Χριστιανοσύνη και Ευρώπη: Η Δύση πριν την φυλή (2)

Στο προηγούμενο άρθρο έγινε λόγος για τους λαούς της Ευρώπης και τους απογόνους τους στις υπερωκεάνιες αποικίες της ως “λευκούς”, ομαδοποιημένους στα πλαίσια μίας σχετικής “φυλής”.  Μιλήσαμε εκτενώς για τα προβλήματα και τις μεταμορφώσεις, τόσο της φυλής ως φυσικής και κοινωνικής κατηγορίας, όσο και της περιγραφής και οριοθέτησης μίας λευκής φυλής.  Οι ιστορικές ασυνέπειες και οι ποικίλες πολιτικές σκοπιμότητες θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν στο χαρακτηρισμό της όλης υπόθεσης ως ανούσιας, κενής και απαρχαιωμένης.

Γράφει ο Μάριος Νοβακοπουλος*

Το πρώτο αυτό συμπέρασμα, πως καλύτερα θα ήταν να εγκαταλείψουμε αυτό το θέμα και να αναζητήσουμε άλλα ερμηνευτικά εργαλεία, έρχεται να αμφισβητήσει η ανθεκτικότητα του.  Το σχήμα της φυλής και της λευκής φυλής ειδικότερα δε σταματά να επανέρχεται.  Από τη μία πλευρά συγκεκριμένα τμήματα του ακαδημαϊκού χώρου, των μέσων επικοινωνίας και του πολιτικού προσωπικού καταφέρονται με σφοδρότητα στους εντός ή εκτός εισαγωγικών λευκούς, την ιστορία και την κουλτούρα τους ως δύναμη οπισθοδρόμησης και καταπίεσης, ιδίως στις ΗΠΑ αλλά εσχάτως και στην Ευρώπη.  Από την άλλη πλευρά, υπέρμαχοι της πολιτικής υπεροχής (ή έστω υπάρξεως) των ευρωπαϊκών και ευρωγενών πληθυσμών και της ιδιοπροσωπίας τους καταγγέλλουν σκόπιμη δημογραφική αλλοίωση των δυτικών χωρών και σπίλωση ή διαστροφή του δυτικού πολιτισμού, ως ευθείες επιθέσεις στην υπόσταση των λαών τους.  Και αν αυτές οι περιπτώσεις θεωρούνται από κάποιους περιθωριακές και ακραίες, τα δεδομένα παραμένουν.  Ένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης κινείται από τον παγκόσμιο νότο προς την ανεπτυγμένη Δύση, τον “λευκό” βορρά.  Τα ευρωπαϊκά και ευρωγενή έθνη ανοίχτηκαν ιδεολογικά και εδαφικά στον κοσμοπολιτισμό και την εθνοφυλετική ανεκτικότητα, ως αντίδραση στις ακρότητες των παγκοσμίων πολέμων.  Παντού αυτοί οι πληθυσμοί παρουσιάζουν τάσεις υπογεννητικότητας και πτώσης ως ποσοστά επί του συνόλου.  Παλαιά σημεία αναφοράς της ιστορίας τους παραμερίζονται ή και αποκηρύσσονται.  Η μεταναστευτική-προσφυγική κρίση στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ οδήγησε στη μεν σε ραγδαία άνοδο εθνικιστικών και ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων, στις δε σε μία από τις πιο αναπάντεχες πολιτικές ανατροπές της αμερικανικής ιστορίας: την διαβόητη πλέον εκλογή του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου Ντόναλντ Τραμπ.

Στον λόγο για τις παραπάνω εξελίξεις, οι αναλύσεις και η ρητορική περιστρέφονται πολύ συχνά (από αμφότερες τις πλευρές) γύρω από τις λέξεις “Ευρώπη”, “Δύση” και “Δυτικός πολιτισμός”. Τις χρησιμοποιήσαμε ήδη εδώ και τις εξετάσαμε ακροθιγώς στο πρώτο κείμενο.  Ως ταμπέλες ή ετικέτες, λέξεις-σύμβολα ή περιγραφικοί όροι αυτές οι έννοιες υιοθετούνται συχνά τελείως αβασάνιστα, θεωρούνται αυτονοήτως συνώνυμες και το περιεχόμενο τους αλλάζει ανάλογα με τις αξίες του “χρήστη”.  Ειδικά ο όρος Δύση έχει αποδειχθεί εύπλαστος έως κακοποίησης. Η εις βάθος λοιπόν ανατομή και σύγκριση αυτών των κατηγοριών επιβάλλεται, προτού περάσουμε στον κορμό του θέματος.

 

Εν αρχή ην η Μεσόγειος

Αυτό που καλούμε εμείς Ευρώπη δεν είναι παρά η βορειοδυτική απόληξη της “Παγκοσμίου Νήσου”, της μεγαλύτερης χερσαίας μάζας του πλανήτη η οποία αποτελείται από όλον τον όγκο της Ευρασίας και της Αφρικής.  Αυτή η χερσόνησος περιβρέχεται από τον Βόρειο Παγωμένο ωκεανό, τον Ατλαντικό και τη Μεσόγειο θάλασσα, όπως και από τον περίκλειστο Εύξεινο Πόντο. Γεωγραφικά δεν υπάρχει κάποιος λόγος να χωριστούν η βόρειος (Ουκρανία) με τη νότιο (Τουρκία) πλευρά των Παρευξεινίων, ούτε να θεωρηθεί η Μεσόγειος σημείο τομής αντί άξονος επικοινωνίας και ενώσεως-στο μεγαλύτερο μέρος της καταγεγραμμένης ιστορίας ίσχυε μάλλον το δεύτερο. Ακόμη πιο νεφελώδες είναι το όριο προς ανατολάς. Που τελειώνει η Ευρώπη; Συμβατικά λέμε για όρια στον Καύκασο και τα Ουράλια, όμως αυτή η χαρτογράφηση μοιάζει αυθαίρετη. Η Ευρώπη δεν αποτελεί γεωγραφική πραγματικότητα. Αποτελεί αντιθέτως μία ιστορική οντότητα, η οποία ανάγει το όνομα της στην αρχαία Ελλάδα, την πρώτη μορφή ενοποίησης της στη Ρώμη και τα τελικά της όρια στη μεσαιωνική Χριστιανοσύνη.

