Χρ. Γιανναρᾶς: Οἱ πρῶτοι Ἕλληνες ἑνωτικοὶ (14ος αἰ.)

Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ “Ὀρθοδοξία καὶ Δύση στὴ Νεώτερη Ἑλλάδα” στὸ περιοδικὸ Ἑλλοπία τ. 8, Χειμώνας 1991-92, σελ. 61-63.

Οἱ ἑλληνικές μεταφράσεις ἔργων τοῦ Θωμᾶ ᾿Ακινάτη ἀπό τόν Δημήτριο Κυδώνη, στά μέσα τοῦ 14ου αἰώνα, εἶναι συμβατικό ὁρόσημο, ἀλλά καί πραγματική ἀφετηρία ζυμώσεων καί ἐξελίξεων, πού ἐπηρεάζουν ἀποφασιστικά τὴν ἱστορική πορεία του γένους των Ελλήνων στους επόμενους αιώνες.

Το 1364 ο Δημήτριος Κυδώνης ασπάζεται και επίσημα τον Ρωμαιοκαθολικσιμό. Είχε ήδη μεταφράσει στα ελληνικά δύο μεγάλα έργα του Ακινάτη (την Summa Contra Gentiles – που την τιτλοφορεί: Κατά Ελλήνων βιβλίου – και την Summa Theologiae), όπως και άλλα μικρότερα σέ ἔκταση κείμενα τοῦ κορυφαίου Σχολαστικού. Γιά τή μεταστροφή του δέχεται γραπτά συγχαρητήρια καί παροτρύνσεις ἐμμονῆς στήνκαινούργια τοὺ πίστη ἀπό τόν ἴδιο τόν πάπα Οὐρβανό Ε΄. ᾿Από νεαρή ἡλικία ὁ Κυδώνης εἶναι ὑπουργός καί προσωπικός φίλος τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνοῦ, καί ἡ ἐπίδραση πού ἀσκεῖ στήν ἑλληνική κονωνία καί πολιτική ἐνδιαφέρει καίρια τούς ρωμαιοκαθολικούς. Στό σπίτι του συχνάζουν καθημερινά οἱ Δομηνικανοί μοναχοί πού ἔχουν ἱδρύσει μοναστήρι στό Πέραν, αὐτοί κατευθύνουν καί ἐνισχύουν τό μεταφραστικό τουλάχιστον ἔργο τοῦ Κυδώνη.

Ὃ ἀδελφός τοῦ Δημητρίου, Πρόχορος Κυδώνης, ἱερομόναχος στή Μεγίστη Λαύρα τοῦ ᾿Αγίου Ὄρους, εἶναιἐπίσης λατινομαθής καί ἐπιδίδεται στή μετάφρασῃη ἔργων τοῦ Αὐγουστίνου, τοῦ Ἰερώνυμου, τοῦ Βοήθιου καί τοῦ Θωμᾶ ᾿Ακινάτη. ᾿Ανήκει στήν ὁμάδα τῶν φανατικῶν πολέμιων τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ καί καταδικάζεται γιά τίς θεολογικές του ἀπόψεις ἀπό τή Σύνοδο τοῦ 1368 στήν Κωνσταντινούπολη.

Σέ μεταφράσεις τοῦ Αὐγουστίνου ἔχει προηγηθεῖ ἕνας ἄλλος Ἕλληνας μοναχός, ὁ Μάξιμος Πλανούδης (τέλη τοῦ 13ου – ἀρχές τοῦ Ι4ου αἰώνα). Ἢ ἑλληνική μετάφραση τοῦ De Trinitate σώζεται σέ τέτοιον ἀριθμό χειρογράφων στίς ἁγιορειτικές βιβλιοθῆκες καί ἀναφέρεται τόσο συχνά σέ θεολογικά κείμενα της εποχής, ώστε εύκολα συμπαιρένεται η ἐπίδραση πού ἄσκησε τό αὖτό ἔργο στούς ἕλληνες θεολόγους.

