ευεργετικός στον πλησίον του, και με το παραδειγμά του τον διορθώνει΄ και δεν τον ελέγχει ποσώς, γιατί ξέρει πως με τούτο περισσότερο τον σκληρύνει[6]».

Στην ίδια συνάφεια αναφέρεται στον Πλάτωνα και τον συμβιβάζει με τον Χριστιανισμό κυρίως στο θέμα της ύπαρξης και της αθανασίας της ψυχής όπως και των τελικών αιτίων και της θείας Πρόνοιας[7]. Παρατηρούμε πως ο Καταρτζής, μολονότι αποδέχεται και αναβαθμίζει την έννοια του φιλοσόφου, αξιολογεί ως υπέρτερο τον χριστιανό[8], αφού σε αυτόν δεν είναι αναγκαία η φιλοσοφία για την σωτηρία του. ¨Όμως θεωρείται απαραίτητη η γνώση της φιλοσοφίας[9] για τους χριστιανούς, τόσο στο ποιμαντικό τους έργο όσο και όταν κατέχουν κοινωνικά αξιώματα: «Ο χριστιανός δεν έχει χρεί’ από τη φιλοσοφία για τη σωτηρία του, και τη φιλοσοφία την έχει σαν έναν απλό του καλλωπισμό. Και μηδέ τη χρειάζετ’ απλως, παρά μόν’ όταν είναι διδάσκαλος της εκκλησίας, σχολάρχης, ή άρχων λαού[10]».

Παραφθορά της φιλοσοφίας αποτελεί η αθεία και αντίστοιχα του χριστιανισμού η δεισιδαιμονία:«..το φιλόσοφο πρέπει να τον λέμε σοφό φρόνιμο, και τον άθεο σοφό ζαβό∙ και πάλε, το χριστιανό μας να τον ονομάζουμε πιστό φρόνιμό, και το δεισιδαιμονά του πιστό ζαβό[11]».

Εδώ έχουμε την σαφή διαφοροποίηση του Καταρτζή από τον κοινό τόπο του γαλλικού διαφωτισμού, που θέλει να κατατάσσει από κοινού, τόσο την απιστία, όσο και την δεισιδαιμονία. Για παράδειγμα στην «Πραγματεία περί ανεξιθρησκείας» του Βολταίρου[12], έχουμε ανάλογες διαπιστώσεις[13], όπως και σε πολλά άρθρα της εγκυκλοπαίδειας[14]. Ειδικότερα είναι γνωστή η απαξιωτική[15] στάση του Βολταίρου για την ορθοδοξία[16], ειδικά στην Ρωσική εκδοχή της, αν και ποτέ δεν είχε επισκεφτεί ορθόδοξη χώρα[17] και εντάσσεται στην εν γένει απαξιωτική αντιμετώπιση των θρησκειών[18], που θεωρούνται ότι εμφορούνται από προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες και φανατισμούς[19].