Ο μύθος της όμορφης Ευρώπης, βασιλοπούλας της Φοινίκης που επιθύμησε και απήγαγε με μορφή ταύρου ο Ζευς, είναι πασίγνωστος.  Στα ελληνικά, Ευρώπη σημαίνει μεγαλομάτα, στις σημιτικές γλώσσες όμως δηλώνει τη δύση του ηλίου.  Για πρώτη φορά χρησιμοποιείται ως  όρος γεωγραφικός στους ομηρικούς ύμνους, περιγράφοντας τη δυτική ακτή του Αιγαίου.  Γρήγορα αναπτύχθηκε ο τριμερής διαχωρισμός του κόσμου, που θα χαρακτηρίσει τη μεσογειακή κοσμοθέαση μέχρι το ταξίδι του Κολόμβου: Ευρώπη, Ασία και Λιβύη, μετέπειτα Αφρική. Με τους Περσικούς πολέμους οι Έλληνες απέκτησαν έναν εξ ανατολών “Άλλον”: εκεί αρχίζει το μακραίωνο αφήγημα της ελεύθερης Ευρώπης και της δουλικής, δεσποτικής Ασίας.  Ως Ευρώπη βεβαίως οι αρχαίοι ημών πρόγονοι εννοούσαν μόνον τους εαυτούς τους: ίδια η ήπειρος έμενε νομή βαρβάρων.  Θαλασσοπόροι και θαλασσομάχοι όντες, οι Έλληνες γέμισαν με αποικίες ολόκληρη τη Μεσόγειο, ιδίως την ανατολική και με έμφαση στη Μικρά Ασία, την Κάτω Ιταλία και τα Παρευξείνια. Με τον Αλέξανδρο η ορμή τους και η οικονομική-πολιτική-πολιτισμική τους εξάπλωση διοχετεύεται προς ανατολάς, από την Αίγυπτο ως τις Ινδίες. Οι λοιποί λαοί της “Ευρώπης” (Θράκες, Ιλλυριοί, Κέλτες) εντάσσονται βεβαίως στην κατηγορία των βαρβάρων, οι οποίοι σε αντίθεσημε τους Ασιάτες είναι υπέρ του δέοντος ελεύθεροι και απείθαρχοι.  Οι Έλληνες, κατά το προσφιλές σχήμα, βρίσκονται στην χρυσή τομή της πεπολιτισμένης μεσότητος.

Η κατάσταση αρχίζει να αλλάζει με την άνοδο της Ρώμης.  Η Δημοκρατία και ύστερα η Αυτοκρατορία υπέταξαν όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, αλλά αυτή τη φορά διείσδυσαν βαθύτερα στο ευρωπαϊκό έδαφος.  Κατακτώντας όλη την έκταση νοτίως του Δουνάβεως και δυτικώς του Ρήνου οι Ρωμαίοι ενοποίησαν πολιτικά μεγάλο μέρος της Γηραιάς Ηπείρου και έθεσαν τις βάσεις μιας κοινής κληρονομιάς, κυρίως στη γλώσσα, τη νομοθεσία και τη διοίκηση.  Συν τω χρόνω αναπτύχθηκε σαφής διάκριση ανάμεσα στις δυτικές επαρχίες, με κυρίως λατινικές επιρροές, και τις ανατολικές, όπου ήδη από τα αλεξανδρινά χρόνια φιλοξενούσαν έναν ελληνογενή κόσμο, μαζί με τις επιρροές των μεσανατολικών πολιτισμών.  Μέσα στο πλαίσιο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας γεννήθηκε και διαδόθηκε η χριστιανική θρησκεία.  Όταν στις αρχές του 4ου αιώνος ο Μέγας Κωνσταντίνος ήρε τους  διωγμούς, χαράσσοντας το δρόμο για τη θριαμβευτική επικράτηση της νέας πίστεως, σχηματιζόταν πλέον το παραδοσιακό τρίπτυχο της “ευρωπαϊκότητος”:  Ελληνισμός, Ρώμη, Χριστιανισμός.

Ευρώπη όμως ακόμα δεν υπήρχε.  Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι δεν ήσαν “Δυτικοί” ή “Ευρωπαίοι”. Έπρεπε πρώτα ο μεσογειακός κόσμος να χαθεί κάτω από τις κατακλυσμιαίες εισβολές των ανθρώπων του βορρά και της ανατολής για να σχηματιστούν τα σύνορα και, αργότερα, η ψυχή της ηπείρου.

Η μεσαιωνική μετάβαση

 

Η διάλυση της μεσογειακής οικουμένης έγινε σε δύο φάσεις.  Η πρώτη προέκυψε από την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.  Μετά την τελευταία διαίρεση του κράτους από τον Μέγα Θεοδόσιο το 395, η ανατολή, όπου είχε μόλις θεμελιωθεί η Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη, σώθηκε-η δύση όμως σαρώθηκε.  Όταν το 476 εκθρονίστηκε ο τελευταίος αυτοκράτορας, γερμανικές φυλές είχαν ιδρύσει βασίλεια από την Καρχηδόνα ως τη Βρετανία. Ακολούθησε γενική πτώση του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου, παράλυση των συγκοινωνιών, παρακμή των πόλεων κ.α.  Αυτοί ήταν οι Σκοτεινοί Χρόνοι, εποχή που παρ’ ότι δεν ήταν ξένη πολιτιστικής δημιουργίας, υστερούσε τόσο ως προς την Ύστερη Αρχαιότητα την οποία και διεδέχθη, όσο και προς τον λοιπό Μεσαίωνα.  Θαμπωμένοι από το μεγαλείο το οποίο μόλις είχαν κονιορτοποιήσει, οι βάρβαροι ηγεμόνες αναγνώρισαν (έστω τύποις) τη βασιλεία της Κωνσταντινουπόλεως, ενσωμάτωσαν Ρωμαίους αξιωματούχους στην αυλή τους και άρχισαν να αφομοιώνονται από τους κατακτημένους.

Σημαντικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία έπαιξε η Εκκλησία της Ρώμης.  Η διάλυση των (αιρετικών) μεσογειακών γερμανικών βασιλείων από τους Ανατολικούς Ρωμαίους και η βάπτιση των Φράγκων  της Γαλατίας άνοιξε το δρόμο για την εξάπλωση του λατινικού χριστιανισμού.  Η διάκριση μεταξύ λατινικού, γερμανικού και ελληνικού χριστιανισμού ανάγεται σε εκείνην την εποχή, απόρροια διαφορετικών πολιτισμικών υποβάθρων, γλωσσικών αναγνώσεων και φιλοσοφικών παραδόσεων.  Με πάτρωνα την Κωνσταντινούπολη και ύστερα τους Φράγκους, η παποσύνη θα απλώσει ένα δίκτυο επισκοπών και μοναστηρίων σε ολόκληρη την Εσπερία.  Στρατιές λατινομαθών κληρικών πλημμύρισαν τις βασιλικές αυλές, αναλαμβάνοντας καθήκοντα διοικητικά και εκπαιδευτικά.  Στα ερείπια των πάλαι ποτέ επαρχιών του Τραϊανού δημιουργείτο ένας νέος πολιτισμός, “μπολιασμένος” από το πολεμικό πνεύμα των γερμανικών φυλών.  Αυτές είναι οι πρώτες ρίζες της Ευρώπης. Από την μείξη προέκυψε ο “Φαουστικός” (κατά τον Spengler) άνθρωπος, ανήσυχος, οραματιστής και ακόρεστος.

