Ἡ Ἰσορροπία τῶν Δυνάμεων καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση

Μιχάλης Ρέττος*

Ἱερὰ Συμμαχία ὑψώθηκε τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1815, μετὰ τὸ Συνέδριο τῆς Βιέννης (1814-1815), ἀπὸ τοὺς νικητὲς τῶν ναπολεόντειων πολέμων μὲ στόχο τὴν ἑδραίωση τῆς παλινόρθωσης τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος, τὴν προστασία τῆς θρησκείας, τῆς εἰρήνης καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν ἀλληλοϋποστήριξη τῶν Δυνάμεων ἀπέναντι σὲ ἐνδεχόμενα μελλοντικὰ ἐπαναστατικὰ κινήματα. Ἡ Συμμαχία προέκυψε ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Ρώσου αὐτοκράτορα, Ἀλέξανδρου Α΄, ὁ ὁποῖος, ὄντας πρωτεργάτης τῆς νίκης τῶν συμμάχων ἔναντι τοῦ Ναπολέοντα, ὀνειρευόταν νὰ τεθεῖ ἐπικεφαλῆς μιᾶς ὁμοσπονδίας εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν· μιᾶς εὐρωπαϊκῆς ἑνότητας στὴ βάση τῆς χριστιανικῆς θρησκείας.[1]

Ποιος είναι ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος 1. Η ασάφεια της θέσης του Αλεξάνδρου  μεταξύ πατέρα και γιαγιάς. Σχέσεις με άλλες χώρες
Ο Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας

Ὁ Βρετανὸς Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν, Castlereagh, χαρακτήρισε τὸ ἀρχικὸ κείμενο τῆς Συμμαχίας -ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὴν ἀντίληψη τοῦ Ρώσου τσάρου- «ὕψιστο μνημεῖο μυστικισμοῦ καὶ ἀνοησίας», καθὼς (τὸ κείμενο) τοποθετοῦσε τὶς χριστιανικὲς ἀρχὲς τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς ἀδελφοσύνης ὡς πολιτικὴ βάση σύμπλευσης καὶ οἰκουμενικῆς συμμαχίας τῶν λαῶν καὶ τῶν κρατῶν. Ὁ Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν τῆς Αὐστρίας, Metternich, τροποποίησε τὸ ἀρχικὸ κείμενο δίνοντας περισσότερη ἔμφαση στὸν ρόλο τῶν μοναρχῶν ὡς πυλώνων τῆς συνομοσπονδίας.[2] Τὴ συνθήκη ἵδρυσης τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας ὑπέγραψαν ἡ Αὐστρία, ἡ Πρωσία καὶ ἡ Ρωσία. Ἡ Μεγάλη Βρετανία ἐξέφρασε ἀπλῶς τὴ συμφωνία της μὲ τὶς ἀρχὲς τῆς συνθήκης, τὴν ὁποία ἀπέφυγε νὰ ὑπογράψει.[3]

      Ἐντούτοις, ἡ Βρετανία ἐπιδίωξε καὶ κατάφερε νὰ προσδέσει καὶ τὶς ἄλλες τρεῖς μεγάλες δυνάμεις (Ρωσία, Πρωσία, Αὐστρία) σὲ μία νέα πολιτικὴ σύμπραξη ποὺ κατοχύρωνε τὴ σταθερότητα τοῦ διεθνοῦς συστήματος καὶ τὴν ἰσορροπία τῶν Δυνάμεων. Πρόκειται γιὰ τὴ συνθήκη τῆς Τετραπλῆς Συμμαχίας (Quadruple Alliance), ἡ ὁποία ὑπεγράφη ἀπὸ τὶς Δυνάμεις στὶς 20 Νοεμβρίου 1815. Ἡ Τετραπλὴ Συμμαχία θεωρεῖται διπλωματικὴ ἐπιτυχία τοῦ Castlereagh, καθὼς περιόριζε τὴ Γαλλία -ἀποτρέποντας, μὲ τὴν ἀνανέωση τοῦ Συμφώνου τοῦ Σωμόν τοῦ 1814, τὴν πιθανότητα ἀναβίωσης τῆς γαλλικῆς ἀπειλῆς μὲ ὅποια πολιτικὴ μορφὴ καὶ ἄν αὐτὴ προέκυπτε. Ἐπιπλέον, ἡ Βρετανία δέσμευσε τὴν ἀναθεωρητικὴ Ρωσία σὲ μία συμμαχία συστημικῆς σταθερότητας καὶ ἰσορροπίας ποὺ ἐξυπηρετοῦσε τὰ δικά της συμφέροντα.[4]

