Ἰστορικοθεολογικὰ ἐπιλεγόμενα: Ἡ «σωτηριολογία» τοῦ κοσμικοῦ κράτους, ἡ ἑλληνικὴ κρίση καὶ ἡ εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας

π. Δημήτριος Μπαθρέλλος

Σύμφωνα μὲ τὴν ἀφήγηση τῆς Γένεσης, τοῦ πρώτου βιβλίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἡ ἀφετηριακὴ ἑνότητα τοῦ ἀρχετυπικοῦ ἀνθρώπινου ζεύγους θρυμματίστηκε μᾶλλον σύντομα. Ἐνῷ στοὺς πρώτους στίχους τοῦ κειμένου διαβάζουμε ὅτι «δὲν εἶναι καλὸ» γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι μόνος καὶ διαπιστώνουμε ὅτι ἡ σχέση τοῦ Ἀδὰμ μὲ τὴ σύντροφό του ἀποτελεῖ βασικὸ στοιχεῖο καὶ τῆς δικῆς του ταυτότητας (Γέν. 2:18 καὶ 2:20-24), τὸ σκηνικὸ ἀλλάζει δραματικὰ μετὰ τὴ βιβλικὴ «πτώση». Ὁ Ἀδὰμ στρέφεται ἐναντίον τῆς συντρόφου του, ἀρχικὰ γιὰ νὰ δικαιολογηθεῖ καὶ στὴ συνέχεια γιὰ νὰ τὴν κατακυριεύσει (Γέν. 3:12, 16, καὶ 20). Ἡ ἀνθρωπότητα εἰσέρχεται στὸ ἱστορικὸ στάδιο ἑνὸς σκληροῦ καὶ συχνὰ θανάσιμου ἀνταγωνισμοῦ. Ἡ ἀδελφοκτονία τοῦ Ἄβελ ἀπὸ τὸν Κάιν (Γέν. 4:1-8) ἀποτελεῖ τὸ τραγικὸ προοίμιο τῶν μεθόδων μὲ τὶς ὁποῖες ἔκτοτε θὰ ἐπιλύονται οἱ διαφορές. Ἡ ἐχθρότητα καὶ ἡ ὠμὴ βία, συχνὰ ἐναντίον τῶν ἀδύναμων καὶ τῶν ἀθώων, θὰ ἀναδειχθοῦν σὲ «κινητήρια δύναμη» τῆς ἱστορίας.

Ἡ νεώτερη θεωρία τοῦ κοινωνικοῦ συμβολαίου, ἰδίως στὴ χομπεσιανή της μορφή, ἐκκινεῖ ἐν πολλοῖς ἀπὸ τὴν ἀξιωματικὴ ὑπόθεση ὅτι οἱ ἄνθρωποι στὴ φυσική τους κατάσταση εἶναι ἄτομα, τὰ ὁποῖα κινδυνεύουν ἀμοιβαῖα ἀπὸ τὴ βία. Τὰ ἄτομα, λοιπόν, αὐτὰ συγκροτοῦν ἐκ τῶν ὑστέρων κοινωνίες μὲ πολιτικὴ ὀργάνωση, ἐκχωρώντας τους τὸ μονοπώλιο τῆς βίας, ἡ χρήση, ἢ ἔστω ἡ ἀπειλὴ τῆς ὁποίας θὰ διασφαλίσει τὴ ζωή, τὴν εἰρήνη καὶ τὴν περιουσία τους. Ὁ ἀτομισμός, τὰ ἀντικρουόμενα συμφέροντα καὶ ἡ ἐχθρότητα μεταξὺ τῶν ἀτόμων δὲν ὑπερβαίνονται ἀλλὰ ρυθμίζονται καὶ ἐλέγχονται ἀπὸ τὴν ἐγγενῶς βίαιη ἐξουσία τοῦ κράτους. Δὲν εἶναι ἀβάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Milbank ὅτι ἡ «ἐκκοσμικευμένη» αὐτὴ ἀφήγηση προϋποθέτει ἐξαρχῆς μιὰ «ὀντολογία τῆς βίας», μιὰ ἀνάγνωση τοῦ κόσμου ποὺ θεωρεῖ ὡς δεδομένη τὴν προτεραιότητα τῆς δύναμης καὶ ποὺ μᾶς ὑποδεικνύει πῶς θὰ χειριστοῦμε καὶ θὰ περιορίσουμε κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο τὴ δύναμη αὐτὴ μὲ μιὰ ἄλλη, ἀντίρροπη δύναμη1.