Από την άλλη η επιζήσασα αυτοκρατορία της ανατολής εξελισσόταν στο λεγόμενο Βυζάντιο.  Εκχριστιανισμένο και εξελληνισμένο μεν, ακόμη έφερε την ανάμνηση της παλαιάς κοσμοκρατορίας.  Η τάξη που θεμελίωσε ο Κωνσταντίνος διεκήρυττε έναν αυτοκράτορα επί της Γης, αντανάκλαση του μόνου Θεού.  Κορυφαία ενσάρκωση αυτού του ιδανικού υπήρξε ο Ιουστινιανός (527-565), με την αναστήλωση του (renovatio) ξαναέκανε τη Μεσόγειο ως ρωμαϊκή λίμνη.  Η κωδικοποίηση των νόμων που διέταξε έγινε η βάση του σημερινού ευρωπαϊκού δικαίου.  Λαμπρύνοντας της Κωνσταντινούπολη με τη “Μεγάλη Εκκλησία” της Αγίας Σοφίας, ο Ιουστινιανός παγίωσε το μεγαλείο και το πρωτείο της Νέας Ρώμης επί της Παλαιάς.

Η δεύτερη φάση κατάλυσης του μεσογειακού πολιτισμού (μετά την εφήμερη ιουστινιάνεια αναλαμπή) ήρθε στα μέσα του 7ου αιώνος από την Αραβία.  Ο προφήτης Μωάμεθ ένωσε όλες τις φυλές υπό μία θρησκεία, το Ισλάμ, και χαλίφες διάδοχοι του εξαπέλυσαν ιερό πόλεμο εναντίον των εξαντλημένων αυτοκρατοριών της περιοχής, του Βυζαντίου και της Περσίας.  Η μεν Περσία κατακτήθηκε, το δε Βυζάντιο βρέθηκε να δίνει αγώνα επιβίωσης.  Οι Άραβες κατέλαβαν όλες τις ασιατικές επαρχίες πλην της Μικράς Ασίας, πολιόρκησαν δις την Κωνσταντινούπολη, κατέκλυσαν την Αφρική και ξεχύθηκαν στην Ισπανία.  Η επέλαση τους αναχαιτίστηκε στο Πουατιέ της Γαλατίας από τους Φράγκους (732), και ύστερα το σύνορο Ισλάμ και δυτικής Ευρώπης σταθεροποιήθηκε στα Πυρηναία όρη.  Η ισλαμική κατάκτηση οδήγησε σε έξαρση της πειρατείας κατά των βορείων ακτών της Μεσογείου, στην καταστροφή και αφομοίωση του ελληνιστικού πολιτισμού και την παρακμή της ανατολικής χριστιανοσύνης.  Με τις μονοφυσιτικές και νεστοριανές εκκλησίες υπό δουλεία και εξισλαμισμό, μόνο η Αιθιοπία έμεινε ανεξάρτητος θύλακας, αλλά η γεωγραφική απομόνωση της έθετε τον “εξωευρωπαϊκό” χριστιανισμό στο περιθώριο.

Εν ολίγοις, η αραβική κατάκτηση α) καθόρισε τα νότια σύνορα της Χριστιανοσύνης, που θα γίνονταν σύνορα της Ευρώπης, και β) άλλαξε τη δημογραφία της: πλέον ήταν ένας κόσμος “βορείως της Μεσογείου”,  “ευρωπαϊκών” φυλών.  Αυτό το δεύτερο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ανατολική-ελληνίζουσα Χριστιανοσύνη: Και αυτό διότι περιοχές όπως η Συρία, η Παλαιστίνη ή η Αίγυπτος είχαν μεγάλους πληθυσμούς, τεράστια οικονομική σημασία και βαρύτατο ιστορικό και πολιτισμικό φορτίο. Εάν το Βυζάντιο είχε κατορθώσει να διατηρήσει τον έλεγχο αυτών των περιοχών, θα μιλάγαμε για έναν πραγματικά ενδιάμεσο, πιο μεικτό εθνοφυλετικά πολιτισμό με πολύ εντονότερες διαφορές από τις σύγχρονες ανατολικής-δυτικής Ευρώπης. Ίσως να μην υπήρχε καν αυτή η διάκριση: Ο όρος “Ευρώπη”, αν σήμερα είναι ως ένα βαθμό προβληματικός για την καθ’ ημάς Ανατολή, σε αυτό το σενάριο θα ήταν αδιανόητο να εννοηθεί πέρα από τα στενά όρια της τότε λατινογερμανικής Χριστιανοσύνης.  Η ένταξη της Ρωμιοσύνης στην σημερινή “ευρωπαϊκή οικογένεια”, τουλάχιστον συνειδησιακώς, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την πολιτική δορυφοροποίηση που έφερε η απώλεια της αυτοκρατορίας.

Οι δύο χριστιανικές κοινοπολιτείες

 

Ο αναστηλωμένος βυζαντινός έλεγχος της Ιταλίας ήταν εξ αρχής επισφαλής και δεν μπόρεσε να αντιταχθεί στην εισβολή των γερμανικής προελεύσεως Λογγοβάρδων (568). Η κρίση της Εικονομαχίας αποξένωσε ακόμη περισσότερο την Κωνσταντινούπολη από την παποσύνη. Το 752 λοιπόν ο πάπας Στέφανος ζήτησε βοήθεια από τον Φράγκο βασιλέα Πεπίνο. Ο τελευταίος οδήγησε το στρατό του στην Ιταλία και αφού νίκησε τον εχθρό, απέδωσε τα εδάφη της κεντρικής Ιταλίας στον πάπα για να ιδρύσει δικό του κράτος, αντί να τα επιστρέψει στο Βυζάντιο.  Η δύναμη των Φράγκων θα ανδρωνόταν επί του διαδόχου του, Καρλομάγνου (774-814).  Ο Φράγκος βασιλιάς υπέταξε ένα μεγάλο μέρος της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης, συγκροτώντας μια ενιαία αυτοκρατορία.  Σε αντάλλαγμα για την τελική συντριβή των Λογγοβάρδων, ο πάπας Λέων έστεψε τον Καρλομάγνο αυτοκράτορα των Ρωμαίων τα Χριστούγεννα του 800.  Περίπου τρεις αιώνες αφού η δυτική αυτοκρατορία είχε καταληφθεί από τους βαρβάρους, οι κατακτητές της ανακηρύσσοντο διάδοχοι της. Προφανώς αυτή η κίνηση αποτελούσε ευθεία αμφισβήτηση της πολιτικής θεολογίας και ιδεολογίας του Βυζαντίου, το οποίο πάντοτε έφερε βαρέως αυτήν την προσβολή.

