Χριστιανικά συνώνυμα στήν κριτική τοῦ Νίτσε

από Ανδρέας Βιτούλας 

Τὶ ἀρνήθηκε ὁ Χριστός; -Καθετὶ ποὺ ὀνομάζεται σήμερα χριστιανικό. /  Αὐτὸ ποὺ δὲν πάει καλὰ μὲ τὸν χριστιανισμό, εἶναι ὅτι ἀποφεύγει νὰ κάνει ὅλα ἐκεῖνα ποὺ διέταξε ὁ Χριστὸς νὰ γίνουν. / Μόνο τὰ πιὸ πλήρη πρόσωπα μποροῦν νὰ ἀγαποῦν· οἱ «ἀποπροσωποποιημένοι», οἱ «ἀντικειμενικοί,» εἶναι οἱ χειρότεροι ἐραστές […].

(Φ. Νίτσε, Ἡ θέληση γιὰ δύναμη, σ. 113 ·132·193)

Ἡ κριτικὴ τοῦ Νίτσε στοὺς πυλῶνες τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ – θρησκεία, ἠθική, φιλοσοφία, ἀξίες – εἶναι ἐμβληματική, καταιγιστικὴ συνάμα ὅμως καὶ ἐξαιρετικὰ γόνιμη, ὅταν δὲν τραυματίζεται ὰπὸ τὶς σφῦρες τῆς ἄνικμης ἰδεολογικοποίησης. Στὸ ἔργο του «Ἡ θέληση γιὰ δύναμη»[1] ὁ μεγάλος Γερμανὸς στοχαστὴς καταθέτει μία ἀπηνῆ κριτικὴ στὰ κρηπιδώματα τοῦ δυτικοευρωπαϊκοῦ παραδείγματος. Οἱ ρηγματώσεις ποὺ ἐπιφέρει ὁ ὀργισμένος λόγος του ὅμως διανοίγουν τέτοιο βάθος στὶς ἀποθέσεις αἰώνων, ὥστε νὰ διαφαίνεται μία θαλερὴ συστάδα λησμονημένων ἢ ἀνεπίγνωστων βαρύτιμων τῆς χριστιανικῆς κληρονομιᾶς.

Ἀπαριθμώντας τὶς ἐπινοήσεις τοῦ «ἁγίου ψεύδους», ἐννοώντας μὲ τὸν συγκεκριμένο ὅρο τὴν πρακτικὴ τῶν θρησκευτικῶν καὶ φιλοσοφικῶν ἱερατείων νὰ χειραγωγοῦν τὴν ἀνθρωπότητα, ἀναφέρει ὡς πρώτη ἐπινόηση τὸν Θεὸ ποὺ τιμωρεῖ καὶ ἀνταμοίβει. Πρόκειται, μὲ ἄλλα -δικά του- λόγια γιὰ τὴν ἀναγωγὴ ὅλων τῶν κινήτρων στὸν φόβο καὶ τὴν ἐλπίδα.[2] Ποιὸς ὅμως εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ διαθέτει μία ἐλάχιστη γεύση, ἔστω καὶ στὸ κειμενικὸ ἐπίπεδο, τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καὶ θεολογίας, ποὺ θὰ διαφωνήσει μὲ τὸ νιτσεϊκὸ φραγγέλιο ἐνάντια στὴ «χριστιανικὴ» κατατρομοκράτηση τῶν ἀνθρώπων ὑπὸ τὸ βλέμμα ἑνὸς τιμωροῦ ἢ ἐμπόρου Θεοῦ; Εἶναι γνωστὴ ἡ πατερικὴ διάκριση τῶν πιστῶν μεταξὺ δούλων-μίσθιων καὶ υἱῶν, τὸ κίνητρο τῶν ὁποίων στὴ σχέση μὲ τὸν Θεὸ (ἀλλὰ καὶ τοὺς πλησίον) εἶναι ἀντίστοιχα ὁ φόβος τῆς κόλασης, ἡ ἐλπίδα τῆς ἀνταμοιβῆς καὶ ἡ ἀγάπη.[3] Τὸ τελευταῖο γνώρισμα τῆς ἀγάπης εἶναι ποὺ συνιστᾶ τὴν πνευματικὴ τελειότητα, καθὼς ὁ ἄνθρωπος ἔχει χειραφετηθεῖ χαρισματικὰ ἀπὸ κάθε ὁρατὴ καὶ ἀδιόρατη πτυχὴ τῆς πολυδαίδαλης φιλαυτίας.[4] Κατὰ τὸν ἴδιο τὸν Νίτσε ἡ φοβικὴ ἢ λογιστικὴ συναλλαγὴ ἐκφυλίζει καθοριστικὰ τὴν χριστιανικὴ πίστη, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς «ἀγνοεῖ ὅλο τὸ σύστημα τῶν χονδροειδῶν τύπων ποὺ διέπουν τὴν συναλλαγὴ μὲ τὸν θεό».[5]

