Χριστούγεννα στον Στρατό, του Σαράντου Καργάκου

Βαρύς χειμώνας 1963-1964 μέ βρῆκε στρατιώτη στό 504 Τάγμα Πεζικοῦ πού εἶχε ἕδρα τή Βεύη. Ὑπηρετοῦσα μέ τό ἄκρως τιμητικό ἀξίωμα τοῦ ἡμιονηγοῦ. Ἀπό τό καλοκαῖρι τοῦ ’63 πού εἴχαμε φθάσει ἐκεῖ ἀπό τήν Τρίπολη, ψηθήκαμε ἀπό τόν καύσωνα καί τίς σκληρές ἀσκήσεις. Τό φθινόπωρο τό Τάγμα μεταστάθμευσε στό Στρατόπεδο Ἀμυνταίου ὅπου ἔγινε ἡ καινούργια ἕδρα του. Οἱ συνθῆκες διαβίωσης τώρα ἦταν πολύ καλύτερες ἀπ’ ὅ,τι στή Βεύη. Πίστευα, ὅταν βρέθηκα ἐκεῖ, ὅτι θά ζήσω ζωή χαρισάμενη λόγω τῆς παλαιᾶς ἐμπειρίας μου στήν ἱππασία. Σύντομα ὅμως ἕνα πρωί, ὅπως εἴχαμε παραταχθεῖ γιά ἐπιθεώρηση, ἐμφανίστηκε ἕνας λοχαγός, ψηλός καί ἐπιβλητικός, καί ἄρχισε νά μᾶς ἐλέγχει προσωπικά. Ὅπως εἶπε, ζητοῦσε ἕναν ἐγγράμματο. Ἐγώ προσπαθοῦσα νά καλυφθῶ. Ἀλλ’ εὐτυχῶς μέ ἐπεσήμανε καί μέ κομψό τρόπο μοῦ εἶπε: «Ἐσύ γυαλάκια, τί γράμματα ξέρεις;» «Ψιλοπράγματα, κύριε λοχαγέ, μόνο τή Φιλοσοφική Σχολή ἔχω τελειώσει» ἀπαντῶ. Καί ὁ λοχαγός: «Ἐσένα ζητοῦσα, πᾶμε στό γραφεῖο». Καί πήγαμε. «Ἐδῶ, στρατιώτη, εἶναι τό 3ο Γραφεῖο. Ξέρεις τί εἶναι τό 3ο Γραφεῖο;» Μιμούμενος τόν Καλό Στρατιώτη Σβέικ τοῦ Γιάροσλαβ Χάσεκ τοῦ ἀποκρίθηκα: «Λαμβάνω τήν τιμή νά ἀναφέρω, κ. Λοχαγέ, ὅτι δέν ξέρω». Κι ὁ λοχαγός ἄρχισε νά μοῦ ἐξηγεῖ ὅτι ἐδῶ εἶναι τά σχέδια ἐπιχειρήσεων, δηλαδή τά πλέον ἀπόρρητα στρατιωτικά ἔγγραφα καί στρατιωτικοί χάρτες σέ φακέλους οἱ ὁποῖοι ἀνοίγουν μόνο σέ περίπτωση κηρύξεως πολέμου. Ἀκούγοντας αὐτά ἐγώ ἔπαθα ψυχική καθίζηση καί τόν ρώτησα: «Καί ποιός θά τά φυλάει αὐτά, κ. Λοχαγέ;» «Ἐσύ καί ἐγώ» μοῦ εἶπε, καί τότε ἡ καθίζηση ἔγινε μεγαλύτερη.