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.74.
[2] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.87.
[3]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.88.
[4] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.88.
[5] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σσ. 74-75.
[6] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σσ.74-75.
[7]Π. Κονδύλης, Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες, ένθ’ανωτ., σ.239.
[8] «Ετζη και αλλιώς, όμως, δεν διαφέρει (ο Χριστιανός) σε άλλ’ απ’ εκείνονα παρά πως είν’ θεολογικότερός του στα θεία και τελειοτερός του στην αρετή», Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», ένθ’ανωτ., σ.80.
[9] G. P. Henderson, Η αναβίωση του Ελληνικού στοχασμού 1620-1830, Η Ελληνική φιλοσοφία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, μτφρ. Φ. Κ. Βώρου, Αθήνα 1994, σ. 22.
[10]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», ένθ’ανωτ., σ.77.
[11] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.80.
[12] Ο Βολταίρος (το πραγματικό του όνομα ήταν Francois Marie Arouet le Teune), αποτελεί εμβληματική μορφή για τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και η αξία του έγκειται όχι τόσο στην πρωτότυπη συμβολή του στην φιλοσοφία, που φαίνεται να αναδιαπραγματεύεται γνώμες προγενεστέρων φιλοσόφων, όσο στο ότι θέτει νέα θεμέλια στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, αφού με την εν γένει παρουσία του δημιουργεί τον «διάδοχο του χριστιανισμού»… ¨Εχει υποστηριχθεί σχετικά με την ποιότητα του έργου του, ότι εκτός από το ενδιαφέρον που διατηρούν τα «Φιλοσοφικά διηγήματα», επειδή εκφράζουν τον αγώνα του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με το κακό που ενυπάρχει στην ύπαρξη, σχεδόν οτίδηποτε άλλο διαπραγματεύτηκε, δύσκολα διαβάζετε σήμερα, «εξαιτίας των τοπικά προσανατολισμένων θεμάτων του, και του μονότονου, προπαγανδιστικού ύφους ενάντια στον χριστιανισμό» , μολονότι δεν δήλωνε άθεος, αλλά πίστευε στην διακυβέρνηση του κόμου από μια ανώτερη δύναμη. βλ. Gray John, Ο Βολταίρος και ο Διαφωτισμός, μτφρ. Ειρ .Ραζή, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2004, σσ. 10-18.
[13] Σχετικά με την ηθική δραστηριότητα αμφιταλαντεύεται, ανάμεσα στην σχετικότητα των αξιών, που αρχικά υποστηρίζει ότι υφίσταται σε κάθε διαφορετικό πολιτιστικό πλαίσιο, και την ύστερη άποψή του περί της υπάρξεως ενός έμφυτου «αισθήματος ανθρωπιάς», βλ.Π. Κονδύλης, Ο ευρωπαικός διαφωτισμός, ένθ’ανωτ., σσ. 72-73.
[14] Κ. Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ένθ’ανωτ., σ.238.
[15] Την ενάρετη συμπεριφορά, την εννοεί μονάχα στην αλληλεπιδρασή της με το κοινωνικό σύνολο, ενώ όσες αρετές καλλιεργούνται ξέχωρα από την κοινωνική τους πραγμάτωση θεωρούνται άχρηστες. «Τι με ενδιαφέρει πού είσαι εγκρατής; Τηρείς απλώς μιαν επιταγή υγιεινής ζωής: θα ζήσεις λοιπόν καλύτερα και σε συγχαίρω γι’ αυτό. Έχεις μέσα σου πίστη και ελπίδα, σε συγχαίρω ακόμη θερμότερα: θα σου χαρίσουν την αιώνια ζωή. Οι θεολογικές αρετές σου είναι θεία δώρα, οι θεμελιώδεις αρετές σου αποτελούν λαμπρές ιδιότητες που σε καθοδηγούν αλλά δεν συνιστούν αρετές σε σχέση με τον πλησίον. Ο σώφρων άνθρωπος κάνει καλό στον εαυτό του, ό ενάρετος κάνει καλό στους άλλους», βλ. Voltaire, Επιλογή από το φιλοσοφικό λεξικό και τις Φιλοσοφικές επιστολές, μτφρ.. Α. Παπαγιαννίδης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 1999, σ. 28.
[16] Εξαιτίας του θανάσιμου μίσους του για τον φανατισμό, που τον εντοπίζει στην Αγία Γραφή, εκφράζει την αντίθεσή του στην εξ΄ αποκαλύψεως πίστη, δέχεται την κατά λόγον πίστη και τους προερχόμενους εξ΄ αυτής ηθικούς νόμους, ενώ παράλληλα ασκεί κριτική στον Leibniz και την «Θεοδικία» του, προτιμώντας να αφήσει ο ίδιος άλυτο το πρόβλημα του κακού. βλ., Αναστ. Γιανναράς, Ο Αγγλικός εμπειρισμός και ο Γαλλικός Διαφωτισμός, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1976, σσ.96-98.
[17] Wolff Larry, The Enlightnment and the orthodox world, ένθ’ανωτ., σ. 27.
[18] Συμπληρωματικά, αναφορικά με την σχέση του με την θρησκεία, «αποκήρυττε τον αθεισμό» και θεωρούσε, όπως όλοι οι δεϊστές, την θεία πρόνοια, φορέα της θείας καλωσύνης προς τον άνθρωπο. βλ. Hampson Norman, Ο Διαφωτισμός, Μια αποτίμηση για τις παραδοχές, τις θέσεις και τις αξίες του, μτφρ. Δ. Μπελικούδη, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, σσ. 96-98.
[19] Wolff Larry, The Enlightnment and the orthodox world, ένθ’ανωτ., σ.39.

Δεισιδαιμονία και αθεΐα

Σε αντίθεση με τον χριστιανό, ο δεισιδαίμων παρουσιάζεται με τα πιο μελανά χρώματα και τίθεται στους αντίποδες της ενάρετης ζωής. Πρόκειται για την παραφθορά της γνησιότητας και της αλήθειας, με ολέθριες συνέπειες για την πρακτική ζωή.

Ενώ λοιπόν ο δεισιδαίμων ξεκινά από την ίδια αφετηρία με τον χριστιανό, υιοθετεί τις ίδιες αρχές, και σκοπεύει στο ίδιο τέλος[1], διαφέρει ριζικά, επειδή δεν διαθέτει ορθή κρίση:«Πλήν, σα να μην είχε ακόμη, δύναμι νου, κ’ ηλικία να κρίνη τέτοια καθώς είναι τα πράγματα, ή σα να είχε κάλπικη ζυγαριά, ζυγιάζει βαρύ εκείνο που ’ν’ αλαφρό, και βγάνει αλαφρό το βαρύ.¨Οθεν, αναστρέφωντας την τάξι που έχουν όλα τα πράγματα, έχει τα μικρά μεγάλα, τα περιττά αναγκαία, τα ανεπιβλαβή επιζήμια, και εναλλάξ[2]΄».