 

Ο Καρλομάγνος, ως ο πρώτος μεγάλος βασιλεύς μετά την πτώση της Ρώμης έχει μεγάλη αξία στο φαντασιακό των δυτικών και σήμερα αξιοποιείται ως ισχυρό σύμβολο της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως.  Πολιτικοί με συνεισφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση τιμώνται με το παράσημο του Καρλομάγνου.  Δεν είναι τυχαίο πως ο χάρτης των ιδρυτικών μελών της ΕΟΚ (Δ. Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Κάτω Χώρες) ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με εκείνον της Φραγκικής αυτοκρατορίας.  Ο μετακαρολίγγειος χώρος εξελίχθηκε στην πολιτιστική, πολιτική και οικονομική καρδιά της μελλοντικής Ευρώπης

 

Η αυτοκρατορία του Καρλομάγνου δεν θα κρατούσε για πολύ: οι διάδοχοι του την διέσπασαν και την εξάντλησαν.  Από τις διαιρέσεις αυτές γεννήθηκαν οι πυρήνες των μελλοντικών κρατών της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας.  Η αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας και οι επιδρομές των Βίκινγκς και των Μαγυάρων οδήγησε σε κατακερματισμό: περισσότερη σημασία από τον βασιλέα είχε ο τοπικός αφέντης, που με επίκεντρο τον πύργο του και συνοδευόμενος από τους ιππότες του προστάτευε τους χωρικούς με αντάλλαγμα την πίστη τους.  Το σύστημα αυτό ονομάστηκε φεουδαρχία, και δημιούργησε μία ιεραρχική κοινωνική δομή.  Παράλληλα με το πολιτικοστρατιωτικό σύστημα εδραιωνόταν και ένα αντίστοιχο εκκλησιαστικό.  Το 962 ο Όθων Α’ της Γερμανίας αποκατέστησε την ενότητα της «Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» και έλαβε εκ νέου το ρωμαϊκό τίτλο από τον πάπα, εξοργίζοντας το Βυζάντιο.  Το βασιλικό συνοικέσιο της Ρωμαίισσας Θεοφανούς με τον Όθωνα Β’ μόνον προσωρινώς εξομάλυνε την κατάσταση.

Η διαυτοκρατορική έριδα συνοδευόταν και από εκκλησιαστική.  Οι θεολογικές παρεκκλίσεις οξύνθηκαν από την προσπάθεια των Φραγκο-γερμανών να ελέγξουν την Ρώμη.  Ζητήματα όπως η έκταση των εξουσιών του παπικού πρωτείου και η προσθήκη του φιλιόκβε στο Σύμβολο της Πίστεως βρέθηκαν στο επίκεντρο του πρώτου σχίσματος του 860.  Συγχρόνως παποσύνη και πατριαρχείο έκαναν αγώνα δρόμου για το ποιος θα εκχριστιανίσει τα αβάπτιστα έθνη.  Η βυζαντινή αποστολή του Κυρίλλου και του Μεθοδίου στη Μοραβία διαλύθηκε από τους Φράγκους, ενώ η απόπειρα δυτικών ιεραποστόλων να διεκδικήσουν τη νεοσύστατη βουλγαρική εκκλησία συνάντησε την αντίδραση του βυζαντινού στρατού.  Ο εκχριστιανισμός των εθνικών είχε τεράστια σημασία για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ηπείρου.  Οι ιεραπόστολοι έφερναν μαζί τους πολιτισμό: οι Ούγγροι, οι Κροάτες, οι Πολωνοί και οι Σκανδιναβοί που γνώρισαν την πίστη από τη Ρώμη εντάχθηκαν στα δυτικά συστήματα εξουσίας, παιδείας κ.α., μαζί με την εισαγωγή της λατινικής γλώσσας.  Αντιθέτως οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι και οι Ρώσοι έλαβαν από τους Βυζαντινούς ένα καινούριο αλφάβητο για τις γλώσσες τους, το γνωστό κυριλλικό, και υιοθέτησαν την τέχνη και τα ήθη της Κωνσταντινουπόλεως.

Με αυτόν τον τρόπο οι λαοί του βορρά και της ανατολής θα εντάσσονταν στην πίστη, και από εκεί θα γίνουν κομμάτια της σημερινής “Ευρώπης”  Τα εκκλησιαστικά σύνορα δημιούργησαν μια κατανομή χώρου και πολιτικής ανάμεσα σε δύο Χριστιανοσύνες.  Από τη μία πλευρά υπήρχε το ανατολικό σύστημα, η “Βυζαντινή Κοινοπολιτεία” για να χρησιμοποιηθεί ο δημοφιλής όρος του Dimitri Obolensky.  Στην Εσπερία, ιδίως μετά την εδραίωση της Γερμανικής αυτοκρατορίας, του φεουδαρχικού συστήματος και της εκκλησιαστικής ηγεμονίας, θεμελιώθηκε η res publica christiana).  Η οικουμένη αυτή ήταν δικέφαλη:  στην κορυφή συνωστίζονταν ο πάπας και ο αυτοκράτορας.  Ο ανταγωνισμός αυτών των κεφαλών θα εκδηλωθεί πολύ εντονότερα από ότι στην ανατολή, βάζοντας τα θεμέλια της μακραίωνης διαπάλης “εκκλησίας και κράτους” στον δυτικό κόσμο.  Η παποσύνη δημιουργούσε θεσμούς που εμβάθυναν την ενότητα των πιστών.  Τα προσκυνήματα σε γνώρισαν τεράστια διάδοση την εποχή εκείνη, καθώς ευσεβείς από κάθε τόπο συνέρρεαν να τιμήσουν άγια λείψανα στη Ρώμη ή την Αγία Πόλη της Ιερουσαλήμ, που για το μεσαιωνικό άνθρωπο ήταν το κέντρο του κόσμου.  Από τον 11ο αιώνα οι σχολές των καθεδρικών ναών άρχισαν να εξελίσσονται σε πανεπιστήμια, δημιουργώντας το υπόβαθρο για την ανάπτυξη της δυτικής μάθησης. Τα πτυχία τους είχαν ισχύ σε όλον τον καθολικό κόσμο.