Τὸ «ἅγιο ψεῦδος» εἶναι μία πτυχὴ τοῦ δομικοῦ συστατικοῦ τῆς νιτσεϊκῆς σκέψης: Αὐτοῦ ποὺ ἑρμηνεύει τὴν πραγματικότητα ὡς προϊὸν τῆς ἀναγκαιότητας νὰ τιθασεύεται χρησιμοθηρικά, ὥστε τὸ ἀέναο γίγνεσθαί της νὰ καθίσταται κατακτητικὰ διαχειρίσιμο. Ὁ λογικὸς αὐτὸς ἐξαναγκασμὸς πρὸς σχηματοποίηση πλάθει τὴν «ἀλήθεια»· δὲν τὴν συνιστᾶ. Ὁ Νίτσε θεωρεῖ ὅτι τὰ ἀξιώματα τῆς λογικῆς θὰ ἦταν συμβατὰ μὲ τὴν πραγματικότητα μόνο ἐὰν «γνωρίζαμε ἤδη τὸ Εἶναι – πρᾶγμα ποὺ δὲν συμβαίνει».[6] Τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ἀριδήλως συγγενὲς μὲ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία, ὄχι τόσο ὡς πρὸς τὸν ἀποφατισμό του ἐν γένει, ἀλλὰ κυρίως καὶ εἰδικότερα ὡς πρὸς τὴ γνωσιοθεωρητική του σκόπευση· διότι καταγγέλλοντας ὁ Νίτσε τὴ δημιουργημένη «ἀλήθεια» καὶ τὸν ἐπινοημένο της κόσμο, οὐσιαστικὰ ἀποκαλύπτει, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος διαπιστώνει, ὅτι «ἡ ἴδια ἡ ἑρμηνεία εἶναι μιὰ μορφὴ τῆς θέλησης γιὰ δύναμη».[7] Εἶναι ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ κατακτητικὴ ἐφόρμηση πρὸς τὰ πράγματα, ποὺ τακτοποιοῦν τὸν κόσμο γιὰ τὶς ἀνάγκες «ἑνὸς ὁρισμένου εἴδους ζώου».[8] Ἡ προσαρμοσμένη αὐτὴ ἁπλούστευση ἀποδεικνύει ὅτι τὸ ἀντικείμενο εἶναι προκατασκευασμένο, ὥστε ἐντός του νὰ ἀναπαυθεῖ ἀσφαλισμένο τὸ μόνο τελικὰ ὑπαρκτὸ καὶ ἀποδείξιμο: τὸ ὑποκείμενο.[9] Θὰ ἀπαιτοῦνταν εἰδικὴ μελέτη τῶν ἱστορικῶν προϋποθέσεων ποὺ γέννησαν τὴν κριτικὴ τοῦ Νίτσε. Ἔστω καὶ σχηματικὰ ὅμως ἴσως δὲν θὰ ἦταν ἄστοχο νὰ ὑπονοηθεῖ ἡ καταθλιπτικὴ ὑποτίμηση τοῦ προσώπου στὸ χριστιανικὸ περιβάλλον τοῦ μεγάλου διανοητή. Ἡ Μεταρρύθμιση ἔδωσε στὸ πρόσωπο τὴ δυνατότητα σχεδὸν νὰ ἐξαερωθεῖ ἀπὸ τὴ φλόγα τοῦ ἄκρατου ὑποκειμενισμού της, ἐνὼ ὁ Ρωμαιοκαθολικισμὸς τὸ συνέθλιψε ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ  συγκεντρωτισμοῦ του. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις τὸ ὑποκείμενο θωρακίζεται μὲ τὴν αὐτάρκεια εἴτε τοῦ ἰδιογνώμονος πλουραλισμοῦ εἴτε τῆς μονιστικῆς ἀκαμψίας. Κοινὸ χαρακτηριστικὸ λοιπὸν τοῦ δυτικοευρωπαϊκοῦ ὑποκειμένου εἶναι ἡ ὠφελιμιστικὴ ἐπέλαση ἐπὶ τῶν πραγμάτων μὲ κοινὸ παρανομαστὴ τὴν ἐξάντληση τῆς ἀλήθειας στὴ νοητικὴ κατάληψη. Δικαίως ὁ Νίτσε διαγιγνώσκει ὅτι «μόνο ἐπειδὴ ὑπάρχει σκέπτεσθαι, ὑπάρχει ἀναλήθεια»[10] ἢ ἀλλιῶς ὅτι «ὑπάρχουν πολλῶν εἰδῶν “ἀλήθειες,” καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια».[11] Ὅταν τὸ Εἶναι ὑπαχθεῖ στὴ βία τῶν νοησιαρχικῶν ἢ αἰσθησιοκρατικῶν κατηγοριοποιήσεων, ἀντικειμενοποιημένα ὑποκείμενο στὴν κατασφάλιση ποὺ προσπορίζει ἡ κατάληψή του, τότε ὁ νιτσεϊκὸς μηδενισμὸς συνιστᾶ μιὰ ἀπεγνωσμένη-θεραπευτικὴ κραυγὴ ἀπελευθέρωσης.