      Τὸ δόγμα τῆς ἰσορροπίας τῶν Δυνάμεων ἔβαζε φρένο στὶς παραδοσιακὲς βλέψεις τῆς ρωσικῆς πολιτικῆς, στὶς ὁποῖες ἐναντιώνονταν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Μεγάλης Βρετανίας καὶ τῆς Αὐστρίας, ὁ Castlereagh καὶ ὁ Metternich ἀντίστοιχα. Αὐτὲς οἱ βλέψεις σχετίζονταν μὲ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Ρωσίας γιὰ τὸν «μεγάλο ἀσθενῆ» τῆς Εὐρώπης, τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία. Ἡ Ρωσικὴ Αὐτοκρατορία ἐπιθυμοῦσε νὰ ἔχει πρόσβαση στὴ Μεσόγειο θάλασσα, τὸν προνομιακό χῶρο διείσδυσης τῆς Μεγάλης Βρετανίας καὶ τῆς (ἡττημένης) Γαλλίας, πράγμα ποὺ θὰ τὸ κατάφερνε μὲ τὸν ἔλεγχο τῶν στενῶν τῶν Δαρδανελίων καὶ μὲ τὴν ἐπικύρωση τοῦ ρόλου τοῦ τσάρου ὡς προστάτη τῶν ὀρθόδοξων πληθυσμῶν τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας.

Η Ιερά Συμμαχία και ο διφορούμενος ρόλος της» της Αντιγόνης Καρύτσα |  schooltime.gr

Ἡ ἀρχὴ τῆς συστημικῆς ἰσορροπίας, ὡστόσο, στὴν ὁποία δεσμεύονταν ὅλες οἱ -ἐνταγμένες στὴν Τετραπλὴ Συμμαχία- Δυνάμεις, ἀποτελοῦσε ἀνάχωμα στὶς βλέψεις αὐτὲς καὶ προστάτευε ἀφενὸς τὰ συμφέροντα τῶν Βρετανῶν στὴ Μεσόγειο καὶ ἀφετέρου αὐτὰ τῶν Αὐστριακῶν, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπαν τὰ Βαλκάνια ὡς ἀποκλειστικὰ δικό τους χῶρο δυνητικῆς ἐπέκτασης.[5] Συνοψίζοντας τὰ παραπάνω, οἱ δύο αὐτὲς συνθήκες τῆς Ἱερᾶς καὶ Τετραπλῆς Συμμαχίας, ἀποτέλεσαν, ἀντίστοιχα, τὸν ἠθικὸ καὶ πολιτικὸ πυλῶνα τῆς μεταναπολεόντειας εὐρωπαϊκῆς ἑνότητας, ἡ ὁποία στηριζόταν στὴν καλὴ πίστη καὶ στὴν ἰσορροπία τῶν Δυνάμεων.[6]

      Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση ὀργανώθηκε καὶ προωθήθηκε μέσα σὲ αὐτὸ τὸ δυσμενὲς γεωπολιτικὸ πεδίο, ἐφόσον ἡ ἰσορροπία τῶν Δυνάμεων προϋπέθετε τὴ διαφύλαξη τῆς ἀκεραιότητας τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὶς ρωσικὲς ἐπεκτατικὲς διαθέσεις ἤ ἀπὸ ἐπαναστάσεις στὸ ἐσωτερικό της ποὺ θὰ λειτουργοῦσαν στὴν πράξη ὑπὲρ τῶν ρωσικῶν συμφερόντων. Τὸ ὅποιο ἐνδεχόμενο ἐπαναστατικὸ γεγονὸς στὸν βαλκανικὸ χῶρο, ἐκτὸς τοῦ ότι θὰ ἦταν ἀντίθετο μὲ τὶς συντηρητικὲς ἀντι-ιακωβινικὲς πολιτικὲς ἀρχὲς τοῦ συστήματος, θὰ μποροῦσε ἐπίσης νὰ ἐκληφθεῖ ἀπὸ τὶς ἀνταγωνιστικὲς προς τὴ Ρωσία Δυνάμεις (Μεγάλη Βρετανία, Αὐστρία) ὡς ὑπόγειά της προσπάθεια νὰ διαταράξει τὶς ἀρχὲς τὶς ἰσορροπίας καὶ νὰ προωθήσει τὰ συμφέροντά της χρησιμοποιώντας τοὺς ὀρθόδοξους πληθυσμοὺς τῆς βαλκανικῆς (ὅπως ἄλλωστε εἶχε συμβεῖ καὶ στὰ «Ὀρλωφικά»[7]).[8]

ΒΙΝΤΕΟ – Αλέξανδρος Υψηλάντης: “Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος” – Cognosco  Team

      Ἐξάλλου στὴν ὀθωμανικὴ πολιτικὴ σκέψη κυριαρχοῦσε ἡ ἀντίληψη ὅτι, πίσω ἀπὸ τῆν ἐπανάσταση τῶν ραγιάδων Ρωμηῶν (Rum reaya), ὑπῆρχε ρωσικὸς δάκτυλος.[9] Αὐτὴ ἡ ὑποψία ἐνισχυόταν ἀπὸ τὰ παραδοσιακὰ φιλορωσικὰ αἰσθήματα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὸ τὸ μυστήριο τῆς Ἀοράτου Ἀρχῆς[10], μὲ τὸ ὅποῖο περιέβαλε τὴ δράση της ἡ Φιλικὴ Ἑταιρεία, καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν προκήρυξη τοῦ Ἀλέξανδρου Ὑψηλάντη, γραμμένη στὶς 24/2/1821, μὲ τίτλο Μάχου Ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος, ποὺ σηματοδότησε τὴν ἔναρξη τοῦ Ἀγῶνα. Στὴν τελευταία γίνεται λόγος γιὰ τὴν κραταιὰν δύναμιν (Ρωσία) ποὺ θὰ ὑπερασπιστεῖ τὰ δίκαιά μας, ἐνῶ ταυτόχρονα προβάλλεται ὡς παράδειγμα πρὸς μίμηση ἡ φιλελεύθερη ἐπανάσταση στὴν Ἱσπανία, ἡ ὁποία εἶχε ξεσπάσει τὸ 1820, κατὰ τοῦ βασιλιὰ Φερδινάνδου Ζ΄, ἀπαιτώντας τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ συντάγματος τοῦ 1812 ποὺ εἶχε ἐπιβληθεῖ ἀπὸ τὸν Ναπολέοντα.

      Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα, τὸ ἑλληνικὸ ἐγχείρημα ἦταν, φαινομενικὰ τουλάχιστον, ἐκτὸς τοῦ πλαισίου νομιμότητας τοῦ μεταναπολεόντειου κόσμου. Πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἴδια ἡ φύση τοῦ ἐθνικοῦ κινήματος -ποὺ φιλοδοξοῦσε νὰ διασπάσει μία αύτοκρατορία μὲ σημαντικὴ γεωπολιτικὴ θέση στὸν χῶρο τῆς νοτιοανατολικῆς Μεσογείου- παραβίαζε τὴν τάξη τῆς Παλινόρθωσης, ἡ προκήρυξη τοῦ Ὑψηλάντη, μὲ τὶς προαναφερθεῖσες ἀναφορές, ἀπομάκρυνε ἀκόμα περισσότερο τὸν Ἀγῶνα ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς διεθνοῦς νομιμότητας: ἀφενὸς ἡ ἐπίκληση στὴ ρωσικὴ βοήθεια -μάλιστα ἀπὸ ἕναν πρώην ἀξιωματικὸ τοῦ ρωσικοῦ στρατοῦ- ἀντέβαινε στὴν ἀρχὴ τῆς ἰσορροπίας τῶν Δυνάμεων (ποὺ στηριζόταν στὴν ἀποτροπὴ τῆς ρωσικῆς καθόδου στὰ ὀθωμανικὰ ἐδάφη) καὶ ἐξέθετε τὸν Τσάρο στὰ ὑπόλοιπα βασίλεια τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας· ἀφετέρου ἡ ἀναφορὰ στὴν Ἱσπανία, ποὺ πρώτη καὶ μόνη κατετρόπωσε τὰς ἀηττήτους φάλαγγας ἕνός τυράννου, εὐνοοῦσε τὶς ὑποψίες ποὺ συνέδεαν τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση μὲ τὴ διεθνικὴ ριζοσπαστικὴ ὀργάνωση τῶν Καλῶν ἘξαδέλφωνΚαρμπονάρων[11], ἡ ὁποία εἶχε πρωταγωνιστικὸ ρόλο στὶς ἐπαναστάσεις ποὺ ἐκτυλίσσονταν τὴν ἴδια ἐποχὴ (1820-21) στὴν Εὐρώπη – στὴν Ἱσπανία, τὴ Νάπολι καὶ το Πεδεμόντιο. Ἡ σύνδεση αὐτὴ ὑπῆρξε βέβαια ἀναπόφευκτη καθὼς ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση ἦταν προϊόν μίας μυστικῆς ἑταιρείας, κάτι ποὺ τὴν ἐνέτασσε στὸ διεθνὲς δίκτυο τοῦ ἑταιρισμοῦ καὶ τῶν ριζοσπαστικὰ φιλελεύθερων ἰδεολογικοπολιτικῶν προταγμάτων μὲ καταβολὲς ἀπὸ τὰ ἰακωβινικὰ πρότυπα τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης.

Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας
Ο Ιωάννης Καποδίστριας

      Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ μὲ σημαντικὴ κοινωνικὴ ἤ/καὶ πολιτικὴ θέση καὶ μὲ γνώση τῶν εὐρωπαϊκῶν πραγμάτων, ὅπως ο Καποδίστριας καὶ ὸ Ἰγνάτιος Οὑγγροβλαχίας[12], ἀποδοκίμασαν ἔντονα τὶς ἐνέργειες τοῦ Ὑψηλάντη καὶ τὶς προκηρύξεις ποὺ τὶς συνόδευαν. Ὁ Ἰγνάτιος, ἐνῶ ἡ ἐπανάσταση βρισκόταν ἐν ἐξελίξει, ὀνόμαζε τὸν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη «κάκιστον» καὶ θεωροῦσε τυχοδιωκτικὲς τὶς κινήσεις τῶν Φιλικῶν ποὺ προξένησαν κακὸν εἰς τὸ γένος ἀπατώντας τοὺς συμπατριώτας μας μὲ τὸ ὄνομα τῆς Ρωσίας.[13] Παρόμοια ἦταν καὶ ἡ κριτικὴ τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, ὁ ὁποῖος σὲ ὑπόμνημά του –περὶ τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος– ποὺ ἔστειλε στὸν Ἰγνάτιο, τὸν Ἰούλιο τοῦ 1821, τόνιζε τὰ ἑξῆς:

«Χαρακτηρίζουν τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ἑλλάδος ὡς ἔργον αὐτόχρημα τῶν Ἰταλικῶν, Γερμανικῶν καὶ Γαλλικῶν ἑταιρειῶν. Ἡ κατηγορία αυτὴ εἶναι ψευδής· τουλάχιστον δὲν τὴν βοηθεῖ καμμία ἀπόδειξις· ἐν τοσούτω αὐτὴ πιέζει τὸ ἔθνος μας. Αἱ ἀνόητοι προκηρύξεις τοῦ Ὑψηλάντου ἐδικαίωσαν πολλά τοὺς ἐχθροὺς μας (καὶ δὲν εἶναι μόνον οἱ Τούρκοι ἐχθροί μας) νὰ σημειώσουν τὴν ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν ὥς περισπασμόν, τὸν ὁποῖον οἱ Ἰακωβίνοι τῆς Ευρώπης ἐνήργησαν πρὸς βοήθειαν τῶν ὀλεθρίων σκοπῶν των κατὰ Ἰταλίας, Γερμανίας καὶ Γαλλίας».[14]