Οἱ ἄνθρωποι, ὡστόσο, δὲν ἔχουν πρωτίστως ἀνάγκη ἀπὸ προστασία ἀλλὰ ἀπὸ συμφιλίωση. Ὁ ἄλλος δὲν εἶναι (δὲν πρέπει νὰ εἶναι!) ὁ ἐχθρὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ χρειαστεῖ νὰ προστατευθοῦμε, ἀλλὰ ὁ πλησίον, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ «κοινωνήσουμε». Καμιὰ οὐσιαστικὴ κοινωνία δὲν μπορεῖ νὰ συγκροτηθεῖ στὴ βάση ἁπλῶς καὶ μόνο τῆς ὑπεράσπισης ἀτομικῶν «δικαιωμάτων» ἤ, πολὺ περισσότερο, συμφερόντων ἔναντι διεκδικητῶν ἢ ἀνταπαιτητῶν, δυνάμει ἢ ἐνεργείᾳ ἐχθρῶν. Ὅσο καὶ ἐὰν ποικίλοι, λιγότερο ἢ περισσότερο βίαιοι, διακανονισμοὶ ἐμφανίζονται ὡς ἀναγκαῖοι στὴν «πραγματικὴ» ζωὴ γιὰ τὴν ἐγγύηση στοιχειώδους ἀσφάλειας καὶ εἰρήνης, ἡ ἰδεολογική τους νομιμοποίηση δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἐξαιρετικὰ περιορισμένη.

Τὸ χριστιανικὸ ὅραμα διαφέρει κατὰ πολὺ ἀπὸ τὰ παραπάνω. Ἡ Ἐκκλησία, ἰδίως στὶς καλές της στιγμές, συνιστᾶ ἐναλλακτικὴ «πόλη»: προβάλλει, δηλαδή, καὶ λειτουργεῖ ὡς ἐναλλακτικὴ μορφὴ «πολιτικῆς» ὀργάνωσης, μὲ βάση τὸ κήρυγμα καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἐσταυρωμένου βασιλέα τῆς εἰρήνης, ἐκείνου ποὺ ταύτισε τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν κάθε «πλησίον» καὶ οἰκοδόμησε τὸ ἐκκλησιαστικό του σῶμα ὡς κοινωνία ἀδελφῶν. Ἡ ἐσωτερικὴ μεταμόρφωση τῶν ἀνθρώπων ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση γιὰ τὴν βαθύτερη ἑνότητα, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη τῆς κοινωνίας –καὶ ὄχι οἱ ἐπιγενόμενες ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ τῆς βίας ρυθμίσεις τῆς ἔκφρασης τῶν μονίμως κυρίαρχων ἐγωιστικῶν ἐπιδιώξεων καὶ συμφερόντων ἀντιμαχόμενων ἀτόμων ἢ ὁμάδων– ὅσο καὶ ἐὰν οἱ ρυθμίσεις αὐτὲς ἐμφανίζονται ὡς ἀπαραίτητες γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῶν ἀτόμων καὶ τῶν κοινωνιῶν.

Καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ μεσαίωνα, οἱ ποικίλες πολιτικὲς ὀντότητες στὴν Εὐρώπη ἐμπνέονταν ἀπὸ τὸ ὅραμα καὶ τὰ ἰδεώδη τῆς «χριστιανοσύνης» (Christendom). Ἡ πολιτικὴ κοινότητα ἀναγνώριζε μεταφυσικοὺς ἄξονες ἀναφορᾶς μὲ βάση τὴν κοινὰ ἀποδεκτὴ χριστιανικὴ σωτηριολογία. Ἀντίθετα, τὸ νεώτερο κράτος ἀναδύθηκε μὲ τὴν προβολὴ μιᾶς ἐναλλακτικῆς σωτηριολογίας, ἰσχυριζόμενο δηλαδὴ ὅτι θὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο πρωτίστως ἀπό… τὴ θρησκεία. Στὸν ἀπόηχο τῶν (δῆθεν;) θρησκευτικῶν πολέμων, τὸ κράτος θὰ ἐπικαλεστεῖ τὸ ἰδανικὸ τῆς εἰρήνης, τὸ ὁποῖο ὑπόσχεται νὰ διασφαλίσει μὲ τὸν ἐγκλωβισμὸ τῆς θρησκείας στὸν ἰδιωτικὸ χῶρο. Τὸ μοντέρνο κράτος κατασκευάζει τὸν ἱδρυτικό του μύθο ἀντιθετικὰ πρὸς τὴ θρησκεία καὶ τὸν ἐπιβάλλει περιθωριοποιώντας σταδιακὰ τὸν χριστιανισμό, γιὰ νὰ ἀναλάβει ἐκεῖνο τὴν προμηθεϊκὴ εὐθύνη τῆς ἀποκλειστικῆς διαχείρισης τῶν ὑποθέσεων τῆς κοινωνίας. Ταυτόχρονα καθίσταται ἔντονα συγκεντρωτικό, ὑπονομεύοντας ὁποιεσδήποτε ἀνταγωνιστικὲς πρὸς αὐτὸ συλλογικότητες. Ἀρνεῖται νὰ ἀνεχθεῖ ἢ νὰ ἀναγνωρίσει ὁποιαδήποτε αὐθεντία ἀμφισβητεῖ τὴν πρωτοκαθεδρία του. Τὸ κοσμικὸ κράτος εἶναι «θεὸς ζηλωτής»2. Ἀπέναντί του ἔχει, καὶ θέλει νὰ ἔχει, πρωτίστως καὶ κυρίως ἄτομα, ἡ κυρίαρχη ἀναφορὰ τῶν ὁποίων θὰ πρέπει νὰ προσανατολίζεται πρὸς τὸ ἴδιο τὸ κράτος.

Πῶς ὅμως τὸ νεώτερο καὶ σύγχρονο κράτος θὰ κατόρθωνε νὰ ἐγγυηθεῖ τὴ στοιχειώδη ἑνότητα καὶ εἰρήνη τῶν πολιτῶν του, οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μὲ τὶς προαναφερθεῖσες θεωρίες τοῦ κοινωνικοῦ συμβολαίου, δὲν εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπὸ ἄτομα μὲ ἀλληλοσυγκρουόμενες ἐπιδιώξεις καὶ συμφέροντα, καὶ ἐφόσον εἶχε περιθωριοποιηθεῖ καὶ παροπλιστεῖ, καὶ μὲ δική του εὐθύνη, ἡ συνεκτικὴ παρουσία τῆς κοινῆς χριστιανικῆς πίστης ἀλλὰ καὶ ἡ διαμεσολαβητικὴ λειτουργία τῶν ἀπονευρωμένων πιὰ συλλογικοτήτων;