Ἡ ὑπὸ τοῦ Νίτσε καταγγελλόμενη χριστιανικὴ σκλήρυνση λησμόνησε καὶ παραγνώρισε στὴν ἀποστέωσή της ὅτι τὸ ὄντως Εἶναι γνωρίζεται ὑπαρκτικά. Ἡ ἀλήθεια νοεῖται ὡς κοινωνία ἐν τῷ εἶναι.[12] «Ἡ Ὑποστατικὴ Ἀλήθεια γνωρίζεται διὰ τῆς αὐτῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς […]. αὕτη ἡ ἐν ἡμῖν ἐλευθέρα ἀρχὴ οὐδένα ἐπιδέχεται ἐξωτερικὸν ἐξαναγκασμόν […]».[13] Ὅση ἐνεργητικότητα κι ἂν φαίνεται νὰ περιποιεῖ στὸ ὑποκείμενο ἡ γνωσιοθεωρητική του ἔφοδος, στοὺς ἀντίποδες τῆς ἐν σχέσει κοινωνικῆς του μεταποίησης, στὴν οὐσία ὑποκρύπτεται καθήλωση ὑπαρκτικῶν διαστάσεων. Ὁ Νίτσε μὲ πικρία διαπιστώνει ὅτι «Ὁ μὴ παραγωγικὸς ἄνθρωπος θέτει τὸν κόσμο ὡς ἤδη διαθέσιμο, ψάχνει νὰ βρεῖ τρόπους καὶ μέσα γιὰ νὰ τὸν φτάσει. Ἡ “θέληση γιὰ ἀλήθεια”- ὡς ἀνημποριὰ τῆς θέλησης γιὰ δημιουργία»![14] Ὅλο τὸ δυτικὸ οἰκοδόμημα, ποὺ δομήθηκε σὲ μία συγκεκριμένη γνωσιοθεωρητικὴ καὶ ἐπιστημολογικὴ ἐν πολλοῖς στάση, ἐνώπιον τοῦ Γερμανοῦ φιλοσόφου κατακρημνίζεται μὲ πάταγο ἀκριβῶς λόγῳ τῆς κενεμβατούσας ὡς πρὸς τὴν ἀλήθεια ὑπερκινητικότητάς του.

