Φύση, Οικολογία και Ρομαντισμός

Γράφει ο Γιώργος Καραμπελιάς

περιοδικό Νέος Ερμής ο Λόγιος, τ. 8, Φθινόπωρο 2013

τι είν’ ετούτο; Η Ιστορία
τι είναι τ΄ άλλο; Είν’ η Φύση
διάλεξε το δεύτερο που είναι πρώτο

Νίκος Καρούζος, Μονολεκτισμοί και ολιγόλεκτα, «41»

Η ανθρωπότητα βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι, σε μια κομβική ιστορική στιγμή, όπου η αναζήτηση του χωρίς όρους και όρια εκδυτικισμού, γίνεται ανέφικτη διότι αντιστρατεύεται τα οικολογικά και ανθρωπολογικά όρια του ανθρώπου. Η συνέχισή του θέτει ως προϋπόθεση τη γενετική μεταλλαγή των ανθρώπων και της φύσης. Η εμμονή στο δυτικό «φαντασιακό» οδηγεί σε αέναη επέκταση της κατανάλωσης και της εμπορευματοποίησης, πράγμα αδύνατο χωρίς γενετικές αλλαγές, όχι μόνο στα τρόφιμα αλλά και στον ίδιο τον άνθρωπο, διότι οι πόροι του πλανήτη είναι πεπερασμένοι και τα συναισθηματικά και ψυχολογικά όρια του ανθρώπου πραγματικά. Κατά συνέπεια, ο εκδυτικισμός οδηγεί αμετάκλητα σε απ’ ευθείας σύγκρουση με την ανθρώπινη φύση.

Η επιμονή των ρομαντικών ρευμάτων και η αέναη επανεμφάνισή τους με νέες και ανανεωμένες μορφές, μας θέτει το θεμελιώδες ερώτημα: τι είναι εκείνο που ανανεώνει αδιάκοπα τη ρομαντική πλημμυρίδα και μάλιστα τη γενικεύει σε όλο και περισσότερους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και σκέψης; Μήπως άραγε μια ατελής –και διαρκώς ανολοκλήρωτη– μετάβαση στη «νεωτερικότητα»; Μια μετάβαση σε έναν νέο τύπο ανθρώπου, που για πρώτη φορά εμφανίζεται στην ανθρώπινη ιστορία, έναν τύπο που έχει παραχθεί εν σειρά ως ένα ατομοκεντρικό βουλιμικό ον;

Ο ακαδημαϊκός και κρατικός μαρξισμός χρησιμοποίησε ήδη κατά κόρον την έννοια της «μετάβασης» για να ερμηνεύσει την επίμονη επανεμφάνιση του ρομαντισμού· πρόκειται για μια «κοινωνική μετάβαση» από την παλιά κοινωνία και τις παλιές τάξεις (γαιοκτήμονες, φεουδάρχες, αγρότες, μικροϊδιοκτήτες, ελεύθερους επαγγελματίες, ανεξάρτητους διανοουμένους) προς μια κοινωνία «αστών και προλεταρίων» όπου δεν θα υπάρχει έδαφος για οποιαδήποτε νοσταλγία ή επιστροφή! Και όσο οι «ενδιάμεσες τάξεις» επιβιώνουν ή αναπαράγονται, θα υπάρχει έδαφος για τον ρομαντισμό!

Η μαρξιστική απόπειρα εντάσσεται στο ίδιο σχήμα με τον φιλελευθερισμό: η ολοκλήρωση της «μετάβασης» θα οδηγήσει σε ένα ριζικά διαφορετικό τύπο ανθρώπου. Για τον μαρξισμό, όπως και για τον επιστημονικό ή κοινωνικό ντετερμινισμό, ο άνθρωπος είναι δημιούργημα των συνθηκών σε μια στενή κοινωνιο-δαρβινική εκδοχή της «μεταβίβασης των επίκτητων, κοινωνικά οριζόμενων, χαρακτηριστικών».

Ωστόσο επειδή ο άνθρωπος ορίζεται από βιολογικές, ψυχολογικές και συναισθηματικές σταθερές ή ανάγκες η κοινωνία δεν μπορεί να υποκαταστήσει ολοκληρωτικά τη φύση, κτίζει επάνω της. Αν λοιπόν χρησιμοποιήσουμε την έννοια της «μετάβασης» με έναν ευρύτερο τρόπο, τότε ίσως να είμαστε πιο κοντά στην αλήθεια. Πρόκειται για τη «μετάβαση στον τύπο ανθρώπου» που απαιτεί ο αναπτυγμένος έως τα έσχατα όριά του εμπορευματικός ατομοκεντρισμός, τύπος ο οποίος δεν είναι δυνατό να παραχθεί μέσα στα στενά χρονικά πλαίσια μερικών αιώνων. Γι’ αυτό και η ανανεούμενη και πολύμορφη αντίσταση σε μια τέτοια «μετάβαση» που παίρνει τη μορφή είτε ιδεολογικών και καλλιτεχνικών ρευμάτων είτε κοινωνικών κινημάτων και ουτοπικών προταγμάτων και εγχειρημάτων είτε μιας ψυχολογικής συναισθηματικής και σωματικής εναντίωσης που φθάνει μέχρι την «τρέλα», την απόκλιση, τον αλκοολισμό, ή τα ναρκωτικά.