 

Η ολοκληρωτική όμως χειραφέτηση της δύσης και η παγίωση του διχασμού αυτής με τη βυζαντινή ανατολή γεννήθηκε μέσα από δύο γεγονότα:  το οριστικό Σχίσμα των Εκκλησιών και τις Σταυροφορίες.

 

Η Ανατολή “βγαίνει από την μέση”

 

 

Η συνέχιση των θεολογικών διαμαχών και οι στρατιωτικές εντάσεις στην Ιταλία μεταξύ Γερμανών, Νορμανδών και Βυζαντινών οδήγησαν στην ανταλλαγή αναθεμάτων του 1054, σε μία εκκλησιαστική ρήξη που τότε δεν τράβηξε τόσο την προσοχή, αποδείχθηκε όμως κοσμοϊστορική λόγω των γεγονότων που ακολούθησαν τις αμέσως επόμενες δεκαετίες.

Την ίδια περίοδο το Βυζάντιο βρισκόταν σε παρακμή, και μετά τη μάχη του Μάντζικερτ (1071) κατέρρευσε υπό την επίθεση της πλημμυρίδας των Σελτζούκων Τούρκων.  Η στρατιωτική κατάρρευση  και τα δεινά των πιστών από την Μικρά Ασία ως Παλαιστίνη έκαναν την Κωνσταντινούπολη να ζητήσει βοήθεια και την Ρώμη (για τις δικές της σκοπιμότητες) να ανταποκριθεί.  Η Δύση σπαρασσόταν από τις έριδες μεταξύ παπών και Γερμανών αυτοκρατόρων, αλλά παράλληλα εκτυλισσόταν μία σειρά αντεπιθέσεων κατά των Αράβων στην Ισπανία, την Ιταλία και την Αφρική.  Η παποσύνη είχε ευλογήσει τους πολέμους αυτούς ως ένοπλα προσκυνήματα η ανάληψη των οποίων εκπλήρωνε επιτιμίου για άφεση αμαρτιών.  Επικουρούμενος από ιεροκήρυκες που διεκτραγωδούσαν τα δεινά των χριστιανών στους Αγίους Τόπους, ο πάπας Ουρβανός Β’ κήρυξε την Α’ Σταυροφορία το 1095.  Όχλοι χωρικών και στρατιωτικά συγκροτήματα ιπποτών άρχισαν να διασχίζουν την Ευρώπη και οδεύοντας προς την Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Ασία.

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός, παρ’ ότι είχε εν πολλοίς προκαλέσει την εκστρατεία, με διαχειρίστηκε τις σταυροφορικές δυνάμεις με προσοχή. Μια σειρά από ασυνεννοησίες αλλά και η εμμονή ορισμένων σταυροφόρων να διεκδικήσουν δικά τους τιμάρια  οδήγησαν στην κατάρρευση της κοινής δράσης.  Οι σταυροφόροι πήραν την Ιερουσαλήμ (1099) και ίδρυσαν λατινικά κρατίδια σε όλη τη μεσογειακή περιφέρεια της ανατολής.  Το ευάλωτο της γεωγραφίας τους οδήγησε σε νέες σταυροφορίες για τη στήριξη τους, τη Β’ το 1147και τη Γ’ το 1189, με πενιχρά αποτελέσματα.  Στο ενδιάμεσο οι Βυζαντινοί βρίσκονταν σε μόνιμες τριβές με δυτικές δυνάμεις όπως οι Νορμανδοί και οι Βενετοί.  Η αναζωπύρωση της αυτοκρατορικής έριδας με τους Γερμανούς και η αυξανόμενη επιρροή Λατίνων στη βυζαντινή οικονομία όξυνε την καχυποψία μεταξύ των δύο κόσμων.  Υποκινούμενος από τον επίδοξο σφετεριστή Ανδρόνικο Κομνηνό, ο όχλος της Κωνσταντινούπολης προχώρησε στην σφαγή δεκάδων χιλιάδων δυτικών της πόλεως (1182).  Τρία χρόνια αργότερα οι Νορμανδοί θα άλωναν βάναυσα τη Θεσσαλονίκη.  Όταν η ανάκτηση της Ιερουσαλήμ από τον μουσουλμάνο ηγεμόνα Σαλαντίν θα πυροδοτούσε την Γ’ Σταυροφορία, το Βυζάντιο βρέθηκε να συμμάχησε μαζί του για να εμποδίσει την κάθοδο των Γερμανών.  Την περίοδο αυτή οι Άγγλοι κατέλαβαν την Κύπρο.

Οι ενδοδυναστικές διαμάχες του Βυζαντίου ενέπλεξαν με τραγικό τρόπο τις δυνάμεις της Δ’ Σταυροφορίας και της Βενετίας, φέρνοντας τις στην Κωνσταντινούπολη, την οποία και τελικά άλωσαν το 1204.  Η βεβήλωση της θρυλικής Νέας Ρώμης σηματοδότησε την οριστική κατάρρευση της ελληνίζουσας ανατολικής Χριστιανοσύνης ως ανεξαρτήτου πολιτισμού και κέντρου ισχύος.  Τον 13ο αιώνα οι Βυζαντινοί (ολοένα και περισσότερο αφυπνιζόμενοι ως Έλληνες) εκπαραθύρωσαν τους Φράγκους εισβολείς από το μεγαλύτερο μέρος του ελλαδικού χώρου, όμως η απόσχιση Σέρβων και Βουλγάρων στο βορρά και η τουρκική προέλαση στην ανατολή τους κατέστησαν σκιά του εαυτού των, ακόμη και μετά την πολυπόθητη ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως το 1261.  Συγχρόνως η ορθόδοξη Ρωσία δέχθηκε την εισβολή των Μογγόλων, ενώ αγωνίστηκε επί μακρόν για να αποκρούσει δυτικές επιβουλές υπό την ηγεσία του πρίγκιπα Αλεξάνδρου Νέφσκυ.