Ὁ νιτσεϊκὸς πόθος γιὰ δημιουργία ἴσως θὰ μποροῦσε, ἂν ὄχι νὰ ἀπαντηθεῖ, τουλάχιστο νὰ πυροδοτηθεῖ περαιτέρω, ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεωρία τῶν λόγων τῶν ὄντων σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος καθίσταται συνδημιουργὸς τῆς πραγματικότητας ὡς συνδιαλεγόμενος μὲ τὸν Δημιουργὸ Λόγο. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατεξοχὴν -συμπαντικῶν διαστάσεων- συν-ἐνεργητικὴ μετοχὴ τοῦ προσώπου στὸ Εἶναι. Πέρα ἀπὸ ἀγκυλωμένες ἀντικειμενικότητες καὶ ὑποκειμενικὲς αὐθαιρεσίες τὸ πρόσωπο ἐνεργεῖ καὶ πάσχει τὴν ἀλήθεια. Οὔτε τὴν «ὑφίσταται» ἄνωθεν, οὔτε τὴν ἐφευρίσκει γιὰ νὰ βρεῖ τόπο. «Προκαλεῖ» τὴν ἀποκάλυψή της χωρὶς ἡ ἐνεργοποίησή του νὰ «πειράζει» κάτι ποὺ ἀντί-κειται ἀλλὰ καὶ χωρὶς ἡ φανέρωσή της νὰ ὑπονοεῖ ἕναν ὑπερβατικὸ κρουνό, ποὺ ἀνοίγει ἀκινητοποιώντας καὶ χειραγωγώντας ἕναν ὑποτασσόμενο δέκτη. Στὴ δυναμικὴ τῆς προσωπικῆς σχέσης ἡ γνώση ἀνθίζει ὡς διαρκὴς κοινωνούμενη ἐμπειρία κατὰ τὴν ἀπολύτως ρεαλιστικὴ-ψηλαφητὴ καὶ ἐπαληθεύσιμη ὑπαρκτικὴ ἀνακαίνιση. Κατὰ τὴ συν-ενέργεια αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος ὑποστασιοποιεῖται. Ἔτσι ἀναστέλλεται δημιουργικὰ κάθε ὑποκειμενικὴ ἐπίσκεψη στὰ πράγματα, ὅταν εἴτε μὲ τὸν μανδύα τοῦ μυστικισμοῦ εἴτε μὲ τὶς κοντόθωρες θηρεύσεις τοῦ ὀρθολογισμοῦ ἢ τῆς αἰσθησιαρχίας ἁπλῶς ταξινομεῖ καὶ ταξινομεῖται ψευδόμενος. Χωρὶς τὴ γεύση αὐτοῦ τοῦ συνεργειακοῦ πλουτισμοῦ, ἀλλὰ μόνο μὲ τὸ πάθος τῆς κριτικῆς, ποὺ διέγνωσε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι πιὰ συνεργάτης τοῦ γίγνεσθαι,[15] ὁ Νίτσε ἔφτασε νὰ ἀκραγγίξει τὴ ματαιοπονία ποὺ κομίζει ἡ δυτικοευρωπαϊκὴ ἰσχὺς τῆς χρησιμοθηρίας: «Ὅποιος ὠθεῖ τὴν ὀρθολογικότητα πρὸς τὰ ἐμπρός, δίνει καινούρια ρώμη καὶ στὴν ἀντίθετη δύναμη, μυστικισμὸ καὶ τρέλα ὅλων τῶν εἰδῶν».[16]

Σὲ αὐτὴ τὴν κατὰ συνθήκη πλαστότητα τῶν ἐπινοημένων προκατασκευῶν ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι κατατεμαχισμένη. «Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἀντιπροσωπεύουν κομμάτια καὶ ἀποσπάσματα ἀνθρώπων».[17] Ἡ ἀπώλεια τῆς καθολικότητας εἶναι ὁδύνη. Ἡ πληρότητα τοῦ ἀνθρώπου ἀναζητεῖται στὴ δημιουργία ἑνὸς ἄλλου τύπου: τοῦ ὑπεράνθρωπου. Ἐκείνου τοῦ ὄντος ποὺ θὰ ἀποσείσει ἀπὸ πάνω του, καὶ ἀπὸ τὸ πεπρωμένο τοῦ κόσμου, τὴν ἠθικὴ τοῦ ἀγελαίου ζώου, τοῦ ὁποίου ἡ εὐγενέστερη ἀξία ἐξαντλεῖται στὴ βοσκηματώδη εὐτυχία τῆς ἀσφάλειας, τῆς ἄνεσης καὶ τῆς εὐκολίας.[18]

