Ἡ Φύση καὶ ἡ Λειτουργία τοῦ Κλεφταρματολισμοῦ στὸ Πλαίσιο τῆς Κατάκτησης

Του Μιχάλη Ρέττου*

Οἱ στρατιωτικοὶ αρχηγοὶ τοῦ ἀγῶνα τοῦ 1821 (ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ποὺ ἀνέλαβαν καὶ στρατιωτικὰ καθήκοντα) ἦταν παλιοὶ ἤ ἐν ἐνεργεία κλέφτες, ἀρματολοὶ καὶ κάποι, οἱ κατεξοχὴν δηλαδὴ ἄνθρωποι τῶν ὅπλων ποὺ ζοῦσαν στὶς ὀρεινὲς περιοχὲς. Οἱ κλέφτικες ἔνοπλες ὁμάδες, κατὰ τὴν περίοδο τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας, ἀποτελούνταν ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἡ σχέση τους μὲ τὸ πλαίσιο νομιμότητας τῆς κατάκτησης εἶχε διαρραγεῖ.

Συνήθως ἦταν φυγόδικοι, χρεοφειλέτες, τυχοδιῶκτες, δυσπροσάρμοστοι ἤ θύματα τυραννικῆς ἀντιμετώπισης ἀπὸ ὀθωμανοὺς αξιωματούχους, ποὺ ἐπιχειροῦσαν τὴ διαφυγή τους ἀπὸ τὸν φυσικὸ τους χῶρο, τὴν κοινότητα, καὶ ζοῦσαν κυρίως ἀπὸ τὴ ληστεία καὶ τὴ λεηλασία ποὺ ασκοῦσαν κυρίως ἐναντίον τῶν Τοὺρκων ἀλλά, ἐνίοτε, καὶ ἐναντίον πλουσίων Ἑλλήνων.[1] Ἡ «ἔξοδὸς» τους ἀπὸ τὸν γενέθλιο τόπο τους καὶ ἡ καταφυγὴ τους στὰ βουνά σηματοδοτοῦσε τὴ μερικὴ ἀπεμπλοκή τους ἀπὸ τὶς δεσμέυσεις καὶ τοὺς καταναγκασμοὺς τῶν κοινοτικῶν καὶ ὀθωμανικῶν ἀρχῶν[2], γεγονὸς ποὺ συντέλεσε στὴν καλλιέργεια τῆς μυθολογίας τῆς «διαρκοῦς ἀντίστασης» ἀπέναντι στὸν κατακτητὴ καὶ στὴν εὐμένεια τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ πρὸς ἐκείνους, ἡ ὁποία εἶναι ἔκδηλη στὴ δημοτικὴ παράδοση τῆς προφορικῆς ποίησης.[3]

Οἱ ἀρμοτολοί, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἦταν ἐπίσης ἔνοπλοι ποὺ συγκροτοῦσαν ὁμάδες ποὺ δροῦσαν στὶς ὀρεινὲς ἠπειρωτικὲς περιοχές τῶν Βαλκανίων καὶ διακρίνονταν ἀπὸ τοὺς κλέφτες ἀπὸ τὸ ὅτι εἶχαν τὴν ἐπίσημη ἀναγνώριση ἀπὸ τὶς ὀθωμανικὲς ἀρχές. Οἱ τελευταῖες τους χρησιμοποιοῦσαν γιὰ τὴ φύλαξη τῶν διαβάσεων τῶν ὀρεινῶν ὄγκων (δερβένια), τὴν προστασία τῶν συγκοινωνιών (ἀπὸ τὴ δράση τῶν κλεφτῶν) καὶ τὴ γενικότερη ἐπιβολὴ τῆς τάξης.[4] Οἱ ἀπαρχὲς τοῦ θεσμοῦ χάνονται μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ παρελθόντος καὶ ἀνάγονται στὸν 15ο αἰῶνα, ἐπὶ βασιλείας τοῦ Μουρὰτ Β΄ (1421-1451)[5], ἐνῶ παρόμοιου τύπου στρατιωτικὲς ὁμάδες (καπετανίκια) φαίνεται νὰ ὑπῆρχαν ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Βυζαντίου.[6]

Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ἡ διαφορὰ τοῦ κλέφτη ἀπὸ τὸν ἀρματολὸ ὅλο καὶ ἀμβλυνόταν, καθὼς ἡ διευρυμένη αὐτονομία ποὺ ἀπολάμβαναν οἱ ἔνοπλοι ραγιάδες (λόγω ἀκριβῶς τῆς αδυναμίας τῶν ὀθωμανῶν να ἐλέγξουν τὸν ὀρεινὸ ἠπειρωτικὸ χῶρο τῆς βαλκανικῆς χερσονήσου), ὁ ἀνταγωνισμός τους μὲ τὶς ὀθωμανικὲς ἀρχὲς καὶ οἱ μεταξύ τους προστριβὲς τοὺς ὠθοῦσαν σὲ μία διαρκὴ ἐναλλαγὴ ρόλων ποὺ ἀντανακλᾶ στὴ μετάπτωση τοῦ (προσκυνημένου) ἀρματολοῦ στὴ θέση τοῦ (ἀποστάτη) κλέφτη καὶ τὸ ἀντίστροφο. Μὲ λίγα λόγια, ὁ ἀρματολισμός, ὥς θεσμός, προέκυψε ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τῶν ὀθωμανῶν νὰ ἐπιβάλουν τὴν τάξη σὲ περιοχὲς ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ ἐλέγξουν μὲ οἰκείους μηχανισμοὺς καταστολῆς. Γιὰ νὰ τὸ κάνουν, ὅμως, ἀναγκάστηκαν νὰ νομιμοποιήσουν/θεσμοθετήσουν τὴν -καταγωγικὰ παράνομη- ὁπλοκατοχὴ τῶν ραγιάδων κλεφτῶν μεταποιώντας τους σὲ ἀρμοτολούς, οἱ ὁποῖοι πλέον ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιβάλλουν τὴν τάξη ἐν ὀνόματι τῶν ἀρχῶν τοῦ κατακτητῆ.[7] Οἱ Ὀθωμανοὶ, δηλαδή, ὅπως ἀναφέρει ὁ Βλαχογιάννης, ἀναζήτησαν στοὺς ἴδιους τοὺς παράνομους κακοποιοὺς ληστὲς τοῦ κακοῦ αὐτοῦ τ’ ἀντιφάρμακο.[8]

Ἡ ἐναλλαγὴ αὐτὴ τῶν ρόλων ἀποτέλεσε στὴν πράξη μία μερικὴ ἀποδιάρθρωση τοῦ συστήματος τῆς κατάκτησης, διότι ὁ κλέφτης/ἀρματολός, μὲ τὸ προσκύνημά του καὶ τὸν διορισμό του στὸ ἀρματολίκι, δὲ σημαίνει ὅτι ἐντάσσεται στοὺς ὅρους τῆς «ραγιαδοσύνης» καὶ ὅτι στεγάζεται σὲ μία «πατρίδα», στὴν ὁποία θὰ ἀφοπλιστεῖ καὶ θὰ φορολογεῖται ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι.[9] Ἐπιπλέον, ὁ διορισμὸς τοῦ κλέφτη στὸ ἀρματολίκι ἦταν συνάρτηση τῆς ἱκανότητάς του νὰ διαταράσσει ἀποτελεσματικὰ τὴν τάξη στὴν περιοχὴ δράσης του. Tὸ νὰ ἀποδειχθεῖ δηλαδὴ ὁ κλέφτης ἀρκετὰ «ἐπικίνδυνος» καὶ «ἀνίκητος» ἀποτελοῦσε τὴν ἀναγκαία συνθήκη διορισμοῦ του, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἦταν ἀδύνατον νὰ ἐξαρθρωθεῖ καὶ, ἐπομένως, ἦταν ὁ μόνος ποὺ θὰ μποροῦσε, μέσω τοῦ προσκυνήματός του, νὰ ἐπιβάλει τὴν εὐταξία.

