Φοιτητές που κλόνισαν μια δικτατορία

του Δημήτρη Σαρρή,

Την άνοιξη του 1962, σε μια Ευρώπη που ζει την μεταπολεμική ανασυγκρότηση αλλά και την ψυχροπολεμική διαίρεση, μια από τις πιο μακροχρόνιες και ανθεκτικές δικτατορίες αμφισβητείται από τους φοιτητές: πρόκειται για το estado novo, τη «νέα πολιτεία ή νέο κράτος» της Πορτογαλίας, της οποίας ηγείται ο καθηγητής Αντόνιο ντε Σαλαζάρ από τη δεκαετία του ’30.

Ένα καθεστώς με φασιστικά χαρακτηριστικά προπαγάνδας και χειραγώγησης των μαζών, λογοκρισίας, μονοκομματικού κράτους και αποικιακού μεγαλοϊδεατισμού, που είχε τις ρίζες του στο στρατιωτικό κίνημα του 1926 και εν συνεχεία στην συνταγματική αναθεώρηση του 1933. Αρωγός του ιδιότυπου αυτού κράτους είναι και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ενώ από πολύ νωρίς, ο Σαλαζάρ είχε δείξει και την εχθρότητα του προς την έκπτωτη βασιλική δυναστεία, αποφασίζοντας τη δήμευση της περιουσίας της το 1932. Υποστήριξε τον Φράνκο κατά τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936-39). Όταν δε, το 1937, έγινε μια απόπειρα δολοφονίας του Σαλαζάρ και αυτός σώθηκε, δέχτηκε τα συγχαρητήρια του Χίτλερ και την προσφορά προσωπικής φρουράς από τον Μουσολίνι. Κι όμως, το καθεστώς κατάφερε να διατηρήσει την ουδετερότητα του κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μάλιστα να επιβιώσει και μετά από αυτόν. Η Πορτογαλία αμέσως αγκάλιασε τους νικητές Αμερικανούς και Άγγλους, παραχώρησε στο ΝΑΤΟ την κρίσιμη και χρήσιμη στρατιωτική βάση στις Αζόρες και έγινε προπομπός στη μάχη κατά του Κομμουνισμού. Να σημειώσουμε ότι παρά την έντονη αντικομουνιστική πολιτική (το ΚΚ Πορτογαλίας ήταν ήδη παράνομο από τη δεκαετία του ’20), η Πορτογαλία απέκτησε εμπορικές σχέσεις με την Κίνα του Μάο, μέσω του πορτογαλικού θύλακα του Μακάο, στα ανοιχτά της κινεζικής ακτής.

Οι εποχές όμως άλλαξαν και η άλλοτε αποικιακή δύναμη της Πορτογαλίας έβλεπε ότι μετά βίας θα μπορούσε να διατηρήσει τις υπερπόντιες κτήσεις της. Ήδη, μετά την Ινδική ανεξαρτησία του 1947, οι Πορτογάλοι χάνουν τη μία μετά την άλλη, τις μικρές παράκτιες ζώνες και πόλεις που διατηρούσαν στην Ινδία. Αποκορύφωμα της όλης διαδικασίας αποτελεί ο σύντομος πόλεμος για την Γκόα, στα τέλη του 1961, κατά τον οποίο οι υπέρτερες ινδικές δυνάμεις καταλαμβάνουν την ιστορική πορτογαλική αυτή πόλη και βάζουν ένα οριστικό τέλος στην αποικιακή παρουσία των Πορτογάλων εκεί, μετά από 4 αιώνες…

Μέσα στο ίδιο πλαίσιο, το 1961 ξεκινά μια μακρά περίοδος πολεμικής εμπλοκής για την Πορτογαλία: ο «αποικιακός πόλεμος», ή αλλιώς πόλεμος των υπερπόντιων περιοχών (Guerra do Ultramar). Χιλιάδες Πορτογάλοι στρατιωτικοί κατατάσσονται για να πολεμήσουν στην πορτογαλική Γουινέα (σημερινή Γουινέα Μπισσάου), στην Αγκόλα και στη Μοζαμβίκη, εναντίον των τοπικών αντιαποικιακών – απελευθερωτικών κινημάτων. Χιλιάδες Πορτογάλοι αποφασίζουν να εγκαταλείψουν τη χώρα και γίνονται μετανάστες, για να αποφύγουν τη στράτευση αλλά και για να ξεφύγουν από μια χώρα σε γενική κρίση. Ο πόλεμος αυτός θα στοίχιζε πολλά εκατομμύρια «εσκούδος» (το πορτογαλικό νόμισμα), χιλιάδες νεκρούς και θα έφερνε το τέλος μια μακραίωνης αυτοκρατορίας, μετά την πτώση της δικτατορίας, το 1974-75. Απώλεια ανθρώπων κι εδαφών, οδύνη και ταπείνωση, μετά από πολλά χρόνια «πατριωτισμού» και εθνικιστικής προπαγάνδας. Μία δύσκολη και «δύσπεπτη» μεταπολίτευση, που συμπίπτει με την ελληνική περίπτωση…

