Όταν οι Αμερικανοί δωρίζουν την Αιθιοπία στην Κίνα

Γιώργος Ηλιόπουλος – SLPRESS

Μετά τα τραγελαφικά γεγονότα της εκκένωσης του Αφγανιστάν τον Αύγουστο του 2021, μία δεύτερη αστοχία της νέας αμερικανικής κυβέρνησης εκχωρεί την Αιθιοπία οριστικά στην Κίνα. Με την αποστολή μεγάλων όγκων οπλισμού προς την κυβέρνηση της χώρας, από τις αρχές Δεκεμβρίου οι κυβερνητικές δυνάμεις αντιστρέφουν την κατάσταση περιορίζοντας σταδιακά τις δυνάμεις του Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου του Tigray (Tigray People’s Liberation Front-TPLF) προς τον βορρά της χώρας.

Με την ανατροπή της κατάστασης, η κυβέρνηση Biden πιέζει τους Αμερικανούς υπηκόους να εγκαταλείψουν την χώρα για λόγους ασφαλείας και σε όσους δεν διαθέτουν τα μέσα να μετακινηθούν, προσφέρει την συνδρομή της για να εξοφλήσουν τα αεροπορικά τους εισιτήρια. Από την άλλη πλευρά ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών Wang Yi επισκέπτεται εκτάκτως την αιθιοπική πρωτεύουσα αποσαφηνίζοντας πως το Πεκίνο υποστηρίζει με κάθε διαθέσιμο μέσον την κυβέρνηση της χώρας.

Η στάση του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ανάλογη των ΗΠΑ που έχουν επιβάλλει σοβαρές κυρώσεις στην Αιθιοπία και την Ερυθραία, υποτίθεται για ανθρωπιστικούς λόγους, αλλά όχι και στις δυνάμεις των ανταρτών του Tigray, που διαπράττουν συνεχώς ακρότητες. Στις ΗΠΑ πάντως χιλιάδες Αιθίοπες διαμαρτύρονται για την στάση του Λευκού Οίκου, κατηγορώντας ανοικτά τον νέο πρόεδρο πως υποστηρίζει τους αντάρτες του Tigray, εναντίον μίας νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης.

Από τη πλευρά της η αμερικανική κυβέρνηση ισχυρίζεται πως υποστηρίζει τις διαβουλεύσεις μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, μέσω διαμεσολαβητών από άλλες αφρικανικές κυβερνήσεις. Μία συμφωνία όμως για ειρηνική διευθέτηση των διαφορών εν μέσω μίας αμφίρροπης σύγκρουσης, δεν εμφανίζει ιδιαίτερες πιθανότητες υλοποίησης, κυρίως λόγω του ότι η Αιθιοπία ανησυχεί ως προς το ότι κινδυνεύει να πιεσθεί αφόρητα για να απεμπολήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα σε μέρος των εδαφών της, με αντάλλαγμα μία αμφίβολη ειρηνική διαδικασία.

Από την πλευρά τους οι Αμερικανοί ισχυρίζονται πως τηρούν ουδέτερη στάση, αλλά η συμπεριφορά τους και ειδικά η απόφαση του προέδρου Biden να επιβάλλει κυρώσεις στην Αιθιοπία στις 17 Σεπτεμβρίου και στην Ερυθραία που της συμπαραστέκεται στις 12 Νοεμβρίου, πιστοποιεί το αντίθετο. Η τελευταία μάλιστα κίνηση της αμερικανικής κυβέρνησης να αναστείλει το καθεστώς απαλλαγής δασμών στις εξαγωγές της προς την Αιθιοπία λόγω μαζικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παραμένει προβληματική.

Η στάση του Πεκίνου

Κατά τα φαινόμενα ο Λευκός Οίκος δεν ενδιαφέρεται για τις ακρότητες που έχουν διαπραχθεί από τους αντάρτες του Tigray, ούτε για τις κλοπές της ανθρωπιστικής βοήθειας που χορηγεί ο ΟΗΕ από τις δυνάμεις του. Από την αρχή της κρίσης στην Αιθιοπία, ο κύριος προμηθευτής οπλισμού της κυβέρνησης είναι τα Εμιράτα και σε δεύτερο βαθμό το Ισραήλ, τα οποία αποσύρονται όμως μετά από τις αυστηρές συστάσεις των Αμερικανών να διακόψουν τις αποστολές οπλικών συστημάτων.