Αυτός ο «νέος τύπος ανθρώπου» έχει μετατρέψει σε εμπορεύματα και ανταλλακτικές αξίες τις ίδιες του τις επιθυμίες, έχει καταργήσει τον προσωπικό χρόνο προς όφελος του τεχνητού χρόνου, ώστε να επιτρέπει την απρόσκοπτη αναπαραγωγή και διεύρυνση του κόσμου των εμπορευμάτων. Ένας τέτοιος τύπος, που δεν έχει πλέον ανάγκες συμβιωτικότητας, αναγνώρισης, σεξουαλικότητας, συναισθηματικής ταύτισης, προσωπικού χρόνου και χώρου, είναι ανθρωπολογικά ανέφικτος, γι’ αυτό και ο πραγματικός άνθρωπος έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον ίδιο τον κόσμο των τεχνημάτων και των εμπορευμάτων μέσα στον οποίο ζει. Εξ ου και η προσφυγή στο παρελθόν –συλλογικό (την ιστορία και τις παλαιότερες κοινωνικές μορφές) ή ατομικό (την παιδική ηλικία, το όνειρο, την ανάμνηση, την τέχνη, την τρέλα), στο μέλλον,(την ονειροπόληση, την ουτοπία) ή το «αλλού» (κόσμους «εξωτικούς», μη αλλοτριωμένους, συναισθηματικής ή ερωτικής πληρότητας, την τέχνη κλπ). Αυτή η ανθρωπολογική αντίσταση αναγεννάει διαρκώς τη ρομαντική αντίδραση και αντίσταση, όχι απλώς και μόνο στο εσωτερικό κάποιων κοινωνικών τάξεων ή κατηγοριών, αλλά στον ίδιο τον άνθρωπο ως ιστορικο-βιολογική πραγματικότητα.

Δεδομένου ότι η μεταβίβαση των επίκτητων χαρακτηριστικών θα απαιτούσε χιλιετίες, η «πραγματωμένη μετάβαση» σε έναν νέο τύπο ανθρώπου απαιτεί τη γενετική μετάλλαξη του ανθρώπου. οδηγεί σε μια εποχή παρεμβάσεων στο γενετικό υλικό, αρχικά των ζώων και φυτών, όσο και στη συνέχεια του ίδιου του ανθρώπου, για να «προσαρμοστεί» στις νέες «ανάγκες» που έχει δημιουργήσει η τεχνολογία. Όσο λοιπόν ο άνθρωπος θα παραμένει γενετικά εξοπλισμένος με το υλικό που κληρονόμησε, μέσα από δισεκατομμύρια χρόνων εξέλιξης της φύσης γενικά και εκατομμύρια χρόνων εξέλιξης των ανθρωπιδών ειδικότερα, θα είναι αδύνατη η «προσαρμογή» του στο καπιταλιστικό-τεχνολογικό περιβάλλον. θα αναγεννάται διαρκώς η αντίσταση και η εξέγερση, καθώς και η προσφυγή στο παρελθόν, το αλλού, το μέλλον.

Το σημαντικότερο νεορομαντικό κίνημα στην εποχή μας είναι το οικολογικό. Δεν χωρεί δε καμία αμφιβολία πως ο οικολογικός προβληματισμός είναι στο βάθος του ρομαντικός: κηρύττει μια «επιστροφή στη φύση» σε αντιπαράθεση με την τεχνολογική κοινωνία. Μία τάση του μάλιστα, εκείνη της «βαθιάς οικολογίας», θεωρεί πως θα πρέπει να εγκαταλείψουμε με ριζικό και αμετάκλητο τρόπο τον τεχνολογικό πολιτισμό και τη λογική της ανάπτυξης και να «επιστρέψουμε» σε προβιομηχανικές κοινωνίες.

Ένα δεύτερο ρεύμα, υποστηρίζει πως, δεδομένου ότι βρισκόμαστε σε μια κοινωνία τεχνολογική, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να οικολογικοποιήσουμε τη βιομηχανική και εμπορευματική κοινωνία. Να προωθηθούν οι βιομηχανίες και οι τεχνικές απορρύπανσης, να πραγματοποιηθεί μια μετάβαση προς ηπιότερες μορφές ενέργειας, να ενισχυθούν οι τοπικοί και περιφερειακοί θεσμοί, χωρίς ωστόσο να αμφισβητείται η ηγεμονία του εμπορεύματος.

