Ω! Ο Χάντινγκτον μας αδικεί!

Η αναδημοσίευση του άρθρου του π. Βασιλείου Θερμού,

Η “βιασύνη των πολιτισμών” και η ανακατασκευή του συνόρου της Δύσης

(αρχική δημοσίευση στο περιοδικό Άρδην τ. 17, Δεκέμβριος 1998 – Ιανουάριος 1999), προκάλεσε αρκετά σχόλια στο ήδη πολυσυζητημένο θέμα, για την θέση της Ελλάδας και τους παρελθόντος της (Βυζάντιο) σε σχέση με την Δύση και την Ευρώπη, καθώς και για το περιεχόμενο αυτόν των όρων. Δύο σημειώματα του ιστολογίου Χρονογραφίες παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς απορρίπτουν μεν την θεωρία Χάντινγκτον, κινούνται δε σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από το άρθρο του π. Θερμού. Τα παραθέτουμε αμέσως παρακάτω, με στόχο την καλλιέργεια του διαλόγου για αυτό το τόσο σημαντικό θέμα.


ὤ! ὁ Χάντινγκτον

Μὰς ἀδικεῖ!

Ἄλλοι χαιρόντουσαν κι ἄλλοι λυπόντουσαν. Ἐδῶ ὁ ἀρθρογράφος προσπαθεῖ νὰ πείσει ὅτι τὸ Βυζάντιο εἶναι εὐρωπαϊκό. Ὅπως προσπαθοῦμε (μὲ τὸν Μπάιντεν π.χ.) νὰ πείσουμε τοὺς Δυτικοὺς ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Δύσης εἶναι τὰ ἑλληνικά, ἔτσι προσπαθοῦμε νὰ πείσουμε τοὺς Δυτικοὺς ὅτι τὸ Βυζάντιο εἶναι Εὐρωπαϊκό. Ἔκπληξη προκαλεῖται στὸν ἀρθρογράφο γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἀποκαλεῖται ξεχωριστὴ θρησκεία ἀπὸ τοὺς Ρ/Καθολικοὺς καὶ τοὺς Προτεστάντες.

Ἀνεξάρτητα ἀπὸ προθέσεις, ἀπὸ διαμαρτυρίες (σὰν τοῦ ἄρθρου), ἀπὸ ἀνίχνευση φθόνου καὶ βαρετὰ παρακαλετά, εἶναι γεγονὸς ὅτι ὅπως τὸν 11ο-15ο αἰ. οἱ Δυτικοὶ θεώρησαν ἐξίσου ἐχθρικοὺς τοὺς Βυζαντινοὺς μὲ τοὺς Ἀραβότουρκους καὶ πολέμησαν τοὺς Βυζαντινοὺς ἀπὸ τὰ δυτικὰ ὅπως τοὺς πολέμησαν ἀπὸ τὰ ἀνατολικὰ οἱ Ἀραβότουρκοι ὁδηγώντας ἔτσι τὸ Βυζάντιο σὲ διμέτωπο ἀγώνα μὲ ἀγωνία καὶ θάνατο, ἔτσι καὶ σήμερα οἱ Δυτικοὶ ὑποτίμησαν τὸ Βυζάντιο θάβοντάς το προκειμένου νὰ ζητήσουν συγγνώμη ἀπὸ τοὺς Ἀραβότουρκους Μουσουλμάνους γιὰ τὴν «ἀποικιοκρατία» τὴν ὁποία ὑπέστησαν οἱ τελευταῖοι. (Πολὺ μικρότερη τῆς ἀποικιοκρατίας στὴν Ἀμερικὴ ἢ τῆς ἰσλαμοδυτικῆς ἀποικιοκρατίας στὰ ἑλληνοβυζαντινὰ ἑδάφη, φυσικά.) Ὡς παράδειγμα τοῦ σημερινοῦ ἀντιβυζαντινισμοῦ, δοξολογοῦνται ἀπὸ τὴ Δύση οἱ Ἄραβες (στὴν πραγματικότητα, ἦταν νεστοριανοὶ καὶ ὀρθόδοξοι Χριστιανοί) ποὺ «διέσωσαν τὴν ἀρχαιοελληνικὴ γραμματεία», πράγμα τελείως γελοῖο ἂν συγκριθεῖ μὲ ὅσα διέσωσαν οἱ Βυζαντινοί, οἱ ὁποῖοι ὡστόσο ἀγνοοῦνται παντελῶς ἀπὸ τὴ Δύση (πέρα ἀπὸ 1-2 λογίους μερικοὶ ἐκ τῶν ὁποίων διώχθηκαν ἀκριβῶς γιατὶ δὲν δοξολόγησαν τὸ «φιλελληνικὸ Ἰσλὰμ» θάβοντας μὲ τὴ σιωπή τους τὸ Βυζάντιο). Αὐτὰ εἶναι γεγονότα πέρα ἀπὸ κλάψες καὶ εὐχολόγια τῶν «εὐρωπαϊστῶν φιλοΒυζαντινῶν» (σικ). Καὶ δὲν ἀλλάζουν, ὅσο κι ἂν οἱ Νεοέλληνες νομίζουν ὅτι ἡ φωνούλα τους θὰ ἀκουστεῖ στὴ Δύση, ποὺ ξέρει πολὺ καλύτερα τὰ συμφέροντά της.