Στα τέλη του 14ου αιώνα, τό ρεῦμα των λατινοφρόνων Ἑλλήνων βρίσκει ἐκπροσώπησῃ στό πρόσῶπο τοῦ Μανουήλ Καλέκα (+1410). Λατινομαθής καί αὐτός, φίλος τοῦ Δημήτριου Κυδώνη, στρατεύεται μέ τήγραφίδα του στήν ὑπεράσπιση τῶν θέσεων τῆς δυτικῆς θεολογίας καί τελικά μεταστρέφεται στόν ρωμαιοκαθολισμό, γιά νά περατώσει τόν βίο του ὡς Δομηνικανός μοναχός σέ μοναστήρι τῆς Μυτιλήνης.

Στόν ἴδιο κύκλο τῶν μαθητῶν τοῦ Δημητρίου καί Πρόχορου Κυδώνη, ἀνήκουν καί οἱ ἀδελφοί ᾿Ανδρέας καί Μάξιμος Χρυσοβέργης. Μεταστρέφονται καί οἱ δύο στόν ρωμαιοκαθολικισμό, γίνονται Δομηνικανοί μοναχοί, σπουδάζουν στή Δύση, συγγράφουν ἑλληνικά ἔργα μέ σχολαστική μεθοδολογία καί ρωμαιοκαθολικές θέσεις, καί ἀμείβονται μέ τιμητικά ἀξιώματα ἀπό τούς πάπες τῆς Ρώμης.

᾿Ανάλογη πορεία — ἀπό τήν ἀπεριόρῖστο θαυμασμό γιά τή Δύσῃ στήν τελική μεταστροφή στόν ρωμαιοκαθολικισμό- ἀκολούθησε καί ὁ μητροπολίτης Νικαίας Βησσαρίων (1402- 1472). Γεννήθηκε στήν Τραπεζοῦντα, σπούδασε στήν Κωνσταντινούπολη καί στόν Μυστρᾶ, ὅπου καί μαθήτευσε στόν διάσημο τότε πλατωνιστή φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό – Πλήθωνα. Ἢ μόρφωση καί ἡ εὐφυΐα του τόν ἀνέδειξαν στήν περίοπτη ἐκκλησιαστική θέση τοῦ μητροπολίτη Νικαίας. Μέ αὐτό τόν τίτλο ἔλαβε μέρος στή σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1439), ὅπου ἄν καί μέλος τῆς ὀρθόδοξης ἀντιπροσωπείας πῆρε ἀμέσως τό μέρος τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν καί πολέμησε μέ πάθος γιά τήν ὑποταγή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ᾿Ανατολῆς στήν παπική Δύση. Ἐπιστρέφοντας στή μητρόπολή του ἀγωνίστηκε γιά τήν ἐφαρμογή τῶν ἑνωτικῶν ἀποφάσεων αὐτῆς τῆς συνόδου, ἀλλά ἡ λαϊκή ἀντίσταση πού συνάντησε τόν ἀνάγκασε νά ἐπιστρέψειστήν Ἰταλία καί νά ἐγκατασταθεῖ ὄριστικά ἐκεῖ. Ὃ πάπας Εὐγένιος Δ΄ τόν ἀντάμειψε γιά τήν πιστότητα τῆς ἀφοσίωσής του στή Δύση καί τόν ἀνακήρυἕε καρδινάλιο. Τό 1463, ὅταν πιά ἡ Κωνσταντινούπολη εἶχε ἁλωθεῖ ἀπό τούς Τούρκους, ὁ πάπας Πίος Β΄ τόν ἀναγόρευσε λατίνο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Φανατικός ὑπερασπιστής τοῦ Θωμᾶ ᾿Ακινάτη, ἔγραψε ἐναντίον τῶν ἐκκλησιαστικῶν θέσεωντοῦ ἐπισκόπου Ἐφέσου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ἀντλώντας κυρίως ἀπό τήν ἐπιχειρηματολογία τοῦ Δημητρίου Κυδώνη.