Τὸ ὀργισμένο αὐτὸ νιτσεϊκὸ τραῦμα, ποὺ δὲν ξέχασε τὴν ὑπαρκτικὴ ἀνάγκη γιὰ γνησιότητα, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὀνόμαζε «σκεδασμὸ τῆς φύσεως»[19] κατὰ τὸν ὁποῖο ἡ μία φύση καταμερίσθηκε σὲ τόσα ἀντιμαχόμενα κομμάτια ὅσα οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι. Ἡ καινὴ ζωὴ δὲν θὰ χαράξει ὅταν ὁ μερισμένος ἄνθρωπος ἐφεύρει  ἁπλῶς κάποιον ἐξωτερικὸ τρόπο ἅρμοσης, παρὰ ὅταν ἀποφασίσει νὰ μικρύνει γιὰ νὰ περιχωρήσει τὸν ἄλλο. Τὸ νιτσεϊκὸ αἴτημα νὰ δημουργήσει ὁ ἄνθρωπος «τὴ δική του ἀνώτερη μορφὴ τοῦ Εἶναι»[20] φυσικὰ καὶ δὲν προϋποθέτει τὴν ἀσκητικὴ-εὐχαριστιακὴ δεξίωση τοῦ ἄλλου. Εἶναι ὅμως καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ θαυμαστὴ ἡ σύλληψη τοῦ φιλοσόφου περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ σμικρυνθεῖ ὁ ἄνθρωπος, προκειμένου νὰ πραγματοποιηθεῖ τὸ λυτρωτικὸ ξέζεμα ἀπὸ τὶς κιβδηλοποιοὺς σωρεύσεις αἰώνων. Γράφει: «Τὸ μίκρεμα τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νὰ εἶναι γιὰ πολὺ καιρὸ ὁ μόνος σκοπός· ἐπειδὴ πρέπει νὰ δημιουργηθεῖ πρῶτα μιὰ εὐρεία βάση ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ σταθεῖ πάνω της ἕνα πιὸ δυνατὸ εἶδος ἀνθρώπου».[21] Εἶναι σημαντικὸ ὅτι αὐτὸ τὸ μίκρεμα εἶναι ἡ ἀντίρροπη κίνηση τοῦ μικρέματος ποὺ ἤδη ὑφίσταται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν προσαρμογή του στὴ χρησιμότητα.[22] Στὴ διαπίστωση τῆς μειωτικῆς περιστολῆς αἰώνων ὁ Νίτσε ἀπαντᾶ μὲ μιὰ ἄλλου εἴδους, βαθύτερη καὶ οὐσιωδέστερη ἐνεργητικὴ καὶ ἠθελημένη συστολή. Ὅση ἀπόσταση καὶ νὰ χωρίζει τὴ συγκεκριμένη νιτσεϊκὴ προτροπὴ ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἄθλημα τῆς κένωσης, δὲν μπορεῖ σὲ καμία περίπτωση νὰ παραγνωριστεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ φιλόσοφος προτείνει μιὰ ἐπαναστατικῶν διαστάσεων ἀποτίναξη ὅσων συνιστοῦν τὴν ἐμπεδωμένη εὐρωπαϊκὴ ταυτότητα καὶ τὸ ὑποκείμενό της. Αὐτὴ ἡ ὑπαρκτικὴ ἐπανεκκίνηση ἀποδομεῖ συστατικὲς συνθῆκες καὶ ἀρχές μὲ τόλμη ὄντως κενωτικὴ ὡς πρὸς τὴν πηγμένη αὐτάρκεια αἰώνων.