Συνακόλουθα, ὁ διορισμένος ἀρματολὸς θὰ ἔπρεπε διαρκῶς νὰ ἀποδεικνύει τὴν ἱκανότητά του νὰ ἀντιμετωπίζει τοὺς (ἄλλους) κλέφτες (καὶ ἐπίδοξους ἀρματολοὺς), χειριζόμενος ἀποτελεσματικὰ τὰ ὅπλα καὶ διευθύνοντας ἐνόπλους.[10]  Τὸ ἀρματολίκι, ἐπομένως, ἀποτελεῖ τὸν χῶρο ἐκείνο ποὺ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ταυτόχρονα ἀναιρεῖται ἡ κατάκτηση. Ἡ δράση τοῦ κλεφταρματολοῦ, δηλαδή, στὸ πλαίσιο τῆς κατάκτησης, καθὼς καὶ η ἴδια ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου, παραπέμπει σὲ μία παράδοξη ἀντινομία, στὴν ὅποια συνυπάρχουν στὸ ἴδιο πρόσωπο οἱ πρακτικὲς τῆς ληστείας καὶ τῆς φύλαξης, τοῦ προσκυνήματος καὶ τῆς ἐλευθερίας, τῆς ραγιαδοσύνης καὶ τῆς ὁπλοκατοχῆς καὶ, ἐν τέλει, τῆς ἀποστασίας καὶ τῆς νομιμότητας.[11] Τὰ λεγόμενα «καπάκια»[12], κατὰ τῆν περίοδο τῆς ἐπανάστασης, ποὺ θὰ ἐξεταστοὺν στὴ συνέχεια, ἐγγράφονται σὲ αὐτὴ τὴν, ἐμπεδομένη στὸν χρόνο, παράδοση ἐναλλαγῆς τῆς θέσης τοῦ ἐνόπλου, ἀπὸ τὴν κατάσταση τοῦ ἐξεγερμένου σὲ αὐτὴ τοῦ (ψευτο)προσκυνημένου.

Οἱ ἀρματολοί, ὅπως τονίστηκε προηγουμένως, δροῦσαν στὶς ὀρεινὲς περιοχὲς καὶ, σταδιακά, μὲ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ θεσμοῦ, ἐξελίχθηκαν σὲ φυσικοὺς ἡγέτες τοῦ τόπου τους, ποὺ ἐπιδίδονταν, ὅπως καὶ οἱ πρόκριτοι, σὲ φοροεισπρακτικὲς δραστηριότητες καὶ ἐμπλέκονταν σὲ κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες ἀναπαραγωγῆς τῆς δύναμής τους.[13] Ἡ διαδρομὴ αὐτὴ τοὺς ὁδήγησε στὴ δημιουργία ἀνταγωνιστικῶν σχέσεων μὲ τοὺς προεστούς, τὶς παραδοσιακὲς δηλαδὴ ἡγεσίες τῶν κοινοτήτων. Ἰσχυρὲς ὁμάδες ἀρματολῶν συναντᾶμε στὴ Ρούμελη, ἰδιαίτερα τὴ δυτική, στὴ Μακεδονία, τὴν Ἤπειρο καὶ, γενικότερα, στὶς ὀρεινὲς ἑλληνικὲς καὶ βαλκανικὲς χῶρες, ὅπου ἡ τοπολογία εύνοοῦσε  τὴν ἀναπαραγωγὴ καὶ τὴν ἐπικράτησὴ τους.

Ἀντίθετα στὴν Πελοπόννησο, λόγω τῶν μεγάλων πεδινῶν ἐκτάσεων καὶ τὴς ἀναμφισβήτητης κυριαρχίας τῶν προκρίτων σὲ τοπικὸ καῖ περιφερειακὸ ἐπίπεδο, δὲν ἀναπτύχθηκε ὁ θεσμὸς τοῦ ἀρματολισμοῦ.[14] Ὑπήρξαν βέβαια κλέφτικες ὁμάδες, οἱ ὁποῖες ὅμως ἐξαρθρώθηκαν ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς, μὲ τὴ συνεργία τῶν προκρίτων, τὸ 1805,[15] καθὼς καὶ κάποι, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἔνοπλοι στὴν ὑπηρεσία τῶν προεστῶν, χωρίς καμία οὐσιαστικὴ ἐξουσία.[16] Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ὁπλαρχηγοὶ τῆς Πελοποννήσου ἦταν πρώην κάποι -καὶ ὄχι ἀρματολοὶ- (πρώην κάπος ἦταν καὶ ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης[17]) ἐξηγεῖ τὴν ἀντιπαλότητα ποὺ ἀναπτύχθηκε, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπανάστασης, μεταξύ στρατιωτικῶν καὶ προκρίτων. Οἱ πρῶτοι εἴδαν τὴν ἐπανάσταση καὶ ὡς μέσο κοινωνικοῦ ρεβανσιμοῦ γιὰ τὴ χρόνια ταπείνωση ποὺ εἶχαν ὑποστεῖ ὑπηρετώντας τοὺς προεστοὺς, ἐνῶ οἱ δεύτεροι δὲν ἀνέχονταν τὴν ἀνατροπὴ τῶν κοινωνικῶν συσχετισμῶν ποὺ, ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐπῆλθε μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ ἀγῶνα καὶ τὶς στρατιωτικὲς ἐπιτυχίες τῶν ὁπλαρχηγῶν.[18]