Οἱ ἀδελφοί Κυδώνη, ὁ Μανουήλ Καλέκας, οἱ ἀδελφοί Χρυσοβέργη, ὁ καρδινάλιος Βησσαρίων, εἶναι οἱ εὐδιάκριτες καί ἀντιπροσωπευτικές ἀπολήξεις ἑνός ὁλόκληρου ρεύματος, πού ἀπό τίς ἀρχές κιόλας τοῦ 14 αἰώνα διατρέχει τήν ἑλληνική διανόηση. Εἶναι τό ρεῦμα ἤ ἡ μερίδα τῶν «ἑνωτικῶν», μέ ἀνταπόκριση ὄχι εὐκαταφρόνητη καί στόν λαό. Δύσκολο νά ξεχωρίσει κανείς σέ ποιό ποσοστό αὐτό τό ρεῦμα ἐκφράζειμιά πρώιμη καί ἀπροκάλυπτη ἀλλοτρίὡση τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνείδησης τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων, καί σέ ποιό ποσοστό διερμηνεύει τόν πανικό μπροστά στήν ἐπερχόμενη καταστροφή: ἡ αὐτοκρατορία ἔχει οὐσιαστικά καταρρεύσει, ἡ ἐδαφική τῆς συρρίκνωση εἶναι τραγική, τό ἴδιο καί ἡ στρατιωτική τῆς ἀποδυνάμωσῃ. Τό μεγαλύτερο μέρος τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν της βρίσκεται κιόλας κάτω ἀπό τό πέλματῆς ὀθωμανικῆς βαρβαρότητας. Ἕνας πολιτισμός δύο χιλιάδων χρόνων — ὁ ἄξονας τῶν πολιτισμικῶν μορφωμάτων τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου — βρίσκεται κυριολεκτικά στό χεῖλος τοῦ ἀφανισμοῦ. Οἱ ἀσιατικές ὀρδές τῶν ᾿Οθωμανῶν εἶναι στά μάτια τῶν Ἑλλήνων ἄμεσῃ ἀπειλή παλινδρόμησης στόν πρωτογονισμό. Καί ἡ μόνη ἐλπίδα στρατιωτικῆς βοήθειας — ἐλπίδα πραγματική ἤ φαντασιώδης εἶναι ἀποκλειστικά ἡ Δύση, πού ἐκβιάζει ἀπροκάλυπτα ζητώντας τή θρησκευτική ὑποταγή τῆς ᾿Ανατολῆς προκειμένου νά κινητοποιηθεῖ ἐνάντια στή βαρβαρότητα.

Τό ρεῦμα τῶν «ἑνωτικῶν» ἤ δυτικόφιλῶν εἶναι ἕτοιμο νά ὑποκύψει τόν ἐκβιασμό τῆς Δύσης γιά νά σωθεῖ ὁ πολιτισμός, νά ἀποτραπεῖ ὁ ἐξανδραποδισμός τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν τῆς ᾿Ανατολῆς. Ἢ ἀντίθετη μερίδα, τῶν «ἀνθενωτικῶν», διαβλέπει — μέ ἐκπληκτική μέσα στήν ἐφιαλτική ἐκείνη σύγχυση ὀξυδέρκεια — ὅτι ἣ ἀντιστροφή τῶν ὅρων τοῦ ἐκκλησιατικοῦ «εὐαγγελίου», καί τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ πού ἐνσαρκώνει ἡ Δύση, εἶναι ἀπειλή ἀσύγκριτα πιό ἐπικίνδυνη, ἀπό τήν τουρκική βαρβαρότητα. Στό δίλημμα ἀνάμεσα σέ μιά σωστή καταστροφή καί σέ μιά λάθος σωτηρία, οἱ ἀνθενωτικοί τολμοῦν νά προκρίνουν τήν πρώτη. Γι᾿ αὐτό καί προτιμοῦν «φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων, ἤ καλύπτραν λατινικήν».

