12ος αιώνας: Η γέννηση της Νεοελληνικής δημώδους λογοτεχνίας

Τασούλα Μ. Μαρκομιχελάκη: Από τον Διγενή στα Άνθη Ευλαβείας: έξι αιώνες ελληνικής δημώδους λογοτεχνίας

Το γύρισμα από τον 11ο στον 12ο αιώνα βρίσκει στον αυτοκρατορικό θρόνο του Βυζαντίου τον Αλέξιο Α΄, ουσιαστικό ιδρυτή της δυναστείας των Κομνηνών, ο οποίος κυβέρνησε επί τέσσερις σχεδόν δεκαετίες (1081-1118). Ο Αλέξιος παρέλαβε μια αυτοκρατορία εσωτερικά εξαντλημένη –είχε προηγηθεί η καταστροφική ήττα στο Μαντζικέρτ (1071)–, την οποία προσπάθησε να αναστήσει με την εξαιρετική ευστροφία και τη διπλωματία που τον διέκριναν. Και μπορεί να πέτυχε τη διεύρυνση των συνόρων και την αποκατάσταση της άμυνας του κράτους, ωστόσο στα χρόνια του οι Βενετοί απέκτησαν πολλά προνόμια στην άσκηση του εμπορίου μέσα στην αυτοκρατορία και οι Σταυροφόροι άρχισαν να πλησιάζουν επικίνδυνα το Βυζάντιο. Στον θρόνο τον διαδέχτηκαν ο γιος του Ιωάννης Β΄ (1118-1143), ένας «μετριοπαθής αλλά ακλόνητος στους στόχους του» ηγέτης, ο χαρισματικός εγγονός του, Μανουήλ Α΄ (1143-1180), ο δωδεκάχρονος δισέγγονός του, Αλέξιος Β΄ (1180-1183) και, τέλος, ένας άλλος εγγονός του, ο Ανδρόνικος Α΄ (1183-1185), άνθρωπος βίαιου χαρακτήρα, που απέτυχε να ανανεώσει την αυτοκρατορία και άνοιξε τον δρόμο στη φεουδαρχική αριστοκρατία (Ostrogorsky 1981, 13-70).

Ο αιώνας των Κομνηνών ήταν μια σπουδαία εποχή, κατά την οποία παλινορθώθηκε η ισχύς του κράτους και το Βυζάντιο συνάντησε τη Δύση σε πολλαπλές διαδρομές – θετικά και αρνητικά.

Ήταν, ακόμη, μια εποχή με ζωηρό ενδιαφέρον για τη ρητορική και την ιστοριογραφία, η οποία άκμασε με τα έργα της Άννας Κομνηνής, του Ιωάννη Κίνναμου, του Ιωάννη Ζωναρά και του Νικήτα Χωνιάτη· επίσης, γνώρισε μια αναγέννηση το λογοτεχνικό είδος της μυθιστορίας/του μυθιστορήματος, με τα έργα του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Νικήτα Ευγενιανού, του Κωνσταντίνου Μανασσή και του Ευστάθιου Μακρεμβολίτη, συνεχίζοντας την παράδοση της ύστερης αρχαιότητας· τέλος, τότε έγραψε τα περίφημα σχόλιά του στον Όμηρο ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, ο οποίος έζησε και την κατάληψη της πόλης του από τους Νορμανδούς το 1185. Όμως, ο 12ος αιώνας έφερε και μια άλλη, ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για τα ελληνικά γράμματα: τις πρώτες γραπτές λογοτεχνικές δημιουργίες στη δημώδη γλώσσα, μια λαϊκότροπη ή λαϊκή γλώσσα που μιμείται ή καταγράφει την ομιλουμένη της Κωνσταντινούπολης, η οποία, επειδή χρησιμοποιήθηκε μόνο στη λογοτεχνία κατά την πρώιμη αυτή περίοδο, έχει προταθεί να ονομάζεται «δημώδης ποιητική κοινή» (Eideneier 2012, 34).

Στα βυζαντινά χρόνια δεν θα ήταν άστοχο να μιλούμε για ένα είδος τριγλωσσίας, καθώς συνυπήρξαν τρία γλωσσικά επίπεδα: η ατθίς, με σαφή αντίκτυπο στον αττικισμό του 11ου και 12ου αιώνα· η κοινή, όπως είχε αποτυπωθεί στην Καινή Διαθήκη και είχε αποκτήσει ιδιαίτερο βάρος στο Βυζάντιο ως λογοτεχνική γλώσσα· και, τέλος, η λαϊκή γλώσσα, που στα μεταβυζαντινά χρόνια θα εξελιχθεί στη νεοελληνική δημοτική.