[1]  Βλ. Petropulos, 40-41.

[2] Βλ. Νίκος Κοταρίδης, Παραδοσιακὴ Ἐπανάσταση καὶ Εἰκοσιένα (Ἀθήνα: Πλέθρον, 1993), 27–28.

[3] Βλ. στὸ ἴδιο, 35-37.

[4] Petropulos, ὅ.π., 40.

[5] Βακαλόπουλος, ὅ.π, τ.2, 364–65.

[6] Βλ. Γιάννης Βλαχογιάννης, Κλέφτες τοῦ Μοριᾶ (Ἀθήνα: Τύποις Πολυβιοτεχνικῆς, 1935), 13.

[7] Βλ. Βακαλόπουλος, ὅ.π., τ.2, 366–67.

[8] Βλ. Βλαχογιάννης, ὅ.π., 13.

[9] Βλ. Κοταρίδης, ὅ.π., 28.

[10] Βλ. στὸ ἴδιο, 62-63.

[11] Στὸ ἴδιο, 65.

[12] Πρόκειται γιὰ μυστικὲς συμφωνίες τῶν ὁπλαρχηγῶν τῆς Ρούμελης μὲ τοὺς ὀθωμανοὺς πασάδες, μὲ τὶς ὁποῖες ἐπιβαλόταν ανακωχή σὲ περιόδους ποὺ οἱ στρατιωτικὲς συγκυρίες δὲν ἦταν εὐνοϊκὲς γιὰ τοὺς ἐπαναστατημένους. Μὲ αύτες τὶς συμφωνίες, πολλὲς φορές, οἱ ὁπλαρχηγοὶ κέρδιζαν πολύτιμο χρόνο καὶ ἔσωζαν τοὺς πληθυσμοὺς ἀπὸ τὴν ἄμεση φυσική τους ἐξόντωση. Παράλληλα οἱ ἴδιοι ἀνανέωναν τὴν στρατιωτική τους ἡγεμονία στὴν περιοχὴ δράσης τους καὶ ἐπανασχεδίαζαν τὶς προσωπικὲς στρατηγικές τους, ποὺ αφοροῦσαν στὴ θέση τους στὸ πλαίσιο τοῦ πολέμου καὶ στὸν ρόλο τους ἀνάμεσα στὴν ἑλληνικὴ διοίκηση καὶ τὶς ὀθωμανικὲς ἀρχές. Βλ. ενδεικτικά: Κωστής Παπαγιώργης, Τὰ Καπάκια (Ἀθήνα: Καστανιώτης, 2003). Ἐπίσης βλ. Κοταρίδης, ὅ.π., 171–240.

[13] Βλ. Κοταρίδης, ὅ.π., 49-50.

[14] Βλ. Βλαχογιάννης, ὅ.π., 17.

[15] Γιὰ τὸν κατατρεγμὸ τῶν κλεφτῶν στὴν Πελοπόννησο βλ. Βλαχογιάννης, ὅ.π., 142-65. Βλ. ἐπίσης: Βακαλόπουλος, Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τ.5, 707-09.

[16] Ἁναλυτικὰ γιὰ τὴ διαφορὰ κάπου καὶ ἀρματολοῦ βλ. Βλαχογιάννης, ὅ.π., 26-33.

[17] Βλ. στὸ ἴδιο, 10-12.

[18] Βλ. Petropulos, ὅ.π., 43-44.

*Ο Μιχάλης Ρέττος είναι εκπαιδευτικός, απόφοιτος κλασικής φιλολογίας (ΕΚΠΑ) με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στο ΠΜΣ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ.

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.