Στὴν πραγματικότητα ὁ ἀρθρογράφος (μαζὶ μὲ μιὰ ντουζίνα ἄλλους) θέλει νὰ ἀναγνωριστεῖ ὡς Εὐρωπαῖος (μέσῳ τῆς ἀναγνώρισης τοῦ Βυζαντίου ὡς Εὐρωπαϊκοῦ), δηλαδὴ ἀναγνωρίζει τὴν ἀνωτερότητα τῆς Δύσης τὴν ὁποία καταγγέλλει ὡς ὑποτιμητικὴ γιὰ τὸ Βυζάντιο (καὶ τὴν ὁποία ὑποστηρίζει ὁ Χάντινγκτον). «Εἴμαστε κι ἐμεῖς Εὐρωπαῖοι (διότι ἡ Εὐρώπη εἶναι τὸ Κοινὸ Ἀγαθό)». Οἱ Βυζαντινοὶ θὰ γελάγανε μὲ τὴ σκέψη ὅτι εἶναι Κέλτες, Λατίνοι καὶ Φράγκοι. Βέβαια ὅταν γράφηκαν αὐτά, ἡ ΟΝΕ καὶ ἡ Ε.Ε. ἦταν ἡ νέα Μεγάλη Ἰδέα (200 χρόνια Κοραϊσμοῦ βασικά), καὶ ὅλοι ἔπρεπε νὰ δηλώσουν ὑποταγὴ σ’ αὐτὴν ἐντάσσοντας κάθε νεοελληνικὸ χαρακτηριστικὸ στὴν «Εὐρώπη». Ἀπὸ τὸ Βυζάντιο μέχρι τὸ μπουζούκι καὶ τὶς μαντῆλες τῆς προγιαγιᾶς σας στὸ χωριό. Τέτοιο νεοκοραϊκὸ κόμπλεξ. Κατὰ τὰ ἄλλα, ὁ Χάντιγκτον εἶναι κομπλεξικὸς καὶ φθονερός (δὲν λέω ὅτι τὸ ἰσχυρίζεται ρητὰ ὁ ἀρθρογράφος…), ὄχι ἐμεῖς. Τὸ ἄλλο παράδοξο, καὶ ἀστεῖο, εἶναι ὅτι ἡ διακήρυξη τοῦ Χάντινγκτον εἶναι διακήρυξη ἀμυντική, δηλαδὴ καθορισμοῦ ὁρίων καὶ Ἐχθρῶν: Ἕνας πολιτισμὸς ποὺ βάζει τέτοια ὅρια μὲ λεκτικὲς προσβολὲς πρὸς τοὺς ἄλλους, ὁδεύει στὴ δύση του καὶ προσπαθεῖ μὲ τσιρίδες νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν σταδιακὰ χαμένη ἀνωτερότητά του ἢ νὰ σημάνει ἐγερτήριο σάλπισμα γιὰ τὸν «ὑπὲρ πάντων (τελευταῖο) ἀγώνα» του. Πάντως, ἡ διακήρυξη ἀπέτυχε, καὶ ἡ Ἑλλάδα ποὺ προσδέθηκε στὴ Δύση τὰ τελευταῖα 200 χρόνια θὰ βουλιάξει μαζί της -ἀλλὰ μὲ χειρότερο καὶ ἀγριότερο τρόπο ἀπὸ ὅ,τι ἡ «κυρίως Δύση».