Το κενό που δημιουργείται όμως σπεύδει να καλύψει αρχικά το Ιράν, αποστέλλοντας και τα γνωστά μη επανδρωμένα οπλισμένα αεροσκάφη Muhajer-6, που χρησιμοποιεί και η Hezbollah στην Συρία. Αμέσως μετά εμφανίζεται η Κίνα μεταφέροντας μεγάλες ποσότητες οπλισμού και τα εξαιρετικά αξιόπιστα μη επανδρωμένα οπλισμένα αεροσκάφη Wing Loong Ι, με πιθανή την αποστολή και των νέων εξαιρετικά εξελιγμένων Wing Loong ΙΙ.

Η αντιστροφή της κατάστασης έχει πλέον καταστεί προφανής, εάν συνεκτιμηθεί το γεγονός ότι στα μέσα Νοεμβρίου οι προφυλακές των ανταρτών, πλησιάζουν επικίνδυνα την πρωτεύουσα Αντίς Αμπέμπα σε απόσταση 209 χιλιομέτρων. Όμως μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο οι κυβερνητικές δυνάμεις ανασυγκροτούνται με την βοήθεια των Ιρανών και κυρίως των Κινέζων, με συνέπεια να ανατρέψουν προς το παρόν την αρνητική ροή των γεγονότων για την αιθιοπική κυβέρνηση.

Η τροπή των γεγονότων στοιχειοθετεί πως με την στάση της η νέα αμερικανική κυβέρνηση εγκαταλείπει την Αιθιοπία προς όφελος της Κίνας, με μοναδική ίσως λογική εξήγηση το γεγονός ότι δεν επιθυμεί να διαταράξει τις σχέσεις της με την Αίγυπτο. Η θυσία όμως δεν αποτελεί την μοναδική λύση από την στιγμή που οι Αιθίοπες αντιλαμβάνονται πως δεν έχουν κανένα μέλλον με τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους, ενώ με μία αυστηρά ουδέτερη στάση ο Λευκός Οίκος είχε την δυνατότητα να αποτρέψει τον παραλογισμό των συγκρούσεων, διατηρώντας παράλληλα ανέπαφο έναν ισχυρό μοχλό πίεσης στην χώρα.

Οι κινεζικές επενδύσεις στην Αιθιοπία

Η εμπόλεμη σύγκρουση στην Αιθιοπία ίσως υποχρεώσει το Πεκίνο να στραφεί σε άλλα επιχειρηματικά σχέδια στην ανατολική Αφρική, αν και κατά τα φαινόμενα δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την Αιθιοπία. Έναν προφανή στόχο συνιστά το γειτονικό Τζιμπουτί, όπου ήδη διατηρεί μεγάλη και υπερσύγχρονη ναυτική βάση. Έναν άλλο αποτελεί η Ερυθραία, όπου ήδη η China Shanghai Corporation for Foreign Economic and Technological Cooperation έχει αναλάβει μεγάλα έργα οδοποιίας.

Στην Αιθιοπία που έχει ενταχθεί στην Πρωτοβουλία των Μεγάλων Εμπορικών Διαδρόμων (BRI), οι Κινέζοι έχουν επενδύσει σε εύρος δεκαετίας 16 δισεκατομμύρια δολάρια και αποτελούν με ποσοστό στο σύνολο 30,74%, τον μεγαλύτερο άμεσο επενδυτή στην χώρα, ακολουθούμενοι από τους Αμερικανούς με 21,45% και τους Βρετανούς με 4,58%. Η ποικιλομορφία των κινεζικών επενδύσεων αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς στον βιομηχανικό τομέα και πλέον τα νέα προγράμματα εμφανίζονται πολυπληθέστερα σε σχέση με τα υπάρχοντα αξιοποίησης φυσικών πόρων από το 2005.

Ένα από τα σημαντικότερα έργα με αφετηρία λειτουργίας του το 2018, αφορά τον πλήρως ηλεκτροδοτούμενο σιδηρόδρομο Αντίς-Αμπέμπα-Τζιμπουτί, μήκους 756 χιλιομέτρων, με δανειοδότηση ύψους $2,5 δισεκατομμυρίων από την Export Import Bank of China. Κύριοι ανάδοχοι του έργου αναδεικνύονται οι κρατικές China Civil Railway Engineering Corporation-CREC και China Civil Engineering Construction Corporation-CCECC.

Κορωνίδα πάντως των επεμβάσεων στις υποδομές συνιστά το Μεγάλο Αιθιοπικό Φράγμα Αναγέννησης (Grand Ethiopian Renaissance Dam-GERD), ένα υδροηλεκτρικό πρόγραμμα ύψους τεσσάρων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο πρωταρχικός στόχος συνίσταται στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας της τάξης των 6,45GW, μέγεθος που το καθιστά στο μεγαλύτερο υδροηλεκτρικό έργο της Αφρικής, με δυνατότητα πέραν της Αιθιοπίας να καλύπτει και τις ενεργειακές ανάγκες όμορων χωρών.