Στα χρόνια που μας ενδιαφέρουν, ενώ ο αττικισμός ξανάρχισε να «σηκώνει κεφάλι», αρχίζει και η λαϊκή γλώσσα να γράφεται, να κινεί το ενδιαφέρον των λογίων και να εγείρει λογοτεχνικές αξιώσεις. Έτσι, δίπλα στη λόγια λογοτεχνία, ανδρώνεται τώρα (για να χειραφετηθεί εντέλει κατά τον 14ο και 15ο αιώνα) μια πιο αυθόρμητη λογοτεχνία, που δεν πολυνοιάζεται για τα κλασικά μορφικά πρότυπα και χρησιμοποιεί μια πιο ανάλαφρη γλώσσα (Beck 1990, 162, 181, 202-203· Κατσαρός 1999, 154-155· Καραντζόλα 1999, 158-159)· αυτή που έχει καθιερωθεί να ονομάζεται «δημώδης λογοτεχνία», η οποία καλλιεργήθηκε πρώτη φορά στην αυλή των Κομνηνών και συμβατικά θεωρείται ότι σηματοδοτεί την έναρξη της νεοελληνικής λογοτεχνίας εν γένει, παρόλο που τα πολιτιστικά συμφραζόμενα μέσα στα οποία δημιουργήθηκαν τα πρώτα έργα είναι καθαρώς βυζαντινά.

Ωστόσο, το έργο με το οποίο συνήθως αρχίζουν οι γραμματολογίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο επικός/μυθιστορηματικός Διγενής Ακρίτης, δεν μας σώζεται στην αρχική του εκδοχή και δεν γνωρίζουμε τη γλωσσική μορφή που είχε ούτε αυτό το έργο ούτε τα ακριτικά τραγούδια που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τη σύνθεσή του.

Τα ακριτικά ήταν δημοτικά τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία, κατά τον 10ο αιώνα, είχαν ως κεντρικό πρόσωπο τον υπερ-ήρωα Βασίλειο Διγενή Ακρίτη και για τα οποία εικάζουμε, όπως οι διαθέσιμες ενδείξεις μαρτυρούν, ότι κατά τον 12ο αιώνα κάποιος άγνωστος λόγιος τα συνέλεξε και τα επεξεργάστηκε, ώστε να συνθέσει ένα εκτενές επικό ποιητικό έργο με μυθιστορηματικό χαρακτήρα. Σώζονται έξι μεταγενέστερες διασκευές του έργου: από αυτές, οι δύο αρχαιότερες και πιο μελετημένες είναι της Grottaferrata (G) και του Escorial (E), που παραδίδονται στα αντίστοιχα χειρόγραφα, το πρώτο στο ομώνυμο μοναστήρι έξω από τη Ρώμη και το δεύτερο στο ομώνυμο μοναστήρι στη Μαδρίτη. Και οι δύο αυτές διασκευές είναι γραμμένες σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο, αλλά, παρόλο που προέρχονται από το κοινό γραπτό αρχέτυπο που αναφέραμε, έχουν σημαντικές μεταξύ τους διαφορές: η G είναι πολύ εκτενέστερη, έχει υποστεί σαφώς λόγια επεξεργασία, γράφτηκε σε υψηλότερο γλωσσικό επίπεδο και έχει πιο περίτεχνο ύφος, ενώ παρουσιάζει εμφανέστερες επιδράσεις από τα μυθιστορήματα της ύστερης αρχαιότητας και ενσωματώνει διαφορετικά ιδεολογικά στοιχεία (π.χ. για το ήθος της βυζαντινής αριστοκρατίας του 12ου αι.)· από την άλλη, η Ε έχει λιγότερη από τη μισή έκταση, χαρακτηρίζεται από οικονομία στο ύφος, γοργό ρυθμό στην αφήγηση και ζωντάνια στις εικόνες, έχει εντονότερα ίχνη της προφορικής καταγωγής του αρχετύπου (μεταξύ άλλων οι πολλοί λογότυποι) και το γλωσσικό της επίπεδο είναι δύσκολο να ενταχθεί σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, καθώς έχει ως βάση του τη δημώδη, αλλά με εμφανή την παρουσία στοιχείων της «μεικτής» γλώσσας της εποχής.

Στα πρώτα σωζόμενα δείγματα δημώδους λογοτεχνίας ανήκουν, επίσης, τέσσερα ποιήματα γνωστά με την ονομασία «Πτωχοπροδρομικά ποιήματα» ή Πτωχοπρόδρομος, τα οποία έχουν σατιρικά στοιχεία και κωμικό ψυχαγωγικό χαρακτήρα.