Σίγουρα ἡ ἔννοια τῆς δύναμης στὸν Νίτσε φέρει ἐκτὸς ἀπὸ τὸν σπαραγμὸ γιὰ ἐλευθερία καὶ τὰ ὀγκώδη βαρίδια τῆς παράδοσης ποὺ τὴ γέννησε, ἡ ὁποία νωρὶς ἐνέδωσε στὸν πειρασμὸ τῆς ἀντικειμενοποίησης. Ἀκριβῶς ὅμως γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ μαρτυρία τοῦ Νίτσε εἶναι μεγαλειώδης καὶ συγκινητική, καθὼς ὁ ἴδιος καὶ ἡ σκέψη του ἀφέθηκαν νὰ πονέσουν. Ὅ,τι στὸ σημείωμα αὐτὸ ὀνομάστηκε «χριστιανικὸ συνώνυμο» δὲν φιλοδόξησε νὰ κάνει μία χριστιανικὴ ἀνάγνωση τοῦ Νίτσε, οὔτε στανικὰ νὰ τὸν φέρει στὰ μέτρα της. Ἄλλωστε οἱ μεθοδολογίες φιλοσοφίας καὶ (ἐκκλησιαστικῆς) θεολογίας εἶναι παντελῶς ἀσύμπτωτες. Τὰ ἑκάστοτε συνώνυμα ὅμως παραπέμπουν μὲ ἄλλο τρόπο σὲ κοινὰ σημαινόμενα. Αὐτά, ὅσο πολύσημα κι ἂν φανερώνονται τελικά, μέχρι καὶ τοῦ σημείου νὰ αὐτοπροσδιορίζονται ἀπὸ τὴν ἑτερωνυμία τους, δὲν παύουν νὰ συν-βάλλουν στὴν κατάδειξη ὅτι ὁ ἄνθρωπος θὰ πάψει νὰ εἶναι τέτοιος ὅταν μὲ κάποιον τρόπο πνιγεῖ στὴν ἀναυδία τῆς περατότητας. Αὐτὴ τὴν ἄνευ παράδοση στὴ μοίρα ἀπέτρεψε γιὰ τὸν ἑαυτό του ὁ Νίτσε ἀλλὰ καὶ κάθε σκεπτόμενος. Ἂν ἔγινε μιὰ ἐλάχιστη ἀπόπειρα νὰ ἐξορυχθοῦν εἰδικὰ ἀπὸ τὸν Νίτσε λίγοι ἤχοι ἀπὸ τὸ παλλόμενο μέταλλο τοῦ γόνιμου τραύματός του, αὐτὸ ἔγινε διότι ἡ μουσική του συντέθηκε στὸ θυμωμένο πεῖσμα του ἐνάντια σ’ ἕναν ἐμφιαλωμένο χριστιανισμό, ποὺ κατάφερε μέχρι τὸν καιρό του νὰ μονοπωλήσει σχεδὸν τὴν αὐθεντία. Ὅμως ὁ Νίτσε ἑξηγεῖ: «[…] ὅταν ἐμεῖς οἱ ἀλκυώνειοι εἰδικὰ προσπαθοῦμε μὲ ὅλη τὴ δύναμή μας νὰ ἀποσύρουμε, νὰ ἐκδιώξουμε καὶ νὰ ἐξαλείψουμε τὶς ἔννοιες τῆς ἐνοχῆς καὶ τῆς τιμωρίας ἀπὸ τὸν κόσμο, ὅταν τὸ πιὸ σοβαρὸ ἐγχείρημά μας εἶναι νὰ καθαρίσουμε τὴν ψυχολογία, τὴν ἠθική, τὴν ἱστορία, τὴ φύση, τοὺς κοινωνικοὺς θεσμοὺς καὶ κυρώσεις, ἀκόμη καὶ τὸν Θεό, ἀπ’ αὐτὸν τὸν ρύπο – ποιοὺς πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουμε σὰν τοὺς πιὸ φυσικοὺς ἀνταγωνιστές μας;»[23]. Σημασία δὲν ἔχει τόσο ἡ ἀπάντηση ποὺ καταθέτει παρακάτω, ὅσο τὸ βάρος ποὺ αὐτὴ σηκώνει. Ἕνα βάρος ἀρχοντικό, καρπερῆς, πρωτόφαντης ἀπελπισίας, ποὺ ἀξιώνει, ἔστω καὶ λαβωμένη καὶ συγχυσμένη, συνωνυμία μὲ τὸ ἴδιο τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Ἐκκλησίας καθὼς μὲ εὐκρίνεια ζηλευτὴ ἀναγνωρίζει ὅτι: «ὁ βαθμὸς σιγουριᾶς ὅσον ἀφορᾶ στὶς ὕψιστες ἐπιθυμητότητες, στὶς ὔψιστες ἀξίες, στὴν ὕψιστη τελειότητα ἦταν τόσο μεγάλος ποὺ οἱ φιλόσοφοι δέχτηκαν στὸ ἑξῆς σὰν ἀπόλυτη βεβαιότητα, σὰν νὰ ἦταν ἀπριόρι: τὸν “Θεὸ” στὴν κορυφὴ ὡς δεδομένη ἀλήθεια.»,[24] ὥστε τὸ τραγικὸ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι πιὰ νομοτελειακό: «Ὅποιος ἔχει ἐγκαταλείψει τὸν Θεό, ἐπιμένει πολὺ πιὸ σθεναρὰ στὴν πίστη στὴν ἠθική».[25]