Παρὰ τὶς προσπάθειες τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ, μὲ τὸ ξεκίνημα τῆς Ἐπανάστασης, νὰ προσδώσουν στὸν Ἀγῶνα νομιμόφρονα χαρακτηριστικά, ἡ ἀναγνώριση τῆς ἑλληνικῆς αὐτονομίας καί, στὴ συνέχεια, ἀνεξαρτησίας, ἀπὸ τὶς εὐρωπαϊκὲς δυνάμεις, ἦταν μία μακρόσυρτη χρονικὰ διαδικασία, ἡ ὁποία τελικὰ εὐδοκίμησε μετὰ ἀπὸ πολλὲς -ἐπιτυχεῖς καὶ ἀνεπιτυχεῖς- στρατιωτικές, πολιτικὲς καὶ διπλωματικὲς περιπέτειες. Στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Ἀγῶνα, ὁ ξεσηκωμὸς τῶν Ἑλλήνων θεωροῦνταν ἀπὸ τὶς εὐρωπαϊκὲς αὐλὲς ἕνα γεγονὸς ἀποστασίας κατὰ τῆς ἔννομης τάξης καὶ τῆς συστημικῆς ἰσορροπίας. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση καταδικάστηκε ἀπὸ τὶς Δυνάμεις στὸ συνέδριο τοῦ Λάυμπαχ (1821), ὡστόσο χάρη στὶς διπλωματικὲς ἐνέργειες τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν τότε τῆς Ρωσίας, ἀπετράπη ἡ στρατιωτικὴ ἐπέμβαση ἐναντίον της.

      Ἡ μὴ καταστολὴ τοῦ Ἀγῶνα, ἐν τῆ γενέσει του, ἀπὸ τὶς Δυνάμεις, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὶς πρῶτες στρατιωτικὲς ἐπιτυχίες τῶν ἐπαναστατημένων, ἀποτέλεσαν τὴν ἀναγκαία βάση γιὰ τὴν προσπάθεια προβολῆς τοῦ πολέμου ἐναντίον τῶν Τούρκων ὡς ἐθνικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ -καὶ ἑπομένως νομίμου- καὶ ὄχι ὡς γεγονότος ἀποστασίας ἀπὸ τὴν εὐρωπαϊκὴ τάξη πραγμάτων. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση γι’ αὐτὸ ἦταν ἡ σύσταση κεντρικῆς ὑπέρτατης διοίκησης, ἑνὸς δηλαδὴ τακτικοῦ πολιτεύματος ποὺ θὰ προσέδιδε μία εἰκόνα εὐνομίας καὶ καλῆς τάξης καὶ θὰ ἀποτελοῦσε τὸ ἐχέγγυο κεντρικοῦ συντονισμοῦ τῶν ἐπιμέρους πολεμικῶν προσπαθειῶν καὶ κατάλληλης διπλωματῆς διαχείρισης τοῦ Ἀγῶνα. Οἱ προτρεπτικοὶ λόγοι γιὰ ἄμεση σύσταση ἐθνικῆς διοίκησης, διαμορφώθηκαν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀπὸ ἐκείνους τοὺς Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ, που διέθεταν διεθνὲς κῦρος καὶ γνώριζαν τὶς ἀπόψεις καὶ τὶς διαθέσεις τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων. Ἄνθρωποι ὅπως ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας, ὁ μητροπολίτης Ἰγνάτιος, ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς, ὁ Κωνσταντῖνος Πολυχρονιάδης, ὁ Παναγιώτης Κοδρικᾶς κ.ἄ., ἡ πνευματικὴ θὰ λέγαμε ἡγεσία τῶν Ἑλλήνων, συμβούλευαν τοὺς ἐπαναστατημένους πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση.



[1] Serge Berstein καὶ Pierre Milza, Ἱστορία τῆς Εὐρώπης, τ. Β΄, ἑλλ. μτφρ. Ἀναστάσιος Δημητρακόπουλος (Ἀθήνα: Αλεξάνδρεια, 1997), 20.