Η πανεπιστημιακή κρίση

Την άνοιξη λοιπόν του 1962, με επίκεντρο πανεπιστήμια της Λισαβόνας και της Κοΐμπρα, οι φοιτητές διεκδικούν την οργάνωση τους και αφορμή για την σύγκρουση και την καταστολή δίνεται από την απαγόρευση εορτασμού της «ημέρας του φοιτητή», στις 23-25 Μαρτίου. Αντικείμενο διαμάχης μεταξύ Υπουργείου και φοιτητών είναι το «διάταγμα 40.900», που ουσιαστικά έδινε δικαίωμα στην Κυβέρνηση να παρεμβαίνει άμεσα στα θέματα του Πανεπιστημίου. Υπήρξε άμεση και μαζική κινητοποίηση των φοιτητών αλλά και από την άλλη σκληρή και αμείλικτη στάση της αστυνομίας. Έγιναν εκατοντάδες συλλήψεις αλλά η κρίση δεν λύθηκε. Ο Μαρσέλο Καετάνο, καθηγητής νομικής και πρύτανης του Πανεπιστημίου της Λισαβόνας (και μετέπειτα διάδοχος του Σαλαζάρ) παραιτήθηκε, ενώ αρκετοί διανοούμενοι πήραν το μέρος των φοιτητών, έγγραφα κι έμπρακτα. Ακολούθησαν επαναλαμβανόμενα επεισόδια και πορείες, περικύκλωση και κατάληψη του Πανεπιστημίου από την Αστυνομία, βίαιη καταστολή των εκδηλώσεων της πρωτομαγιάς, μποϊκοτάζ της εξεταστικής του Ιουνίου από τους φοιτητές, απεργία πείνας, απαγωγές και περαιτέρω συλλήψεις. Οι πρωταίτιοι φοιτητές αποβλήθηκαν από το Πανεπιστήμιο.

Ο Σαλαζάρ και οι δυνάμεις καταστολής επικράτησαν τελικά, μέσα από μαζική καταστολή και καταπίεση. Κέρδισαν την μάχη, αλλά είχαν χάσει τον «πόλεμο» στη συνείδηση των πολιτών. Έφθασε ο Δεκέμβριος του ίδιου έτους, 8 μήνες μετά, για να εξομαλυνθούν τα πράγματα, μετά και την αλλαγή του Υπουργού Παιδείας και την έκδοση ενός νέου διατάγματος που αντικαθιστούσε το παλαιότερο. Οι κρατούμενοι απελευθερώθηκαν και οι αποβληθέντες αποκαταστάθηκαν. Ήταν η μεγαλύτερης διάρκειας φοιτητική εκδήλωση αντίστασης και διαμαρτυρίας, εκείνη την εποχή, στην Ευρώπη, λίγα χρόνια πριν το 1968. To 1969, οι εκδηλώσεις «ακαδημαϊκού πένθους» (luto académico – παράδοση που ακολουθείται για το θάνατο ενός καθηγητή ή φοιτητή) εξελίχθηκαν σε διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος ξανά, κάτι που οδήγησε στο κλείσιμο του Πανεπιστημίου της Κοΐμπρα και στην παραίτηση του Υπουργού Παιδείας.

Κι έτσι, η Πορτογαλία μπήκε σε μια τελική περίοδο παρακμής και πτώσης της δικτατορίας, κάτι που έγινε την άνοιξη του 1974, με την «επανάσταση των γαρυφάλλων», μια, σχεδόν αναίμακτη, μεταβίβαση εξουσίας κατόπιν πραξικοπήματος.

Η πτώση του Σαλαζάρ

Η μοίρα του Πορτογάλου δικτάτορα, μετά από τόσες δεκαετίες εξουσίας και πυγμής, ήταν μια «πτώση», πραγματική και συμβολική. Τον Αύγουστο του 1968, έπεσε από την καρέκλα του στην εξοχική του κατοικία στο Εστορίλ. Το γεγονός κρατήθηκε μυστικό και δεν δόθηκε ιδιαίτερη έκταση. Ο ίδιος όμως, έναν μήνα μετά και νιώθοντας αδιαθεσία, δέχτηκε να μεταφερθεί σε νοσοκομείο, όπου μια ολόκληρη ομάδα γιατρών διαπίστωσε εγκεφαλικό αιμάτωμα και άμεση ανάγκη επέμβασης. Ο δικτάτορας εγχειρίστηκε, αλλά δεν υπήρχε πλέον καμία αμφιβολία, για το αν θα μπορούσε ξανά να κυβερνήσει. Μετά και από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, έπεσε σε κώμα. Συνήλθε το υπουργικό συμβούλιο και όρισε άμεσα τον αντικαταστάτη του, τον Καετάνο. Ο ίδιος ο Σαλαζάρ, ανάρρωσε, μήνες μετά, στις αρχές του 1969 και βγήκε από το νοσοκομείο. Είχε μερική παράλυση και γενική αδυναμία. Δεν έμαθε ποτέ όμως ότι αντικαταστάθηκε. Πέθανε το καλοκαίρι του 1970, νομίζοντας ότι ακόμα κυβερνά τη χώρα. Ακόμα και οι επισκέπτες που δεχόταν αυτό το διάστημα, δεν του αποκάλυπταν την αλήθεια, για το ότι η χώρα είχε ήδη άλλη ηγεσία… 

Αναδημοσίευση από Αναγνώστη Πελοποννήσου

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.