Ὅλη ἡ περιπέτεια τῆς Δύσης, ἡ ρυτιδιασμένη ἀπὸ τὴν ἐνοχή, τὴ συναλλαγή, τὴ βία τῆς κατανόησης, τὴν ὠφελιμιστικὴ χρήση, εἶναι ἐδῶ. Ἀσθμαίνουσα ἀπὸ τὸ κυνήγι ποὺ ἐξαπέλυσε ἐναντίον της ὁ Νίτσε, ὁ θετὸς γιὸς τοῦ Διόνυσου. Θετὸς γιατὶ ἡ φυσική του οἰκογένεια τὸν ἐγκατέλειψε. Στὸ ὄνομα λοιπὸν τοῦ ἀσταύρωτου (διονυσιακοῦ) θεοῦ ἡ ἐκρηκτικὴ μοναδικότητα τοῦ Νίτσε δὲν ἦταν παρὰ ἡ πονετικὴ ἀνάκληση τῆς χαμένης πατρίδας, ἡ ἀναζήτηση μιᾶς αἰωνιότητας γιὰ καθετί,[26] τελικὰ τοῦ ἀληθινοῦ γονιοῦ, τοῦ Σταυρωμένου, ποὺ κάποιοι Τὸν θέλησαν σταυρωτή.

Σημειώσεις

[1] Φρίντριχ Νίτσε, Ἡ θέληση γιὰ δύναμη, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, ἐκδ. Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2014. Στὸ ἑξῆς οἱ ἀναφορὲς τοῦ κειμένου θὰ παραπέμπουν στὶς σελίδες τῆς συγκεκριμένης ἔκδοσης.

[2] σ. 106.

[3] ἐνδεικτικά: ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, PG 91, 709D.

[4] ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι, τ. Β´, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσ/νίκης 1999, σ. 273. Καὶ ὅ.π., τ. Γ´, σ. 119: «[…] δὲν εἶναι σκοπός μου νὰ κάνω τὸ καλὸ γιὰ νὰ πάω στὸν Παράδεισο.» καὶ στὸ ἴδιο, σ. 120. Ἐπίσης στὸ ἴδιο, σ. 170: «Ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ πάη κανεὶς νὰ πῆ τὶς ἁμαρτίες του στὸν πνευματικό, γιατὶ φοβᾶται μήπως πάη στὴν κόλαση, καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι μετάνοια.»

[5] σ. 114.

[6] σ. 317.

[7] σ. 343.

[8] σ. 346.

[9] σ. 349.

[10] σ. 351.

[11] σ. 332.

[12] ἁγ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου , Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 31996, σ. 342·

[13] στὸ ἴδιο, σ. 408.

[14] σ. 361.

[15] σ. 24.

[16] σ. 585.

[17] σ. 530.

[18] σ. 564.

[19] ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον, περὶ διαφόρων ἀπόρων τῆς Θείας Γραφῆς, PG 90, 513C.

[20] σ. 523.

[21] σ. 535.

[22] σ. 522.

[23] σ. 453, ἡ ὑπογράμμιση εἶναι τοῦ γράφοντα.

[24] σ. 27.

[25] σ. 28.

[26] σ. 611.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του, άγγλου, Vilhelm Hammershoi.

antifono.gr

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.