[2] Mark Jarrett, The Congress of Vienna and its Legacy: War and Great Power Diplomacy after Napoleon (London: I.B.Tauris, 2013), 173–76.

[3] Στὸ ἴδιο, 177.

[4] Henry Kissinger, A world restored; Metternich, Castlereagh and the problems of peace, 1812-22 (Boston: Houghton Mifflin, 1957), 184–90· Jarrett, ὅ.π., 164-73.

[5] Berstein καὶ Milza, ὅ.π., τ. Β΄, 20.

[6] Kissinger, ὅ.π., 190.

[7] Βακαλόπουλος, ὅ.π., τ. Δ΄, 372–464.

[8] Brian Vick, The Congress of Vienna: Power and Politics after Napoleon (London: Harvard University Press, 2014), 224–25.

[9] Huseyin Sukru Ilicak, A Radical Rethinking of Empire: Ottoman State and Society during the Greek War of Independence (1821-1826) (Cambridge, Massachusetts: Harvard University, 2011), 171–79· Σοφία Λαΐου καὶ Μαρίνος Σαρηγιάννης, Ὀθωμανικὲς Ἀφηγήσεις γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση: ἀπὸ τὸν Γιουσοῦφ Μπέη στὸν Ἀχμὲτ Τζεβντὲτ Πασά (Ἀθήνα: ΕΙΕ, 2019), 33–34.

[10] Ἡ προπαγάνδα αὐτὴ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐκληφθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες τὸ ζητούμενο -δηλαδὴ ἡ ἐμπρακτη ὑποστήριξη τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας στὸ ἐπαναστατικὸ ἐγχείρημα- ὡς δεδομένο καὶ νὰ ἑδραιωθεῖ ἡ πεποίθηση ὅτι πίσω ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση βρισκόταν ὁ Ρώσος μονάρχης. Ἡ πεποίθηση αὐτὴ εὐνόησε σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν ἀνάπτυξη τῆς Ἑταιρείας καὶ τὴν ἔνταξη ἀνθρώπων ἀπὸ ἰσχυρὲς κοινωνικὲς ὁμάδες σὲ αὐτή, Βακαλόπουλος, ὅ.π., τ. Ε΄, 71-72.

[11] Γιὰ τὴν ὀργάνωση τῶν Καρμπονάρων βλ. Eric Hobsbawm, Ἡ Ἐποχὴ τῶν Ἐπαναστάσεων 1789-1848, ἑλλ.μτφρ. Μαριέτα Οἰκονομοπούλου (Ἀθήνα: ΜΙΕΤ, 2002), 169–71.

[12] Μητροπολίτης Ἄρτας καὶ μετέπειτα Οὑγγροβλαχίας μὲ σημαντικὸ φιλεκπαιδευτικὸ ἔργο καὶ ἔντονη κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ δράση. Ἦταν τακτικὸς συνομιλητὴς καὶ φίλος τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια καὶ τοῦ Ἀλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Στὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση εἶχε, ἀπὸ τὴν Πίζα ποὺ βρισκόταν, πολὺ σημαντικὸ συμβουλευτικο καὶ διπλωματικὸ ρόλο. Γιὰ τὴ ζωή του βλ. Εμμανουὴλ Πρωτοψάλτης, Ἰγνάτιος Μητροπολίτης Οὑγγροβλαχίας (1766-1828), τχ. 1, Μνημεῖα τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, τ. Δ’  (Ἀθήνα: Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, 1959).

[13] Πρωτοψάλτης, ὅ.π., τχ. 1, 174.

[14] Τὸ ὑπόμνημα στὸ Κώστας Δαφνῆς (ἐπιμ.), Ἀρχεῖον Ἰωάννου Καποδίστρια, τ. ΣΤ΄ (Κέρκυρα: Ἑταιρεία Κερκυραϊκῶν Σπουδῶν, 1985), 175–80.

*Φιλόλογος, εκπαιδευτικός, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμοὐ.

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.