᾿Αλλά τό φιλενωτικό ἤ δυτικόφιλο ρεῦμα δέν εἶναι μόνο καρπός μιᾶς σκόπιμης ἐπιλογῆς, δέν ἔχει ὡς ἀποκλειστικό κίνητρο τήν ἱστορική σκοπιμότητα. Ὁ θαυμασμός γιά τή Δύση καί ἡ συνακόλουθη ἄγνοια τῶν ζωτικῶν διαφορῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀρθοδοξίας ἀπό τόν ρωμαιοκαθολικισμό, εἶναι παράγοντας ἀποφασιστικός γιά τή διαμόρφωση τοῦ φιλενωτικοῦ ρεύματος. Αὐτό φαίνεται καθαρά, ὄχι μόνο στίςπαραδειγματικές περιπτώσεις τῶν λογίων πού μεταστρέφονται στόν ρωμαιοκαθολικισμό, ἀλλά καί ἄλλων πού δέχονται τίς δυτικές ἐπιδράσεις καί τίς υἱοθετοῦν δίχως ἐπίγνωση τῆς παρέκκλισης ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία. Ἐκλαμβάνουν τήν ἀλλοτρίωση ὡς γνησιότητα καί ἀρνοῦνται τήν ἀμεσότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας γιά χάρη τῶν συλλογιστικῶν σχημάτων – κατά τό πρότυπο τῆς δυτικῆς σχολαστικῆς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αὐτῆς τῆς ἔμμεσης ἤ καί ἀθέλητης ἀλλοτρίωσῆς εἶναι οἱ μεγάλοι ἀντίπαλοι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στόν 140 αἰῶνα. Ὁ μαναχός Βαρλαάμ ὃ Καλαβρός (ἀπό τήν Καλαβρία τῆς Νότιας Ἰταλίας), ὑπέρμαχος τοῦ ἀποφατισμοῦ τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας καί σφοδρός πολέμιος τοῦ Σχολαστικισμοῦ, πού ὅμως τελικά προσχώρησε στόν ρωμαιοκαθολικισμό. Ὁ ἐπίσης μοναχός Γρηγόριος ᾿Ακίνδυνος, Βούλγαρος τήν καταγωγή, ἀρχικά ἀγαπημένος μαθητής τοῦ Παλαμᾶ καί ἀργότερα ἀντίπαλός του καί πολέμιος τοῦ ἡσυχασμοῦ. Καί ἕνας τρίτος μοναχός, ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς, ἀμείλικτος ἐχθρός τοῦ Βαρλαάμ καί δεινός ἐπικριτής τῶν καινοτομιῶν τῆς Ρώμης, καί τελικά ὁ σπουδαιότερος πολέμιος τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν ἡσυχαστῶν.