Οἱ βασικότεροι ἴσως ἄξονες ποὺ τὸ κοσμικὸ κράτος χρησιμοποίησε ὑπῆρξαν, κατὰ μιὰ κάποια χρονικὴ ἀλληλουχία, τρεῖς: ὁ ἐθνικισμός, ἡ οἰκονομικὴ εὐημερία καὶ ἡ φιλελεύθερη θεσμικὴ κατοχύρωση κάθε εἴδους «δικαιωμάτων» τῶν πολιτῶν του. Μετὰ τὴν περιθωριοποίηση τῆς χριστιανικῆς πίστης, ὁ ἐθνικισμὸς ἀπετέλεσε τὴ νέα ἰδεολογικὴ συνεκτικὴ οὐσία τῶν εὐρωπαϊκῶν κοινωνιῶν. Ἐδῶ ἡ ἑνότητα ἐξυπηρετήθηκε ἀπὸ μιὰ συλλογικὴ φαντασιακὴ μεγαλομανία, μὲ ἐγγενῶς βίαιο περιεχόμενο. Τὰ ἔθνη ἑνοποιήθηκαν ἐσωτερικὰ μὲ βάση ἀντιπαραθέσεις πρὸς ἄλλα ἔθνη-ἐχθρούς, ἡ ἀναπόφευκτη, ὅπως τελικὰ ἀποδείχτηκε, σύγκρουση μὲ τὰ ὁποῖα αἱματοκύλισε σὲ πρωτοφανὴ βαθμὸ τὴν «πολιτισμένη» Εὐρώπη τοῦ 20οῦ αἰώνα. Ἡ σωτηριολογία τοῦ σύγχρονου κράτους ὑποσχέθηκε μὲν τὴν εἰρήνη, ἀλλὰ προκάλεσε τοὺς αἱματηρότερους πολέμους τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Τὴν ἴδια στιγμή, ἡ ἐναλλακτικὴ πρὸς τὸν ἐθνικισμὸ σωτηριολογία μιᾶς ἄλλης μορφῆς κοσμικοῦ ἐπίσης κράτους, δηλαδὴ ἡ κομμουνιστικὴ οὐτοπία (ἢ μᾶλλον, ὅπως τελικὰ ἀποδείχτηκε, δυστοπία), βύθισε τὶς κοινωνίες ποὺ τὴν ὑπέστησαν σὲ ἕναν ἐπίσης βίαιο καὶ αἱματηρὸ ὁλοκληρωτικὸ ἐφιάλτη, μὲ δεκάδες ἑκατομμύρια νεκρούς.

Μετὰ τὸν Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ἡ πρωτοφανὴς οἰκονομικὴ εὐημερία κράτησε σὲ γενικὲς γραμμὲς «ἥσυχους» καὶ «ἱκανοποιημένους» τοὺς πολίτες καὶ τοὺς λαοὺς τοῦ δυτικοῦ κόσμου, γιὰ ὅσο καιρὸ βέβαια μποροῦσε νὰ τοὺς ἐγγυηθεῖ μιὰ ἄνετη ζωή. Ταυτόχρονα, σημαντικὲς ἐξελίξεις στὸν χῶρο τῆς κατοχύρωσης τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων κατέστησαν, ἀπὸ κάποιες τουλάχιστον ἀπόψεις, τὶς σύγχρονες κοινωνίες καὶ τὰ κοσμικὰ κράτη πολὺ πιὸ «χριστιανικὰ» ἀπὸ ἐκεῖνα τοῦ μεσαίωνα. Παρόλο ποὺ οἱ ἐξελίξεις αὐτὲς ὀφείλονται, σὲ μεγάλο βαθμό, σὲ ἐκκοσμικευμένους μετασχηματισμοὺς πρωταρχικὰ χριστιανικῶν ἀξιῶν, θὰ ἔπρεπε ἴσως νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἐν προκειμένῳ χριστιανικὲς Ἐκκλησίες διδάχτηκαν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ τοῦ διδάξουν. Ἀπὸ τὴν ἄλλη βέβαια μεριά, ἡ συνεχὴς φιλελευθεροποίηση τοῦ κράτους μᾶς ἔχει φέρει ἀντιμέτωπους μὲ τὸ ἐρώτημα ἐὰν τελικὰ κυρίαρχη ἀξία τῆς κοινωνίας μας καὶ τῶν πολιτικῶν της θεσμῶν θὰ καταστεῖ ἡ ἰσότιμη καὶ ἀπροϋπόθετη ἀναγνώριση κάθε ἀξίας. Στὸν βαθμὸ ποὺ κάτι τέτοιο ἰσχύει, ἄτομα, ἢ ὁμάδες ἀτόμων, εὔκολα κατοχυρώνονται πίσω ἀπὸ τὴν ἐπίκληση πραγματικῶν ἢ ὑποτιθέμενων δικαιωμάτων, ἡ θεσμικὴ ἀναγνώριση τῶν ὁποίων ἀναγορεύεται σὲ ὕψιστη ὑποχρέωση τοῦ φιλελεύθερου κράτους. Ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ ἀναγνώριση τῶν πάντων ἀπὸ τοὺς πάντες μοιάζει νὰ ἀποτελεῖ τὸ νέο οὐτοπικὸ ὅραμα τῶν φιλελεύθερων κοινωνιῶν.