Ανήκουν στο ευρύτερο είδος της επαιτικής ή παρακλητικής ποίησης, δηλαδή της ποίησης που έγραφαν λόγιοι της αυλής προκειμένου να ζητήσουν από τον αυτοκράτορα (στην περίπτωσή μας τον Ιωάννη και τον Μανουήλ Κομνηνό) ή ανώτερους αξιωματούχους οικονομική ή άλλου είδους υποστήριξη.

Γύρω από τα ποιήματα αυτά έχει δημιουργηθεί το λεγόμενο «Προδρομικό ζήτημα», που συνίσταται σε δύο ερωτήματα: το παλαιότερο είναι αν αποτελούν έργο του ποιητή της αυλής, Θεόδωρου Πρόδρομου, ο οποίος συνέθεσε ποικίλα έμμετρα έργα σε λόγια γλώσσα, κάποια από τα οποία έχουν κοινή θεματολογία με τα Πτωχοπροδρομικά και σατιρικό χαρακτήρα· ενώ το νεότερο ερώτημα είναι αν αποτελούν καν έργο του ίδιου ποιητή και τα τέσσερα, καθώς έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ένα από αυτά, συνδεδεμένο με το όνομα κάποιου Πτωχοπρόδρομου, πήρε κάποτε τον χαρακτήρα προτύπου και για άλλους που ήθελαν να προβάλλουν ανάλογα αιτήματα, και συνέθεσαν παρόμοια ποιήματα που τα έκαναν γνωστά ως «Πτωχοπρόδρομο» (Eideneier 2012, 93). Η γλώσσα των τεσσάρων αυτών ποιημάτων είναι ανομοιογενής (λόγια στο προοίμιο και όπου ο ποιητής απευθύνεται στους προστάτες του, δημώδης στα μέρη όπου περιγράφει τα παθήματα και την καθημερινότητά του), ωστόσο θεωρείται ότι αποτελεί «την πιο συνεκτική απεικόνιση της καθημερινής ομιλίας στη Βασιλεύουσα» (Καραντζόλα 1999, 158).

Ένα ακόμη δημώδες έργο αυτού του αιώνα, με κάποια σημεία σε λόγια γλώσσα, είναι οι Στίχοι γραμματικού Μιχαήλ του Γλυκά (1159), που αποτελεί και αυτό έναν δείκτη της καθομιλουμένης. Στο σχετικά σύντομο έργο του (581 ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι), ο ποιητής, θεολόγος και γραμματέας της αυτοκρατορικής αυλής, απευθύνεται στον αυτοκράτορα Μανουήλ –στον οποίο απευθύνονται και τα δύο τελευταία Πτωχοπροδρομικά– και του ζητά να τον ελευθερώσει από τη φυλακή, όπου μπήκε εξαιτίας μιας συκοφαντίας, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Έντονο χαρακτηριστικό του ύφους των Στίχων είναι οι πολλές παροιμιακές εκφράσεις· ο Γλυκάς, άλλωστε, είχε συντάξει και μία συλλογή παροιμιών με θεολογικές ερμηνείες.

Σε αντίθεση με το προηγούμενο κείμενο, το οποίο έφτασε μέχρι εμάς σε ένα μόνο χειρόγραφο, το επόμενο γνωστό δημώδες έργο, ο λεγόμενος Σπανέας, διατηρήθηκε σε 19 χειρόγραφα και μία έντυπη έκδοση του 16ου αι., σημάδι ασφαλώς της δημοφιλίας του επί πολλούς αιώνες.

Ένας από τους τίτλους με τους οποίους έχει σωθεί είναι Διδασκαλία παραινετική κυρού Αλεξίου Κομνηνού, του λεγομένου Σπανέα: αυτός ο τίτλος αποδίδει το έργο στον γιο του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄, Αλέξιο, ο οποίος απευθύνει συμβουλές σε κάποιον ανιψιό του – ταύτιση που δεν έχει γίνει γενικά αποδεκτή. Ίσως ο σωστός και αυθεντικός τίτλος να είναι το Διδασκαλία παραινετική ορισμένων χειρογράφων, καθώς πράγματι το έργο ανήκει στο είδος των «παραινετικών λόγων» της βυζαντινής γραμματείας. Ο Σπανέας, σε όλη αυτή την πλούσια παράδοσή του, παίρνει τρεις διαφορετικές μορφές-εκδοχές, με διαφορετικούς γλωσσικούς χαρακτήρες, η παλαιότερη από τις οποίες, η Α, μπορεί να χρονολογηθεί στα τέλη του 12ου αιώνα με αρχές του 13ου, ενώ η εκτενέστερη Β περιέχει προσθήκες που έγιναν αργότερα, τον 14ο ή 15ο αι. Στον ίδιο αυτόν αιώνα τοποθετείται και η τελευταία εκδοχή, η Γ, που έχει δημωδέστερη γλώσσα από όλες. Βέβαια, όλη αυτή η περίπλοκη παράδοση του έργου, καθώς και οι διαφορετικές μορφές και τα γλωσσικά επίπεδα του κειμένου δυσχεραίνουν πολύ τον προσδιορισμό της μορφής του χαμένου αρχετύπου, όπως είδαμε και με τον Διγενή.