Ο δεισιδαίμων, εξαιτίας της λαθεμένης κρίσης έχει διεστραμμένη συνείδηση και χαρακτηρίζεται από φανατισμό και μισαλλοδοξία:« Η συνειδησί του ειν’ πλανεμένη, και το χειρότερο που’ ν’ αδιόρθωτη. Ειν’ ένας παντοτινός θυμός απάνου σ’ εκείνο που το διώρισ’ ο ίδιος κακό, αίρεσι, και παρανομία, κ’ απάνου σ’ εκείνον που τον εψήφισ’ αυτός αιρετικό, και κακό άνθρωπο΄ και τούτο, τ’ονομάζει ένθεο ζηλο[3]».

Έπειτα επικρίνει τόσο την νόθο σοφία και την νόθο πίστη: «Εξ’ εναντίας το ζαβό το σοφό τον βλέπεις να σπουδάζη, να συγγράφη, να μελετά, όχι καθ’ αυτό για της μάθησες, καθώς έπρεπε, αλλά για ναύτη ύλη και επιχειρήματ’ απτά βιβλία..να πη τίποτες ενάντιο στα κείμενα. Ο βίος του είναι επίμωμος. Κ’ α δεν κάμν’ αδικίαις, α δεν ασελγαίνει, α δεν τα κάμ’ όλα, μ’ όλον τούτο υπερβαίνει το μεγαλήτερο άδικο, και το χειρότερ’ακόλαστο και τον εξωλέστερο άνθρωπο, καθό διδάσκει μεθοδικως μια άπειρη άδεια σε όλους να αδικουν, να γυρεύουν, και να τα κάμνουνε όλα, σαν να μην είναι όλα μαζί τίποτες[4]».

Η βάση της αθεΐας και της δεισιδαιμονίας έγκειται στην αποδοχή λαθεμένων αρχών που παράγονται από μια παραφθορά την νόησης: «Εξ εναντίας, ο άνους, πέρνωντας συγκεχυμέναις ιδέαις και συναπτωνταίς ταις κακά, επιφέρει στραβαίς πρότασες και της κάμνει αρχές του∙ απτής οποίαις όσα συμπεράσματα κάμει, ναι, φαίνουντ’ακόλουθα, πλήν είναι ψεύδη, γιατί το θεμελιό τους είναι σάπιο΄ το αυτό πάσχει και ο άθεος και ο δεισιδαίμων[5]».

Παράλληλα σπεύδει να διαχωρίσει με τρόπο απόλυτο τον φιλόσοφο από τον άθεο και θεωρεί ως δεδομένο ότι ο φιλόσοφος αποδέχεται και μεταφυσικές αρχές, αλλά κυρίως διαφοροποιείται στο ηθικό επίπεδο, αφού δέχεται την ύπαρξη αρετών και κακιών: «Ο φιλόσοφος σε όλα διαφέρ’ απτόν άθεο. Οξ’ απτής φυσικαίς της αρχαίς που έχει: την αίσθησι, στη σοφία του αποδέχεται και της μεταφυσικαίς: την ενάργεια, την αντίφασι, τον ικανό λόγο κ’άλλαις πολλαίς, και τελεούτ’ απ’όλαις αυταις. Δοξάζει αρεταίς και κακίαις[6]».

Είναι εμφανής η προσπάθεια του Καταρτζή, να αποδώσει στον άθεο μειωμένη ηθική συνείδηση, ή οποία όπως θα δούμε εξαρτάται από μια προηγούμενη γνωστική δραστηριότητα, που κρίνεται ως ανώριμη και ανεπαρκής. Ο άθεος λοιπόν δεν αποδέχεται την ηθική αξιολόγηση των πράξεων, αλλά ακολουθεί τα πάθη του και πράττει οτιδήποτε τον ευχαριστεί. Θεωρεί ότι όλα εμπεριέχονται στη Φύση η οποία δεν περιέχει κάτι κακό και επομένως όλες οι πράξεις είναι φυσικές και θεμιτές: «Λοιπόν. ο άθεος, θέλωντας ν’ ακολουθάη τα πάθη του αδεώς, για να μην τον ελέγχ’ η συνειδησί του, σηκώνει από της πράξες του το καλό και το κακό, και της ονομάζει μόν’ φυσικαίς, κ’ ακολούθως της νοεί θεμιταίς, α γένεται τούτο εκεί που δεν είναι αθέμιταις[7]».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] «Ο δεισιδαίμων στη χριστιανοσύνη του, κατά τον λόγον ορμά, ναι, από ταις αυταίς αρχαίς, στην πίστι και στα ηθικά, με τον απλώς χριστιανό, και το ου ενεκά του ειν’ το αυτό μ’εκεινου το τέλος», «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», ένθ’ανωτ.,σ.76.
[2]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.76.
[3]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.76.
[4]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σσ.80-81.
[5]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.73.
[6] «Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι, σ.77.
[7]«Εγκώμιο του φιλοσόφου, μακαρισμός του ορθοδόξου, ψόγος του αθέου, ταλάνισμα του δεισιδαίμων», αυτόθι,σ.79.

pemptousia.gr

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.