Πῶς ὅμως αὐτὲς οἱ κοινωνίες, οἱ ὁποῖες, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἔχουν ἐκτοπίσει ἀπὸ τὸν ὁρίζοντά τους σχεδὸν πλήρως τὴ συζήτηση περὶ ἀρετῆς, θὰ ἀποφύγουν τὸν κίνδυνο τῆς ἰδεολογικῆς καὶ νομικῆς κατοχύρωσης κάθε εἴδους «ἰδιοτροπίας»3 τῶν πολιτῶν τους ἐν ὀνόματι τῆς προστασίας τῶν δικαιωμάτων τους; Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι δύο ἀπὸ τὶς σημαντικότερες «φιλελεύθερες» μεταρρυθμίσεις τῶν τελευταίων δεκαετιῶν, δηλαδὴ ἡ ἀποποινικοποίηση τῶν ἐκτρώσεων (σὲ κάποια κράτη καὶ τῆς εὐθανασίας) καὶ ἡ θεσμικὴ ἐξομοίωση τῶν ὁμόφυλων μορφῶν συμβίωσης μὲ τὶς ἑτερόφυλες προβλήθηκαν καὶ ἀναγνωρίστηκαν ὡς «δικαιώματα»4. Ἀπὸ αὐτές, ἡ μὲν πρώτη προωθεῖ τὸν «πολιτισμὸ τοῦ θανάτου», […] ἡ δὲ δεύτερη σχετικοποιεῖ καὶ ἀποδυναμώνει τὸν κοινωνικὸ θεσμὸ τῆς οἰκογένειας. Ὅπως ἔχει εὔστοχα ἐπισημάνει ὁ Alasdair Maclntyre, «σύμφωνα μὲ τὴν κυρίαρχη φιλελεύθερη ἄποψη, ἡ κυβέρνηση πρέπει νὰ εἶναι οὐδέτερη ἀπέναντι σὲ ἀνταγωνιστικὲς θεωρήσεις γιὰ τὸ ἀνθρώπινο καλό. Στὴν πραγματικότητα ὅμως, αὐτὸ ποὺ ὁ φιλελευθερισμὸς προωθεῖ εἶναι ἕνα εἶδος θεσμικῆς τάξης ποὺ εἶναι ἐχθρικὴ ἀπέναντι στὴ συγκρότηση καὶ τὴν ὑποστήριξη ἐκείνων τῶν τύπων κοινωνικῆς σχέσης ποὺ εἶναι ἀπαραίτητοι γιὰ τὸ καλύτερο εἶδος ἀνθρώπινης ζωῆς»5.

Γενικότερα, ἡ ἀξιολογικὴ συρρίκνωση θεμελιωδῶν ἠθικῶν ἀξόνων τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ νέα «θρησκεία τῶν δικαιωμάτων» προϋποθέτουν καὶ ἑδραιώνουν τὴν ἀντίληψη ὅτι τὸ καλὸ ταυτίζεται μὲ ὁποιοδήποτε ἀντικείμενο τῆς ἀτομικῆς ἢ μικρο-συλλογικῆς ἐπιθυμίας ἢ ἰδιοτροπίας, τὴν ὁποία τὸ κράτος ὑποχρεοῦται ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀνεχθεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ περιβάλει μὲ νομικὸ καὶ θεσμικὸ κύρος6. Ὅσο ὁ ἐθνικισμὸς «ξεφουσκώνει», ἡ οἰκονομία καὶ τὰ «δικαιώματα» καθίστανται ἡ νέα religio7 τοῦ κοσμικοῦ κράτους.