τὰ εὐρωπαϊκά

Σὲ συνέχεια προηγούμενου ἄρθρου, γιὰ τὴν κλάψα νὰ μᾶς δεχτοῦν ὡς Εὐρωπαίους. Γιὰ τὴν «δυστυχία τοῦ νὰ μὴν εἶσαι Εὐρωπαῖος» ἔστω καὶ φιλοβυζαντινή.

Δὲν ὑπάρχει Εὐρώπη παρὰ ὡς δυτικομεσαιωνικὸ καὶ ὑστερομεσαιωνικὸ-ἀναγεννησιακὸ δημιούργημα. Ἡ Εὐρώπη δὲν εἶναι μία ξεχωριστὴ ἤπειρος, ὅπου (χάρη σὲ μιὰ ἀναπόδεικτη σύνδεση ἐδάφους καὶ πολιτισμοῦ) ὅλοι μοιράζονται τὸν ἴδιο πολιτισμό. Ἂν σκεφτοῦμε τὴν ρωμαϊκὴ Ἀρχαιότητα, ὁ «πολιτισμὸς» ξεκινοῦσε ἀπὸ τὰ βόρεια τῆς Ρώμης κι ἔφτανε στὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν μερικῶς ἐξελληνισμένη Συρία καὶ Ἰουδαία. Γιὰ ποιὰ ἀκριβῶς «Εὐρώπη» μιλᾶμε ὅταν οἱ Κέλτες, οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ Σλάβοι θεωροῦνταν κάτι μεταξὺ ἀπολίτιστων καὶ μὴ ἀνθρώπων; Ἦταν εὐρωπαϊκὴ ἡ Ἀλεξάνδρεια; Ὄχι; Μήπως ἦταν «ἀνατολίτικη»; Οὔτε. Τότε τί ἦταν; Ἦταν ἑλληνορωμαϊκή. Συμπέρασμα: Στὴν Ἀρχαιότητα, ὄχι μόνο δὲν ὑπῆρχε ἡ ἔννοια τῆς Εὐρώπης ὡς περιοχῆς κοινοῦ πολιτισμοῦ (οἱ Ἕλληνες ἔβλεπαν τὸν ἑαυτό τους ὡς ἐνδιάμεσο μεταξὺ Κελτῶν καὶ Ἀσιατῶν) ἀλλὰ τὰ 19/20 τῆς εὐρωπαϊκῆς ἠπείρου θεωροῦντο βάρβαρα καὶ «ἐκτὸς (εὐρωπαϊκοῦ!) πολιτισμοῦ». Ἡ περιοχὴ τῆς Ἰταλίας μὲ τὴν Ἑλλάδα ἦταν τὰ κέντρα τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ πολιτισμοῦ, μὲ «ἀποικίες» τους τὴν Αἴγυπτο, τὴ Συρία, τὴν Ἰουδαία, τὴ Μ. Ἀσία καὶ τὴν Καρχηδόνα. Ὁ καημὸς μὲ τὴν Εὐρώπη ἀφορᾶ τὸ δίπτυχο «λατινικὴ παιδεία, ρωμαιοκαθολικισμὸς (καὶ μετά, προτεσταντισμός)», καὶ ἐμφανίζεται μὲ τὴν ἀνάδυση τῆς ἀντίστοιχης πολιτισμικῆς ταυτότητας. Μὲ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία ὡς μεταγενέστερη, ἀκαδημαϊκὴ-μὴ γηγενὴ πτυχή. Ἄλλο ἂν ἡ Ἰταλία ἀποσπάστηκε ἀπὸ τὴν ἑλληνορωμαϊκὴ κουλτούρα καὶ ἐντάχθηκε σὲ μιὰ γερμανολατινικὴ σύνθεση. Ἐφόσον ἤπειρος Εὐρώπη δὲν ὑπάρχει γεωγραφικά, τότε δὲν εἶναι ὅλοι οἱ κάτοικοί της «Εὐρωπαῖοι», παρὰ μόνο ὅσοι ἐφηῦραν τὸν ὅρο μὲ πολιτισμικὴ σημασία (ἐνάντια, μάλιστα, στὸ ἄλλο μισὸ τῆς γεωγραφικῆς «Εὐρώπης»), τότε εἶναι μιὰ τεράστια ματαιοπονία νὰ ὁραματίζεσαι μιὰ Εὐρώπη ἀπὸ τὸν Ἀτλαντικὸ ὣς τὰ Οὐράλια (στὴν ὁποία γίνεται ἰσότιμα ἀποδεκτὸς ὁ ἑλληνοσλαβικὸς κόσμος) -ἂν ὄχι γιὰ κάποιον ἄλλο λόγο τουλάχιστον γιατὶ τὰ Οὐράλια δὲν σηματοδοτοῦν ἀπολύτως τίποτε πολιτισμικά.

Ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν Χριστιανισμό, εἶναι τελείως ἄστοχο νὰ ἀντιδιαστέλλεται αὐτὸς ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα ὅταν εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ Ἀρχαιότητα ἔσβησε ὁριστικὰ μόλις στὸν 7ο αἰ. (300 χρόνια μετὰ τὸν Κωνσταντίνο) καὶ ὅτι ὀ Χριστιανισμὸς γεννήθηκε μέσα στὴν Ἀρχαιότητα καὶ συνεπῶς εἶναι (θέλοντας καὶ μή) κάτι ἀδιαχώριστο ἀπὸ αὐτήν -ἀκόμη κι ἂν ἡ διαφορὰ παγανισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ εἶναι ἀβυσσαλέα. Τὰ πιὸ ζωντανὰ «ἀρχαῖα» πολιτισμικὰ λείψανα (δὲν ἐννοῶ τὰ λαϊκά) προέρχονται ἀπὸ τὸν πρωτοχριστιανισμό.

Αὐτὲς οἱ ἀξιοθρήνητες προσπάθειες γιὰ «νὰ μᾶς θεωρήσετε ἰσότιμους» ὑποδηλώνουν μιὰ τόσο τεράστια ἔλλειψη αὐτοπεποίθησης ποὺ καλύτερα νὰ μὴν τὶς πάρουμε στὰ σοβαρά. Πράγματι, ἡ νεότερη Ἑλλάδα διαλύθηκε καὶ (ἂν δὲν γίνουν μόνο δύο θαύματα) θὰ ἐξαφανιστεῖ, ὁπότε τί λόγο νὰ ἀρθρώσει μπροστὰ στὴ Δύση παρὰ ἕνα θλιβερὸ «εἴμαστε κι ἐμεῖς σὰν κι ἐσᾶς, ἴσοι»; Δηλαδή, οἱ «ἀντιμετωπίστε μας ὡς ἴσους» εἶναι προϊὸν τῆς διάλυσης μέν, δὲν θὰ ἔχουν κανένα ἀποτέλεσμα δέ. Γιατὶ ὁ ἀνύπαρκτος δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὸς ὡς ἴσος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.