Αλλά το έργο που είχε ασυναγώνιστη διάδοση και διασκευές, ήδη από τον 11ο και μέχρι τον 19ο αι., όπως μαρτυρούν τα 80 χειρόγραφα τα οποία παραδίδουν κάποια μορφή του, είναι ο Στεφανίτης και Ιχνηλάτης, αφηγηματικό κείμενο που διδάσκει, μέσα από ένα πολύπλοκο σύστημα εγκιβωτισμένων διηγήσεων με ζώα, τον τρόπο με τον οποίο ο χρηστός ηγεμόνας πρέπει να αντιμετωπίζει ηθικά και πολιτικά προβλήματα. Επομένως, πρόκειται για ένα έργο που ανήκει στο γραμματολογικό είδος «κάτοπτρο ηγεμόνων». Ο Στεφανίτης πιθανότατα είχε ως πρότυπο ένα αραβικό έργο του 8ου αιώνα μ.Χ., το Kalilah va-Dimnah, ενώ η πρώτη ελληνική μετάφρασή του που σώζεται ολόκληρη ανάγεται στα χρόνια του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού και έγινε από κάποιον «μάγιστρο και φιλόσοφο» της αυλής, τον Συμεών Σηθ. Η μετάφραση αυτή, ωστόσο, έγινε σε λόγια γλώσσα, και έτσι θα επανέλθουμε στο έργο αυτό αργότερα, τον 16ο αιώνα, οπότε και έχουμε τις πρώτες αποδόσεις-παραφράσεις του στη δημώδη.

Παρατηρούμε, λοιπόν, και εδώ το φαινόμενο που είδαμε στον Διγενή και στον Σπανέα, ότι το αρχέτυπο έργο γράφεται μεν στον 12ο αιώνα ή και νωρίτερα, ωστόσο γνωρίζει κατοπινές –και διαφορετικές– εκδοχές κατά τη διάρκεια της διάδοσής του, καθώς γίνεται όλο και πιο αγαπητό σε πλατύτερα στρώματα αναγνωστών ή ακροατών. Ο Σπανέας, μάλιστα, γνώρισε και δύο σλαβικές επεξεργασίες. Το φαινόμενο αυτό είναι γενικό στη χειρόγραφη παράδοση των πρώιμων νεοελληνικών κειμένων: στα έργα της δημώδους δεν υπάρχει η έννοια του στερεότυπου κειμένου που αναπαράγεται ατόφιο. Ο σεβασμός στην κειμενική παράδοση και η κατά λέξη αντιγραφή εφαρμόζονταν μόνο στα λόγια και τα αρχαιοελληνικά κείμενα και όχι στα δημώδη, παρόλο που οι ίδιοι γραφείς αντέγραφαν και τα μεν και τα δε (Jeffreys 1998, xxiii). Οι αντιγραφείς φαίνεται ότι ένιωθαν μεγαλύτερη ελευθερία να επεμβαίνουν στα έργα σε λαϊκή γλώσσα, τα οποία δεν καλύπτονταν από την αυθεντία των αρχαίων ή λόγιων συγγραφέων και της γλώσσας τους. Τα κείμενα γίνονταν τρόπον τινά κοινό κτήμα των εγγραμμάτων, οι οποίοι μπορούσαν να τα διασκευάζουν κατά βούληση. Είναι η περίπτωση των ανθρώπων που παρεμβαίνουν σε κάποιο στάδιο της διάδοσης ενός κειμένου ως «δημιουργικοί διασκευαστές ή και παράλληλοι συγγραφείς των λογοτεχνικών έργων», όπως έχουν χαρακτηριστεί (Κεχαγιόγλου 2009α, 159). Ίσως σε αυτό το γεγονός να οφείλεται και το ότι τα ονόματα των αρχικών συγγραφέων ξεχνιούνταν στην πορεία, και, με εξαίρεση την περίπτωση του Μιχαήλ Γλυκά, θα χρειαστεί να φτάσουμε στον προχωρημένο 14ο αιώνα και στην υπόδουλη περιφέρεια για να ξανασυναντήσουμε έναν επώνυμο ποιητή (όμως σε αυτό το θέμα θα επανέλθουμε και αργότερα, μιλώντας για διασκευές έργων του 14ου αιώνα).

ΑΡΧΕΙΟ ΓΕΩΡΓΑΚΑ ΑΠΘ

, , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.