Οι σταυροφορίες, από όργανο χριστιανικής ενότητος αφιερωμένο στην προστασία των “αδελφών που ζουν στην ανατολή” όπως κήρυττε ο Ουρβανός, έγιναν εργαλείο στραγγαλισμού του ορθοδόξου κόσμου και επέκτασης της λατινικής κοινοπολιτείας. Με μία ασυνήθιστη ευθύτητα ο διαπρεπής Γάλλος μεσαιωνολόγος Jacques Le Goff δηλώνει πως η πτώση του Βυζαντίου τελικά έκανε καλό στην Ευρώπη, αφού χωρίς τον ελληνικό πόλο ισχύος έμεινε μόνο ο δυτικός.  Χωρίς αυτήν την “αναπηρία” όπως την αποκαλεί, οικοδομήθηκε απρόσκοπτα η σημερινή ευρωπαϊκή ενότητα.  Εκεί που η Χριστιανοσύνη είχε δύο πόλους, έμεινε με έναν πυρήνα και μια φθίνουσα περιφέρεια.  Παρ’ ότι οι εκστρατείες των Αγίων Τόπων τελικώς απέτυχαν (το τελευταίο δυτικό προπύργιο, ο Άγιος Ιωάννης της Άκκρας έπεσε το 1291), οι αντίστοιχες στη Βαλτική θάλασσα και την Ισπανία είχαν μόνιμα αποτελέσματα.  Η σύμπραξη πολεμιστών από διαφορετικούς τόπους και η δημιουργία θεσμών όπως τα μοναστικά τάγματα καλλιέργησαν ένα πνεύμα ενότητος.  Όταν στα τέλη του Μεσαίωνος έσβηνε το όραμα της Ιερουσαλήμ, η  Εσπερία θα γινόταν το κέντρο του κόσμου.

Η ρήξη, τέλος, με το Βυζάντιο και η τελική συντριβή του ήταν ένα σημαντικό βήμα προς την κοσμοθεωρητική χειραφέτηση της δύσεως.  Χωρίς την ανατολική αυτοκρατορία, η οποία ως τότε ήταν και πολύ πλουσιότερη υλικά και πολιτιστικά, να αποτελεί μόνιμο μέτρο σύγκρισης και υπενθύμισης ότι η ελληνορωμαϊκή κληρονομιά ενσαρκωνόταν αλλού, η λατινική Χριστιανοσύνη βρέθηκε χωρίς εσωτερικό “εχθρό” και πλέον αφιερώθηκε στο δικό της έργο διανοητικής και καλλιτεχνικής παραγωγής, περισσότερο πρωτότυπο και λιγότερο σε βυζαντινές βάσεις.  Η επίθεση στους “αιρετικούς Έλληνες” συσπείρωσε τους “Φράγκους” και τους έδωσε ένα επιπλέον στρώμα ταυτότητος.  Δεκάδες συγγράμματα αφιερωμένα στην αντίκρουση των “σφαλμάτων των Ελλήνων” (contra errores graecorum) μαρτυρούν του λόγου το αληθές.  Με τη σειρά τους η ύστερη βυζαντινή και ρωσική συνείδηση διαποτίστηκαν από έναν έντονο αντιλατινισμό.

Από τις ρωγμές της Christianitas γεννιέται η Europa

 

“Τα έτη 1501 και 1533, έτη συγγραφής και έκδοσης αντίστοιχα του έργου «Εγχειρίδιο του Χριστιανού Στρατιώτη-Ιππότη», ο Έρασμος δεν ένιωσε καμία ανάγκη να μιλήσει για «Ευρωπαίο Στρατιώτη» ή/και να ονοματίσει το έργο του υπό τον τίτλο «Εγχειρίδιο του Ευρωπαίου Στρατιώτη». Στο ιστορικής σημασίας και επιρροής αυτό έργο του Εράσμου υπάρχουν πέντε με δέκα αναφορές στον όρο Χριστιανοσύνη (Christendom) και καμία αναφορά στον όρο Ευρώπη. Υπάρχουν πάνω από εκατό αναφορές στον όρο «Χριστιανός ή χριστιανικός» και καμία αναφορά στον όρο «Ευρωπαίος ή ευρωπαϊκός». Και φυσικά, πέρα από δεκάδες αναφορές σε Πίστη και Εκκλησία, οι περισσότερες, μερικές εκατοντάδες, είναι σε Χριστό και Θεό – καμία αναφορά σε «Ευρώπη», πόσο μάλλον σε «Δύση». Δεν έχει ξεκινήσει ακόμη, παραμονεύει, η Μεταρρύθμιση των Διαμαρτυρομένων…”

Κοσμοϊδιογλωσσία

 

Ενώ η περίοδος μετά τις Σταυροφορίες χαρακτηρίστηκε από μεγάλη ευημερία στη δυτική Ευρώπη, άνθιση του εμπορίου και των τεχνών, δημογραφική ακμή και αστική ανάπτυξη, ο 14ος αιώνας ήρθε γεμάτος σοβαρές κρίσεις που υπέσκαψαν τα κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά θεμέλια του μεσαιωνικού κόσμου.  Το τέλος της θερμής περιόδου και η είσοδος μίας “μίνι” παγετώδους εποχής  προκάλεσε εκτεταμένο λιμό και εκείνος αγροτικές εξεγέρσεις.  Η έλευση της βουβωνικής πανώλους από την Ασία το 1347 σκόρπισε το θάνατο σε όλη την ήπειρο, αφανίζοντας από το εν τρίτο ως το μισό πληθυσμό της.  Οι κοινωνικές δομές κατέρρευσαν, η έλλειψη εργατικών χεριών οδήγησε στην αύξηση των μισθών και στη μείωση της δύναμης της φεουδαρχίας.  Την ίδια περίοδο η σύγκρουση κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας έφθασε στο απόγειο της με το Δυτικό Σχίσμα την “βαβυλώνειο αιχμαλωσία” της Αβνιόν.  Όταν η ρήξη επουλώθηκε η Εκκλησία είχε απομείνει με περιορισμένη πολιτική ισχύ και καταρρακωμένο γόητρο.  Από εκεί και ύστερα βυθίστηκε όλο και περισσότερο στη διαφθορά και  την ανυποληψία.  Μεταξύ 1337-1453 μαινόταν πόλεμος μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, ενώ το 15ο αιώνα η πρώτη συνταράχθηκε από τον εμφύλιο πόλεμο των Ρόδων.  Στους πολέμους αυτούς η παλιά ιπποτική αριστοκρατία αποδεκατίστηκε, ενώ η εξέλιξη όπλων όπως το τόξο, η βαλλίστρα και η σάρισα μείωσαν το πλεονέκτημα του ιππικού.  Η είσοδος των πυροβόλων όπλων κατέστησε ευάλωτα τα κάστρα των φεουδαρχών.  Η συμμαχία της βασιλικής εξουσίας με τα αστικά στρώματα εναντίον της φεουδαρχίας και της Εκκλησίας ήταν το πρώτο βήμα για την ανάπτυξη συγκεντρωτικών εθνών-κρατών και την απομάκρυνση από το μεσαιωνικό υπόδειγμα της παπο-αυτοκρατορικής universitas christiana.