– Κύριε Λοχαγέ, τόλμησα καί εἶπα, εἴσαστε σίγουρος ὅτι ἔχετε διαβάσει τό φάκελό μου πού ἦρθε ἀπό τήν Τρίπολη στή Βεύη γιά νά ἔχετε μιά πλήρη εἰκόνα γιά τήν ταπεινότητά μου; Κι ὁ λοχαγός ἀνένδοτος μοῦ τόνισε, σέ ναπολεόντειο ὕφος, ὅτι σέ τοῦτο τό γραφεῖο κουμάντο κάνει μόνο αὐτός. Κι ἔτσι ἀπό ἡμιονηγός ἐντός μισῆς ὥρας «χειροτονήθηκα» γραφέας 3ου Γραφείου. Αὐτό ὅμως δέν μέ ἐμπόδισε νά διατηρήσω σχέσεις μέ τούς ἡμιονηγούς, νά τούς διδάξω πολλά, καί ἐκεῖνοι ἐμένα περισσότερα. Ἤδη εἶχα ἀρχίσει νά σχηματίζω τόν πρῶτο πυρῆνα φίλων. Πρῶτος φίλος στάθηκε ὁ λοχίας τοῦ 1ου λόχου Νικηφόρος Τσούκας, ψαρᾶς ἀπό τήν Πρέβεζα. Ἦταν ἕνας λεβέντης ἄνθρωπος. Σοβαρός, ἀλλά πάντα γελαστός, σπάνια χρειαζόταν νά κάνει τόν αὐστηρό καί κάθε στρατιώτης ἦταν πειθαρχικός ἀπέναντί του. Μόλις ἔπεσε ἡ πρώτη βροχή, ὁ Νικηφόρος, πού ὅλοι ξέραμε ὡς Φόρο, ἦρθε μ’ ἕνα ζευγάρι ἄρβυλα στό θάλαμο καί μοῦ τά προσέφερε. Τό δικό μου δεύτερο ζευγάρι μοῦ τό εἶχαν κλέψει. Τόν ρώτησα τότε πῶς θά τή βγάλει αὐτός μ’ ἕνα ζευγάρι μόνο. Καί τότε ὁ ἀείμνηστος Φόρος μοῦ εἶπε μέ τό ἁπλό ὕφος:
– Πέρυσι, τό χειμῶνα, εἴχαμε 2 ἤ 3 ἀκρωτηριασμούς ἀπό κρυοπαγήματα. Τά δικά σου πόδια εἶναι ἀμάθητα στήν παγωνιά, καί μπορεῖ νά πάθεις καμμιά συμφορά, ἐνῶ τά δικά μου εἶναι μαθημένα στά παγωμένα νερά!

Στό Ἀμύνταιο ἡ συντροφιά διευρύνθηκε. Προστέθηκε ἕνας λαϊκός τραγουδιστής, ὁ Πάνος Μπεμπέλης ἀπό τό Μποχώρι (Εὐηνοχώρι) Μεσολογγίου κι ἕνα πατριωτάκι μου ναυτικός, ὁ Λεωνίδας (Λούης) Σπανέας. Σχηματίσαμε, λοιπόν, μιά παρέα πού ὅπως οἱ τρεῖς σωματοφύλακες τοῦ Δουμᾶ, ἔτσι καί μεῖς γίναμε τέσσερεις. Κάναμε τά μεγαλύτερα γλέντια στά φτωχικά ταβερνάκια τοῦ Ἀμυνταίου πρός τήν κάτω μεριά τοῦ Κεντρικοῦ δρόμου. Μαζί στίς ὧρες τῆς ἀναπαύσεως κάναμε ὄνειρα γιά τό μέλλον. Καί φυσικά μέ ἐξαίρεση τό Φόρο καί τόν Λούη, ὁ Πάνος καί ἐγώ κάναμε μαθήματα ἀριθμητικῆς μετρώντας τίς τιμωρίες πού εἰσπράττουμε εἴτε σέ κρατήσεις εἴτε σέ φυλακή. (Σιγά τή φυλακή! Ἕνα «διαμέρισμα» τσίγκινο παράρτημα τῶν ἀχυρώνων.) Δεσμευτήκαμε νά κρατήσουμε τή φιλία μας καί μετά τό στρατό, καί τήν κρατήσαμε. Ὅλα πήγαιναν καλά μέχρι πού πλάκωσε ἡ βαρυχειμωνιά. Μιλᾶμε γιά χειμῶνα πού τό θερμόμετρο εἶχε κολλήσει σταθερά στούς 20ºC ὑπό τό μηδέν. Καί νά εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά καθαρίζουμε τή σιδηροδρομική γραμμή πού περνάει ἀπ’ τό Κιρλί-Ντερβέν γιά νά μή σταματήσει ἡ τροφοδοσία τῶν Σκοπίων πού εἶχαν πληγεῖ πρίν ἀπό μῆνες ἀπό ἰσχυρότατο σεισμό (1.040 νεκροί). Γιά νά πλυθοῦμε ἔπρεπε νά πιάσουμε σειρά σ’ ἕνα ἀρτεσιανό πού ἔβγαζε τό νερό ἀπό τή γῆ. Ἀλλά μόλις ἔπεφτε στά μαλλιά μας, μετατρεπόταν σέ μικρούς κρυστάλλους. Δεύτερο μαρτύριο ἦταν τό φηγητό. Παρά τίς προσπάθειες τῶν ἡρωικῶν μαγείρων μας Λάζου καί Καρανταλῆ, μόλις ἡ κουτάλα ἔβγαινε ἀπ’ τό καζάνι γιά νά φθάσει στήν καραβάνα γινόταν ἕνα παγωμένο πρᾶγμα, σάν τό κατεψυγμένο κρέας. 