Τέλος, ένα τρίτο ρεύμα που βρίσκεται κοντά στην αντίληψη της «αποανάπτυξης» ενώ συμφωνεί στις βασικές διαπιστώσεις με το πρώτο και θεωρεί τη λογική της ανάπτυξης καταστροφική, πιστεύει πως είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχτούμε ως ένα βαθμό τον βιομηχανισμό, επειδή ζούμε σε έναν κόσμο και μια φύση δημιουργημένη εν μέρει από τον άνθρωπο. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα ήταν δυνατό να επιβιώσει ο σημερινός αριθμός ανθρώπων πάνω στον πλανήτη μας και δισεκατομμύρια θα έπρεπε να εξοντωθούν. Τωόντι η ύπαρξη εφτά δισεκατομμυρίων ανθρώπων πάνω στη γη είναι δημιούργημα του βιομηχανισμού και μια αυθεντική «επιστροφή» σε μια προβιομηχανική κοινωνία θα είχε ως προϋπόθεση την εξαφάνιση των 5/6 του πληθυσμού του πλανήτη. Διότι καμιά προβιομηχανική, αγροτική και βιοτεχνική μορφή παραγωγής δεν μπορεί να θρέψει πάνω από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους. Και το ζήτημα δεν είναι, προφανώς, η ριζική εξόντωση του ανθρωπίνου πληθυσμού, αλλά το σταμάτημα της πληθυσμιακής επέκτασης – η οποία αποτελεί την πρωταρχική και θεμελιώδη πίεση για περαιτέρω «ανάπτυξη». 26

Μια τέτοια διαπίστωση, όμως, δεν σημαίνει καθόλου ότι η λογική της ανάπτυξης και της εμπορευματικής επέκτασης δεν θα πρέπει να καταπολεμηθεί ριζικά και αμετάκλητα. Η ανθρώπινη κοινωνία πρέπει να μεταβάλει «παράδειγμα». Χρησιμοποιώντας ορισμένες από τις τεχνικές του βιομηχανισμού, αναπτύσσοντας ορισμένους τομείς και απο-αναπτύσσοντας ριζικά κάποιους άλλους, περιορίζοντας αποφασιστικά το εμπόρευμα και τον ρόλο του, θα μπορούσαμε, μέσα από μια περίοδο μετάβασης, να περάσουμε σε κοινωνίες με λιγότερους ανθρώπους, σε πόλεις αποκεντρωμένες, σε μονάδες παραγωγής τεχνολογικά σύγχρονες αλλά μικρότερες και ελεγχόμενες από τους παραγωγούς. γενικότερα, σε κοινωνίες όπου, στην κλίμακα των αξιών, το εμπόρευμα και η κατανάλωση θα έχουν υποβαθμιστεί και θα έχει αναβαθμιστεί η συμβιωτικότητα, η μη εμπορευματική δημιουργικότητα, οι ανθρώπινες σχέσεις.

Ένα τέτοιο κοινωνικό όραμα αντλεί από το παρελθόν, από τις προ-αγροτικές κοινότητες σε ό,τι αφορά τον εξισωτισμό και τη σχέση με τη φύση, από την αρχαία Ελλάδα για την οικοδόμηση της πόλεως, της κοινωνίας των πολιτών και τον ρόλο της φιλοσοφίας, από τους ελληνιστικούς χρόνους και την Κίνα για μια μη χρησιμοθηρική επιστημονική δραστηριότητα, από τις μεσαιωνικές πόλεις για τον ρόλο της γειτονιάς και της πλατείας μέσα στην πόλη, από την Αναγέννηση και τη σεξπηρική Αγγλία για την άνθηση της Τέχνης, από τη μοναστική κοινότητα του Αγίου Όρους ή των βουδιστών του Θιβέτ για τα πρότυπα μιας κολεκτίβας, κ.ο.κ. Ρομαντική διάσταση που συντίθεται με την τεχνολογία της πληροφορίας, τις ήπιες μορφές ενέργειας, τη μινιατουροποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, τις εμπειρίες της ψυχανάλυσης και τις κατακτήσεις της σύγχρονης τέχνης.

Στην πρώτη περίπτωση, η λογική της ρομαντικής επιστροφής είναι αποκλειστική και δεν συναρθρώνεται με τη νεωτερικότητα. Στη δεύτερη, μεταβάλλεται σε υποδεέστερη όψη μιας εργαλειο-ορθολογικής εκδοχής, ενώ στην τρίτη, που θα εντάσσαμε στο σχήμα του επαναστατικού ρομαντισμού, έχει ρόλο ηγεμονικό έναντι της νεωτερικότητας, σε σύνθεση μαζί της.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

26 Βλέπε, André Gorz, Οι Δρόμοι του Παραδείσου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1984 και Σοσιαλισμός, Καπιταλισμός, Οικολογία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1992, Γιώργος Καραμπελιάς, Στα μονοπάτια της Ουτοπίας, Λιβάνης-Νέα Σύνορα, Αθήνα 1995.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.