 

Η αποσύνθεση του Βυζαντίου στην ανατολή άνοιξε δρόμο για την ορμητική έφοδο των Οθωμανών Τούρκων προς τη χερσόνησο του Αίμου, απειλώντας την Ουγγαρία και τις ιταλικές κτήσεις στο Αιγαίο.  Παρ’ ότι η παποσύνη αντελήφθη (καθυστερημένα) τον κίνδυνο και κάλεσε τους βασιλείς σε συναγερμό, τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά.  Η εποχή του σταυροφορικού ζήλου είχε παρέλθει: οι βασιλείς είχαν τα δικά τους προβλήματα, ενώ τη συνεννόηση με το Βυζάντιο υπονόμευε το Σχίσμα.  Παρά τις απεγνωσμένες υποχωρήσεις των ανατολικών, ούτε ο ορθόδοξος λαός ήταν διατεθειμένος να συμβιβαστεί, ούτε οι δυτικοί να επενδύσουν χρήμα και αίμα για ένα πρόβλημα του οποίου την έκταση δεν συνελάμβαναν.  Το 1453 η Κωνσταντινούπολη έπεσε σχεδόν αβοήθητη.  Σχεδόν αμέσως η καθολική Ευρώπη βρήκε έναν νέο αντίπαλο κατά του οποίου συσπειρώθηκε και έκτισε μία νέα ταυτότητα.  Ο “Μεγάλος Τούρκος” έσπειρε τον τρόμο ενώ επεκτεινόταν προς την κεντρική Ευρώπη, τη Μεσόγειο, ακόμη και την Ιταλία (απόβαση Οτράντο, 1480).  Η Ουγγαρία υποτάχθηκε και η Βιέννη απειλήθηκε (1529).  Η Ισπανία και η Βενετία ανέλαβαν το ναυτικό αγώνα, οδηγώντας στη μεγάλη νίκη της Ναυπάκτου το 1571.  Από εκείνο το σημείο η οθωμανική ορμή άρχισε να φθίνει, καθώς η δυτική χριστιανική ισχύς μεγάλωνε.

 

Η εποχή από τον 15ο αιώνα και ύστερα, η ονομαζόμενη Αναγέννηση, χαρακτηρίστηκε από ραγδαία διανοητική και καλλιτεχνική πρόοδο, εν μέρει συνέπεια της καταφυγής εκατοντάδων Βυζαντινών λογίων στη δύση μετά την Άλωση.  Παρ’ ότι ήταν περίοδος τεράστιας πολιτικής ασταθείας και αδιακόπων πολέμων, σημαδεύτηκε από εφευρέσεις όπως η τυπογραφία, που έκανε την παραγωγή βιβλίων φθηνότερη και γρηγορότερη, και κινήματα όπως ο ανθρωπισμός.  Ειδικά η διάδοση των αρχαίων ελληνικών και λατινικών γραμμάτων υπήρξε πρωτοφανής.  Όλη αυτή ανάπτυξη συνοδεύτηκε από το άλλο γεγονός, τις εξερευνήσεις.  Οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι, έχοντας διώξει τους Άραβες από τα εδάφη τους και αναζητώντας νέους εμπορικούς δρόμους μετά την πτώση της ανατολής στους Τούρκους, περιέπλευσαν την Αφρική (Βάσκο ντα Γκάμα) και ανακάλυψαν την Αμερική (Χριστόφορος Κολόμβος).  Η παποσύνη ανέλαβε να διαμοιράσει το Νέο Κόσμο ανάμεσα στα καθολικά βασίλεια (συνθήκη Τορδεσίγιας, 1494): η Ρώμη διατηρούσε ακόμη κάποια πολιτική δύναμη.  Η προσωρινή ένωση της Ισπανίας με την Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία από τον Κάρολο Ε’ (1519-1556) ήταν η τελευταία αναλαμπή της μεσαιωνικής κοινοπολιτείας και της ιδέας της οικουμενικής εν Χριστώ αυτοκρατορίας.

 

Το παπικό-αυτοκρατορικό σύμπλεγμα ήρθε να διαλύσει, πνευματικά και πολιτικά, η Μεταρρύθμιση.  Το 1517 ο Γερμανός μοναχός Μαρτίνος Λούθηρος κάρφωσε στην είσοδος μιας εκκλησίας στη Βυρτεμβέργη 95 θέσεις όπου κατέκρινε τον καθολικισμό.  Μέσα σε ελάχιστο διάστημα το κίνημα της διαμαρτυρήσεως (προτεσταντισμός) είχε αγκαλιάσει μεγάλο μέρος της Ευρώπης.  Πέρα από τη θρησκευτική του διάσταση, το προτεσταντικό πρόταγμα για αποδέσμευση από τη Ρώμη έγινε δεκτό από βασιλείς που ήθελαν να παγιώσουν την πολιτική τους ανεξαρτησία (Αγγλία, Σκανδιναβία) και από Γερμανούς ηγεμονίσκους που επιθυμούσαν να αποδυναμώσουν την εξουσία του αυτοκράτορος.  Οι μεταρρυθμιστές μετέφρασαν τη Βίβλο στις εθνικές γλώσσες, βάζοντας τα θεμέλια για την ανάπτυξη εθνικής φιλολογίας και, μακροπρόθεσμα, συνείδησης.  Για έναν αιώνα η Ευρώπη βυθίστηκε σε ένα χάος αγρίων θρησκευτικών πολέμων, με τρομερότερο τον Τριακονταετή (1618-1648).  Με τη νίκη του προτεσταντικού συνασπισμού έλαβε τέλος η πολιτική εξουσία της παποσύνης και της αυτοκρατορίας: η συνθήκη ειρήνης της Βεστφαλίας καθιέρωσε το σύγχρονο σύστημα των ανεξαρτήτων, κυριάρχων κρατών που γνωρίζουμε σήμερα.  Η Ισπανία μπήκε σε τροχιά παρακμής, ενώ αναδύθηκαν νέες θαλασσοκράτειρες δυνάμεις (Αγγλία, Ολλανδία, Γαλλία-η τελευταία ακραιφνώς καθολική μεν, αλλά εναντίον της αυτοκρατορίας).  Και τα τελευταία σχεδόν στοιχεία της μεσαιωνικής τάξεως πραγμάτων έσβησαν.