Ὅλα αὐτά, ὡστόσο, κατατείνουν σὲ μιὰ ἐπισφαλὴ κοινωνικὴ ἰσορροπία. Διότι, γιὰ νὰ ἐπαναλάβουμε τὸ ἐρώτημα τοῦ Böckenförde, πῶς μιὰ κοινωνία, ἡ συνοχὴ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν οἰκονομική της εὐημερία, θὰ ἀντεπεξέλθει σὲ ὀξεῖες μορφὲς οἰκονομικῆς κρίσης, καὶ μάλιστα στὸ ὁλοένα καὶ πιὸ ἀνεξέλεγκτο πλαίσιο τῆς παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικῆς οἰκονομίας; Πῶς, ἰδίως ὑπὸ τέτοιες συνθῆκες, δὲν θὰ κινδυνεύσουν οἱ πολίτες της νὰ μετατραποῦν σὲ «ἰδιοτελῶς ἐνεργοῦσες μονάδες ποὺ στρέφουν σὰν ὅπλα τὰ ὑποκειμενικὰ δικαιώματά τους ἡ μία ἐναντίον τῆς ἄλλης»; Καὶ ποιά συνεκτικὴ δύναμη θὰ κρατήσει ἑνωμένες τὶς σύγχρονες κοινωνίες, ὅταν τὸ φιλελεύθερο δόγμα ὅτι «ὁτιδήποτε εἶναι ἐξίσου καλὸ μὲ ὁτιδήποτε ἄλλο» ἀπειλεῖ νὰ τὶς στερήσει ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα ἀπὸ ὁποιοδήποτε κοινὸ ὅραμα νοηματοδότησης καὶ ὀργάνωσης τοῦ συλλογικοῦ βίου; Πράγματι, ὅπως ἰσχυρίστηκε ὁ Böckenförde, «τὸ φιλελεύθερο, δημοκρατικό, καὶ ἐκκοσμικευμένο κράτος ζεῖ ὑπὸ προϋποθέσεις ποὺ αὐτὸ τὸ ἴδιο δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἐγγυηθεῖ» – ἐφόσον, ἀκριβῶς ἐξαιτίας τοῦ φιλελευθερισμοῦ του, καθίσταται σταδιακὰ ἀνίκανο νὰ ὑπερασπιστεῖ ἀκόμα καὶ ἐκεῖνες τὶς πολιτικὲς ἀξίες καὶ ἀρετές, ὅπως ἡ εὐθύνη γιὰ τὰ κοινά, ἡ ἐμπιστοσύνη, καὶ ἡ ἀλληλεγγύη, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴν ὕπαρξή του. Ὅταν καὶ στὸ βαθμὸ ποὺ ἀπαρνεῖται τὴν προβολὴ καὶ τὴν ὑπεράσπιση ἀρετῶν καὶ ἀξιῶν, ἐπειδὴ τὴ συγχέει μὲ τὴν ἐπιβολή τους, κινδυνεύει νὰ αὐτοδιαλυθεῖ. Διότι, πῶς εἶναι ἄραγε δυνατόν, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Τσουκαλᾶς, τὸ φιλελεύθερο κράτος νὰ συνεχίσει νὰ προωθεῖ μέτρα «ἀνεξινομίας», «ἀνεξιδικίας» ἢ «ἀνεξιπολιτείας», μέτρα δηλαδὴ «πλήρους […] καὶ ὁλοκληρωτικοῦ […] «ἀνεξιπολιτισμοῦ»» χωρὶς νὰ ἀποφύγει τὴν «καταστατική του αὐτοδιάλυση»; Ὅσοι ἐν ὀνόματι μιᾶς τέτοιου εἴδους «ἀνεξι-θρησκίας» ὁδηγοῦν στὸ περιθώριο τοῦ δημόσιου χώρου τὴ χριστιανικὴ πίστη, συχνὰ μὲ στόχο νὰ ἑδραιώσουν τὴ δική τους παντοδυναμία, θὰ ἔρχονται σταδιακὰ ἀντιμέτωποι μὲ τὸ φάσμα τῆς ἀξιακῆς αὐτοδιάλυσης τῆς κοινωνίας, στὴν ὁποία καὶ οἱ ἴδιοι θὰ ἔχουν συμβάλει. Ἐπιπλέον, ὅσο οἱ φιλελεύθερες ἐκκοσμικευμένες δημοκρατίες θὰ ὑποκαθιστοῦν τὴ συζήτηση γιὰ τὶς οὐσιαστικὲς ἀξίες ἐπὶ τῶν ὁποίων θεμελιώνεται ὁ κοινὸς βίος, μὲ τὸν ἀξιολογικὸ σχετικισμό, τόσο θὰ ὁδηγοῦνται στὴν ἀπολυτοποίηση ἐργαλειακῶν διαδικασιῶν. Ὁ εἰρωνικὸς ἰσχυρισμὸς ποὺ ἀκολουθεῖ μᾶς ἐπισημαίνει τοὺς κινδύνους μιᾶς τέτοιας στάσης: «Τὸ σημαντικὸ εἶναι τὰ τρένα νὰ φτάνουν στὴν ὥρα τους: τὸ ἐὰν πηγαίνουν στὸν Παράδεισο ἢ στὸ Ἄουσβιτς, καὶ τὸ ἐὰν αὐτὸ εἶναι ἐπιθυμητὸ ἢ μή, ἐξαρτᾶται ἁπλῶς καὶ μόνο ἀπὸ τὴν ὑποκειμενική σου ἄποψη»8.