Καί οἱ τρεῖς αὐτοί μοναχοί δέν ἦταν τυχαῖες προσωπικότητες, δέν παρασύρθηκαν ἀπό ἀβασάνιστο καί ἀφελή θαυμασμό γιά τήν Δύση. Εἶχαν παιδεία σπάνια για τήν ἐποχή τοὺς καί εἶχαν ἔγκαιρα ἀντιληφθεῖ τή σφαλερότητα τῶν θέσεων καί μεθόδων τῆς δυτικῆς θεολογίας. Ὃ Βαρλαάμ ἦταν λατινομαθής καί γνώστης τῶν ἔργων τοῦ σχολαστικισμοῦ, λαμπρός μαθηματικός καί ἕνας ἀπό τούς ἱδρυτές τῆς σύγχρονης ἄλγεβρας. Ἢ διαλεκτική του δεινότητα τόν ἔκανε διάσημο, τόσο ὡς καθηγητή στό Πανεπιστήμιο τῆς Κωνσταντινούπολῆς, ὅσο καί ὡς ἐκπρόσωπο τῶν ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν σέ ἐπίσημες θεολογικές συζητήσεις μέ τούς ρωμαιοκαθολικούς. Ἐξαίρετη παιδεία εἶχε καί ὁ ᾿Ακίνδυνος, γνώριζε τά συγγράματα τοῦ᾿Ακινάτη (ἴσως ὄχι ἀπό τό πρωτότυπο), ἀλλά ἦταν καί βαθύς γνώστης τῶν ἑλλήνῶν Πατέρων. οἱ σύγχρονοί τοὺ ἐκτιμοῦσαν ἰδιαίτερα τή θεολογική του κατάρτιση. Τό ἴδιο καί ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς, μαθητής τοῦ φιλοσόφου Θεόδωρου Μετοχίτη, που ξεχώριζε ἀνάμεσα στούς θεολογικούς συμβούλους τοῦ αὐτοκράτορα ᾿Ανδρόνικου Β΄ καί διατηροῦσε δική του ὀνομαστή Σχολή στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ἧ περίπτωση καί τῶν τριῶν αὐτῶν λόγιων μοναχῶν εἶναι πολύ χαρακτηριστική, γιατί φωτίζει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον ἡ δυτική ἐπίδραση ἁλώνει τίς ὀρθόδοξες συνειδήσεις. Κανένας ἀπό τούς τρεῖς δέν εἶχε τήν πρόθεση νά κάνει παραχωρήσεις στή ρωμαιοκαθολική ἀλλοτρίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστης. Βάσιζαν ὅμως τή ἀντίθεση τους πρός τή Δύση στίς δυτικές προῦὐποθέσεις τῆς θεολογικῆς ἀναζήτησης: Στήνἀτομική νοητική σύλληψη καί στήν ἀντικειμενικά ὀρθή συλλογιστική – ὄχι στήν προτεραιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας, στή βιωματική μαρτυρία τοῦ ἑνιαίου σώματος. Αὐτή ἡ θεμελιώδης ἀσυνέπεια θά ἀποδειχθεῖ στούς ἑπόμενους αἰῶνες -ὥς σήμερα- τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ ἐκδυτικισμοῦ ὀρθόδοξων θεολόγων καί λογίων. Ἐκφράζεται μέ τήν ἐπιμονή σέ μιά «δογματική» ὀρθοδοξία, στήν ὀροδοξία τοῦ γράμματος τῶν θεολογικῶν διατυπώσεων. ᾿Αλλά μιά τέτοια ὀρθοδοξία δέν ἀφήνει περιθώρια παρά μόνογιά τήν ἀτομική νοητική πρόσβασῃ στήν «ἀλήθεια» της, τήν ὀρθολογική τεκμηρίωση τῆς ἐγκυρότητάς της. Καί ἡ νοητική ἐκδοχή ἀναπόφευκτα ὀλισθαίνει κάποτε καί στήν παραβίαση τοῦ γράμματος τῆς διατύπωσης, ὅταν τό ἀπαιτεῖ ἡ μεθοδολογική – συλλογιστική ὀρθότητα – ὅπως στήν περίπτωσῃ τοῦΒαρλαάμ, τοῦ ᾿Ακίνδυνου,τοῦ Γρηγορᾶ.
᾿Αντίθετα, γιά τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ καί γιά κάθε ὀρθόδοξο ἐκφραστή τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστης, ἔχει ἀπόλυτη προτεραιότητα ἡ ἴδια ἡ πραγματικότητα καί ἡ ἐμπειρική της πιστοποίηση, ὄχι οἱ λέξεις καί τά ὀνόματα: «Κἄν τις ἐπί τῶν πραγμάτων ὁμοφωνῇ πρός τάς λέξεις οὐ διαφέρομαι… Οὐ γάρ ἐν ῥήμασιν ἡμῖν, ἀλλ᾽ ἐν πράγμασιν ἡ ἀλήθεια τε καί εὐσέβεια κατά τόν Θεολόγον Γρηγόριον… Οὔτε περί τῶν λέξεων ὁ σκοπός ἐμοί, ἀλλ᾽ ἅπας ὁ ἀγών περί τῶν πραγμάτων, οὔτε περί ὀνομάτων καί συλλαβῶν διαφέρομαι, ἀλλά τῶν πραγμάτων εὐσεβῶς ἀνακηρυχθέντων».