 

Ενώ η Χριστιανοσύνη ως έννοια και ιδέα επιβίωσε την κατάρρευση του πολιτικού της συστήματος, στη μετάβαση από το Μεσαίωνα στην Αναγέννηση φαίνονται τα πρώτα δειλά βήματα της “Ευρώπης”. Ο πάπας Πίος Β’ (1458-1464) χρησιμοποιεί τον όρο ως συνώνυμο της οικουμενικής χριστιανοσύνης, καθώς σκιαγραφεί το όραμα του για την ένωση της με στόχο την απώθηση των Τούρκων.  Ο οριστική απώλεια της Ιερουσαλήμ αλλάζει το πως ο δυτικός χριστιανός βλέπει τον κόσμο: οι χάρτες πλέον δεν έχουν για κέντρο την Αγία Πόλη, αλλά την “Ευρώπη”.  Το χαρτογραφικό πρότυπο της ανθρωπόμορφης “βασίλισσας Ευρώπης” θα αντικαταστήσει τις χριστιανοκεντρικές mappa mundi-πολλώ δε αφού με τις εξερευνήσεις οι γεωγραφικοί ορίζοντες επεκτείνονται στους αχανείς ωκεανούς και τις νέες ηπείρους.

Η αυτονόμηση της έννοιας “Ευρώπη” από την Χριστιανοσύνη δεν σημαίνει αυτομάτως τον διαχωρισμό τους, πολλώ δε την αντίθεση τους.  Για πολλούς ακόμη αιώνες, σε ένα βαθμό μέχρι και τον 20ο, η χριστιανική πίστη και ο χριστιανικός πολιτισμός θεωρούντο πρωτεύοντα γνωρίσματα και η πιο ιερή κληρονομιά των Ευρωπαίων. Ακόμη και σήμερα, με την Ευρωπαϊκή Χριστιανοσύνη να έχει αποσυντεθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, ιστορικοί αναγνωρίζουν τις ρίζες της “ευρωπαϊκότητος” στις χριστιανικές αξίες και τον μεσαιωνικό πολιτισμό. Η βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, αξιοποιώντας το τρίπτυχο Ελλάς-Ρώμη-Χριστιανισμός αποκαλεί το Βυζάντιο “πρώτο ευρωπαϊκό κράτος” και την Θεσσαλονίκη “πρώτη ευρωπαϊκή πόλη”. Στο τρία αυτά συστατικά ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος προσέθεσε το μαχητικό πνεύμα των γερμανικών φυλών.

(Για το εάν δικαιολογείται η υπαγωγή της Ρωμιοσύνης σε έναν ενιαίο πολιτισμό με την Ευρώπη-Δύση-πρώην λατινική Χριστιανοσύνη έχουμε μιλήσει αλλού. Το θέμα θα επανέλθει στα λοιπά τμήματα της σειράς, συνοπτικά όμως χάριν συνοχής της μελέτης)

Ο Αγγλο-Γάλλος Καθολικός συγγραφέας και ιστορικός Hillaire Belloc έγραψε στον επίλογο του βιβλίου του “Η Ευρώπη και η Πίστη” (1920) ένα συμπέρασμα που ηχεί ως σήμερα στα αυτιά των νοσταλγών, οπαδών και αθλητών της παλαιάς Ευρώπης:

“Σε αυτό το ζήτημα παραμένει η ιστορική αλήθεια: ότι τούτη η Ευρωπαϊκή δομή μας, κτισμένη πάνω στα ευγενή θεμέλια της κλασσικής αρχαιότητος, σχηματίστηκε, υφίσταται, συμπλέει και στέκεται μόνο στην επιφάνεια της Καθολικής Εκκλησίας. Η Ευρώπη θα γυρίσει στην Πίστη, ή θα χαθεί.
Η Ευρώπη είναι η Πίστη και η Πίστη είναι η Ευρώπη

Μία έκφραση που θεολογικώς ακροβατεί στα όρια της βλασφημίας, όμως δείχνει πολλά για την πιστή καρδιά ενός πολιτισμού.

Ανακεφαλαιώνοντας

 

Τρία φαινόμενα λοιπόν, συντελούν στην μεταμόρφωση της παλαιάς Χριστιανοσύνης σε “Ευρώπη”: α) η υποχώρηση της παπικής χριστιανικής οικουμενικότητος υπό την πίεση της Μεταρρυθμίσεως και των ανερχομένων εθνικών-κρατών (βασιλείς και αστοί), β) τεχνική πρόοδος και δημιουργία πλούτου-ως τότε η Δύση ήταν νάνος μπροστά στο Βυζάντιο ή τη Μέση Ανατολή, πολλώ δε π.χ. την Κίνα, και γ) άνοιγμα προς τον υπόλοιπο κόσμο μέσω της ναυσιπλοΐας, των εξερευνήσεων και των αποικισμών. Η βορειοδυτική γωνία της Παγκοσμίου Νήσου που αναφέραμε στην αρχή, γίνεται το “κέντρο του κόσμου”.  Αυτός ο δυτικοκεντρισμός-ευρωκεντισμός, ως νοοτροπία και πολιτικό-διανοητικό αφήγημα θα έχει πολύ μεγάλη σημασία στη συνέχεια, καθώς η ακόμη υπό τοκετόν “Ευρώπη” εκκοσμικεύεται και ισχυροποιείται.

Στις ξένες χώρους που θα συναντούσαν, θα κατακτούσαν και θα αποίκιζαν, οι θαλασσοπόροι της Ευρώπης θα έρχονται αντιμέτωποι με αγνώστους και διαφορετικούς λαούς. Τούτη η επαφή και αντίθεση θα έδινε στον άνθρωπο της δυτικής Χριστιανοσύνης άλλο ένα στοιχείο ταυτότητος, που ενυπήρχε μας ως τότε δεν του είχε δοθεί σημασία.

Συγχρόνως στην Ισπανία, στα πλαίσια της εκρίζωσης των τελευταίων υπολειμμάτων Εβραίων και μουσουλμάνων της περιοχής μετά την reconquista του 1492, εισάγονται οι πρώτοι νόμοι “περί της καθαρότητος του αίματος”.

(συνεχίζεται)

*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.com)

 

 

, , , , , ,

1 thought on “Χριστιανοσύνη και Ευρώπη: Η Δύση πριν την φυλή (2)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.