Σημειώσεις

1. John Milbank, Theology and Social Theory: Beyond Secular Reason, 2η ἔκδ. (Ὀξφόρδη: Blackwell, 2006), σ. 4 καὶ passim.

2. Ἐδῶ παραφράζω τὸν William T. Cavanaugh, «The City: Beyond Secular Parodies», στὸ John Milbank, Catherine Pickstock, καὶ Graham Ward (ἐπιμ.) Radical Orthodoxy: A New Theology (Λονδίνο: Routdledge, 1999), σ. 191.

3. Ὅπως ἔχει γράψει ὁ Κωνστ. Ε. Παπαπέτρου, ἡ ἰδιοτροπία εἶναι «ἡ τροπὴ τοῦ ὑποκειμένου πρὸς τὸ ἴδιον» ὅταν αὐτὸ εἶναι «ἡ ἀτομικὴ ἀντίθεσις […] εἰς τὸ ἀγαθὸν» (Ἡ ἰδιοτροπία ὡς πρόβλημα ὀντολογικῆς ἠθικῆς: Συμβολὴ εἰς τὴν μελέτην τῆς σχέσεως μεταξύ της καθολικότητος τοῦ προσώπου καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς ἀτομικῶν ἀποκλίσεων, Ἀθήνα: χ.ε., 1973), σσ. 5-6.

4. Ἡ ὁμοφυλοφιλία ἀποτελεῖ μορφὴ «ἰδιοτροπίας», διότι, μεταξὺ ἄλλων, συνίσταται στὴν ἐρωτικὴ καὶ σεξουαλικὴ τροπὴ πρὸς τὸ «ἴδιον» (καὶ ὄχι τὸ ἕτερο) φύλο – καὶ ἄρα σὲ ἔμπρακτη ἄρνηση τῆς ἑτερότητας. Ἡ ἔκτρωση, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐν ὀνόματι τῆς ὑπεράσπισης τοῦ ἰδίου συμφέροντος («δικαιώματος») θυσιάζει ἀκόμα καὶ τὴν ἑτερότητα τῆς ζωῆς – ἐν προκειμένω τοῦ ἀγέννητου, ἀθώου, ἀνυπεράσπιστου παιδιοῦ.

5. Alasdair Maclntyre, After Virtue, σ. χν. Ἡ ἔμφαση ἔχει προστεθεῖ.

6. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν ρυθμίζει o νόμος τὴν πραγματικότητα ἀλλὰ ἡ πραγματικότητα τὸν νόμο.

7. Ἡ λέξη σημαίνει, ὡς γνωστόν, τόσο τὴ θρησκεία ὅσο καὶ τὴ συνεκτικὴ δύναμη.

8. Wendy Wheeler, «Introduction: One-Dimensional Politics», Soundings 15 (2000), σ. 110· παρατίθεται στο Williams, Faith in the Public Square, σ. 19.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Οἱ χριστιανοὶ στοὺς χρόνους τῆς μετα-ἐκκοσμίσκευσης», ἐκδ. Ἐν πλῷ, 2016.

Αναδημοσιευμένο και στο περιοδικό “Πειραϊκή Εκκλησία”, τχ 308 (Νοε. 2018) στα πλαίσια του αφιερώματος «Σχέσεις Κράτους-Ἐκκλησίας».
ΑΝΤΙΦΩΝΟ

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.