Με αφετηρία τον Ιούλιο του 2020, το φράγμα πληρούται σταδιακά με προβλεπόμενη ολική πλήρωση εντός τετραετίας ή και επταετίας, ανάλογα με τις υδρολογικές συνθήκες, αυξάνοντας κατά 14% την παραγωγή ενέργειας στην Αιθιοπία. Όμως λόγω του ότι η αιθιοπική κυβέρνηση έχει κινηθεί μονομερώς χωρίς την σύμφωνη άδεια της Αιγύπτου και του Σουδάν, από την στιγμή που αντλείται ο Γαλάζιος Νείλος, προκαλούνται προστριβές, με συνέπεια Αιγύπτιοι και Σουδανοί να υποστηρίζουν παρασκηνιακά το Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπου του Tigray.

Αμερικανική προπέτεια

Η αδυναμία των Αμερικανών να αξιοποιήσουν την σύγκρουση, ώστε να εφαρμόσουν την μεγαλύτερη δυνατή μόχλευση στο αιθιοπικό πρόβλημα, σε συνδυασμό με την ανειλικρινή τους στάση στο ζήτημα των ίσων αποστάσεων από τις αντιμαχόμενες πλευρές λόγω της εμφανούς υποστήριξης των ανταρτών του Tigray, εξωθεί ακόμα περισσότερο την Αιθιοπία προς την Κίνα. Η αιθιοπική κυβέρνηση αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχει μέλλον στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζεται στην σανίδα σωτηρίας που της προσφέρει το Πεκίνο. Όμως η εξέλιξη αυτή δεν παύει να αποτελεί ταυτόχρονα και μία σοβαρή διπλωματική ήττα για τον πρόεδρο Joe Biden και τον υπουργό Εξωτερικών Anthony Blinken.

Στις 25 Νοεμβρίου του 2021 και η Ερυθραία εισέρχεται επίσημα στην Πρωτοβουλία των Μεγάλων Εμπορικών Διαδρόμων (BRI), υπογράφοντας μνημόνιο κατανόησης (MOU) με το Πεκίνο. Το γεγονός αυτό εντείνει τις ανησυχίες των αναλυτών στον δυτικό κόσμο από την στιγμή που αυξάνονται οι πιθανότητες των Κινέζων να διευρύνουν την επιρροή τους στην ανατολική Αφρική, όπως ήδη έχουν επιτύχει στην Κεντρική Ασία. Πριν από την έκρηξη των συγκρούσεων η Αιθιοπία κατείχε έναν από τους ταχύτερα αυξανόμενους ρυθμούς ανόδου του ΑΕΠ στον κόσμο, με σημαντικές επενδύσεις στον τομέα των υποδομών και της παιδείας, με την οικονομία της να μετατοπίζεται προς την βιομηχανική παραγωγή και τον τομέα παροχής υπηρεσιών.

Αν και δεν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα για την έκβαση των συγκρούσεων, όπως και για το εάν και κατά πόσον οι κυβερνητικές δυνάμεις θα επιτύχουν τελικά να ελέγξουν την επαρχία των αντικαθεστωτικών, οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν πλέον την δυνατότητα να παρέμβουν για να διευθετήσουν τις διαφορές, επιλύοντας το πρόβλημα. Εάν μάλιστα ηττηθεί αποφασιστικά το Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο του Tigray και η επαρχία ελεγχθεί από την κεντρική κυβέρνηση, τότε η Αιθιοπία θα εξελιχθεί σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη στο κέρας της Αφρικής. Παράλληλα και οι 450.000 Αιθίοπες που διαβιούν στις ΗΠΑ, πιέζουν με αποφασιστικές διαμαρτυρίες τον Λευκό Οίκο να υιοθετήσει ουδέτερη τουλάχιστον θέση στο ζήτημα της χώρας τους.

Όμως ίσως οι Αμερικανοί να ελπίζουν να επαναληφθούν τα γεγονότα του 1991, όταν αντικαθεστωτικές ένοπλες ομάδες με σπονδυλική στήλη τους μαχητές TPLF, είχαν ανατρέψει τον τότε σοσιαλιστή πρόεδρο Hailé Mariam Mengistu, καταλύοντας το καθεστώς της Λαϊκής Δημοκρατίας, παρά την γενναία βοήθεια των Ρώσων προς τον τότε Αιθίοπα ηγέτη. Πάντως πληθυσμιακά, η επαρχία των εξεγερμένων φιλοξενεί μόλις το 6% του συνολικού πληθυσμού της χώρας, ενώ και οι συνθήκες του 1991, διαφέρουν δραστικά από τις σύγχρονες, αφού η πλειοψηφία των Αιθίοπων υποστηρίζει σθεναρά την κυβέρνηση.

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.