Κι ἔρχονταν μέρες Χριστουγέννων! Ἕνα πρωί ὁ Πάνος ἦρθε νά μέ ἐνημερώσει ὅτι ὁ Φόρος ἔχει ἐξαφανιστεῖ ἀπό τό στρατόπεδο. Δέν εἶχε ἐξαφανιστεῖ, ἀλλά χωρίς νά μᾶς τό πεῖ εἶχε φύγει μέ ἄδεια γιά νά δεῖ τούς γονεῖς του. Στεναχωρηθήκαμε γιατί σέ δύο ἡμέρες θά εἴχαμε Χριστούγεννα. Ἀλλά, ξαφνικά, γύρω στίς 9 τό βράδυ τῆς παραμονῆς, ὁ Φόρος ἐμφανίστηκε κρατώντας ἕνα χαρτοκιβώτιο καλά τυλιγμένο κι ἕνα καλάθι. Μαζευτήκαμε στό γραφειάκι του, φουντώσαμε τή σόμπα κι ἀνοίξαμε τό κιβώτιο. Καί τί δέν εἶχε!!! Ἀπό γαρίδες, γάμπαρη, χέλια, κουτσομοῦρες, παστές σαρδέλλες, ἀχιβάδες, ψητό χταπόδι, μέχρι καί σουπιές σπανάκι! Μετά ἦρθε ἡ σειρά τοῦ καλαθιοῦ: γλυκά σπιτίσια κάθε λογῆς, πού φυσικά μερικά εἶχαν Χριστουγεννιάτικο χαρακτῆρα καί ψωμάκι ζυμωμένο καί ψημένα ἀπ’ τή μητέρα τοῦ Φόρου. Εἴχαμε ἐξασφαλίσει κι ἕνα παγοῦρι μέ τσίπουρο, κι ἐκεῖ γύρω στίς 10 τό βράδυ ἄρχισε ὁ Χριστουγεννιάτικος ἑορτασμός μας. Ξεκινήσαμε μέ τό «Χριστός γεννᾶται σήμερον ἐν Ἀμυνταίῳ τῇ πόλει» κι ἔπειτα ἄρχισε τό τραγούδι. Ὁ Πάνος σάν ζεστάθηκε ἄρχισε τά παλιά τά κλέφτικα τά Μεσολογγίτικα καί μεῖς μέ τό Λούη, σάν Μανιᾶτες, ἀποτολμήσαμε νά ποῦμε δύο μανιάτικα τραγούδια πού εἶχαν περισσότερο σχέση μέ τό μοιρολόι καί λιγότερο μέ τό τραγούδι. Ἔτσι περάσαμε μιά ὑπέροχη Χριστουγεννιάτικη νύχτα. Τήν ἑπόμενη ὁ Ὑποδιοικητής μας, ὑπεύθυνος γιά τό συσσίτιο, μᾶς ἐπεφύλαξε μιά ἔκπληξη: μακαρόνια ὀγκρατέν καί σάμαλι. Ἐδῶ ὅμως ὑπεισέρχεται ὁ ἀπρόοπτος παράγοντας: ὁ ἕνας μάγειρος ἔρριξε κατά λάθος τό σιρόπι στά μακαρόνια, ὁπότε ὁ ἄλλος ἔρριξε τό ἁλατισμένο νερό στό σάμαλι! Τό τί ἔγινε δέν περιγράφεται. Πολλοί στρατιῶτες (κάτι πού ἀπαγορεύεται) ἄδειαζαν τίς καραβάνες τους στά δοχεῖα ἀπορριμμάτων. Και τότε φάνηκε ἡ μεγαλοψυχία τοῦ Φόρου: γέμισε δύο καθαρές καραβάνες ψαρικά καί τά μοίρασε στά παιδιά. Τό φαγητό ἦταν λίγο, ἀλλά ἡ προσφορά τό ἔκανε πολύ. Κι ἔτσι μέ τό ὑπόλοιπο τῶν ἁλιευτικῶν ἐδεσμάτων καθίσαμε καί μεῖς νά ἀπολαύσουμε τό δικό μας Χριστουγεννιάτικο γεῦμα. Μιά φωτογραφία μᾶς δείχνει τό Φόρο κι ἐμένα μέ φουσκωμένα μάγουλα, ἐνῶ ἀπέναντί μας ἕνα παιδάκι ἀπ’ τή Μακεδονία πού μᾶς βοηθοῦσε στό σχίσιμο τῶν ξύλων εἶχε πιάσει μέ τά χέρια ἕνα κομμάτι χέλι καί τό λιάνιζε συστηματικά. Κι ἔπειτα ἄρχισε τό τραγούδι κι ὁ χορός. Ἐδῶ δέν ἴσχυσε τό παροιμιακό «νυστικό ἀρκοῦδι δέν χορεύει». Κι ὁ Πάνος σέ μεγάλα κέφια, ὅπως λέμε στήν ἀργκώ, ἔδωσε ρέστα. Τήν ἑπομένη στό γραφεῖο ὁ Λοχαγός μοῦ εἶπε αὐστηρά:
–Ἔμαθα τά κατορθώματά σας. Ἀλλά δέν κρατούσατε καί γιά μᾶς ἕναν μεζέ;

dimokratianews.gr

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.