Ἢ ἀτομική κατανόηση καί ἣ λογική ἀνάλυση δέν ἀποκλείονται ἀπό τήν πρόσβαση στό «εὐαγγέλιον τῆς Ἐκκλησίας- ὁ Παλαμᾶς δέν καταφεύγει σέ κάποιον ἀνορθόλογο «μυστικισμό» γιά νά καταδείξει τήν προτεραιότητα τῆς ἐμπειρίας. ᾿Αντίθετα, εἶναι ἐκπληκτικός γνώστης καί χρήστης τῆς ἀριστοτελικῆς λογικῆς καί μεθόδου. ᾿Αλλά εἶναι καί ὁ τελευταῖος στήν ἱστορία τοῦ Ἕλληνισμοῦ πού διασώζει τήν ἑλληνικήἐκδοχή τῆς ἀριστοτελικῆς μεθόδου, τόν ἀποφατικό χαρακτήρα τῆς λογικῆς τοῦ ᾿Αριστοτέλη, τήν ἐμμονή καί τοῦ Σταγειρίτη στήν προτεραιότητα τῆς ἐμπειρίας – τήν ὑποταγή τοῦ «ὀρθῶς διανοεἶσθαι» στό «ἀληθῶς κοινωνεῖν».
Γι᾿ αὐτό καί τά θέματα τῆς λεγόμενης «ἡσυχαστικῆς» διαμάχης εἶναι αὐτά πού κρίνουν καίρια καί ἀποκαλυπτικά τή διαφορά τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τή Δύσῇ, τό χάσμα ἀνάμεσα στήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία καί στή «θρησκειοποίσῇ» τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπό τούς Δυτικούς. Ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς ὑπερασπίζεται δυό θεμελιώδεις θέσεις πού ἀρνοῦνται οἱ δυτικοί καί οἱ δυτικόφρονες: Τή διάκριση οὐσίας καί ἐνεργειῶν,διάκριση πού θεμελιώνει τόν ἐμπειρικό χαρακτήρα τῆς γνώσης, τή δυνατότητα ἐμπειρικῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ μέσω τῆς προσωπικής σχέσης μαζί Του — τή θεμελίωση τῆς ὀντολογίας στήν ἐμπειρία, ὄχι στόν ἀφηρημένο στοχασμό. Καί τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Ἐνέργειας, δηλαδή τήν ἐμπειρική καί πάλι δυνατότητα μέθεξης τοῦ ἀνθρώπου στήν ἄκτιστη Θεότητα, τή δυνατότητα νά μετέχει ὁ ἄνθρωπος μέτις σωματικές του αἰσθήσεις στήν ἐνεργούμενη Χάρη τῆς Θεοφάνειας, νά γίνεται αἰσθητά κοινωνός τῆς ζωῆς τοῦ ἀκτίστου. Ἔτσι, ἡ «ἡσυχαστική» διαμάχη τοῦ 14ου αἰώνα συνοψίζει καί ἀποκαλύπτει τή διαφορά τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τή Δύση ὡς ἀντιπαράθεση τῆς ἐμπειρίας στήν ἀφηρημένη θρησκευτική «πεποί-θηση». Ἡ ἱστορική ἐμπειρία πού θεμελιώνει τό «εὐαγγέλιον» τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι μιά πραγματική ἐμπειρία Θεοφάνειας καί Θεογνωσίας, πραγματική σχέση κοινωνίας τοῦ κτιστοῦ μέ τό ἄκτιστο, μέθεξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ὄντως ζωή τῆς ἀφθαρσίας, ἀθανασίας καί ὑπαρκτικῆς πληρότητας.

Στόχος τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι οὔτε ἡ ἠθική «βελτίωση» τοῦ ἀτόμου, οὔτε ἧ κατοχύρωση τῶν ἰδεολογικῶν του βεβαιοτήτων, ἀλλά ἡ «θεοποιός μέθεξις» τοῦ ἀνθρώπου στήν ἄκτιστη ζωή τῆς Θεότητας πού τοῦ προσφέρεται ὡς Χάρη – χάρισμα. Καί αὐτόν τόν ἐμπειρικό στόχο τόν ὑποκαθιστᾶ ἡ Δύση μέ νοητικά σχήματα, μεταφυσικές ὑποθέσεις, συλλογιστικές κατασκευές, δικανικές συναλλαγές ἔδιαστρέφει τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία σέ ἰδεολογική θρησκευτικότητα.

Τό χάσμα ἐμφανίζεται ἀγεφύρωτο ὄχι στό ἐπίπεδο τῶν διατυπώσεων, ἀλλά τῆς ζωῆς καί τῆς πράξης. «Εἴπερ οὐκ ἐν τοῖς ρήμασιν ἡμῖν, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς πράγμασιν ἡ ἀλήθεια».

, , , , , , , , , , , ,

1 thought on “Χρ. Γιανναρᾶς: Οἱ πρῶτοι Ἕλληνες ἑνωτικοὶ (14ος αἰ.)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.