14ος αιώνας: Η άνθιση του Βυζαντινού μυθιστορήματος

Γράφει η Τασούλα Μ. Μαρκομιχελάκη

Ο 14ος αιώνας βρίσκει τη βυζαντινή αυτοκρατορία βαθιά πληγωμένη, σε μια αποσύνθεση που είχε προετοιμαστεί έναν αιώνα νωρίτερα, από την καταστροφή του 1204. Τώρα, πολλά εδάφη της αυτοκρατορίας βρίσκονται στην κατοχή των Φράγκων (Επτάνησα, μέρος της Πελοποννήσου, Αττική, Βοιωτία και γειτονικά νησιά) και των Βενετών (Κρήτη, Εύβοια, θύλακες στην Πελοπόννησο) ή αποτελούν αυτόνομα κρατίδια που ανήκουν στη δυναστεία των Αγγέλων (Θεσσαλία, Ήπειρος, Αιτωλία και Ακαρνανία). Στον θρόνο βρίσκεται ο Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος, αυτοκράτορας αδύναμος, ο οποίος δεν μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα στις παρούσες συνθήκες πτώσης του κράτους του. Ήταν πάντως άνθρωπος εξαιρετικά μορφωμένος, με μεγάλο ενδιαφέρον για την επιστήμη και τη φιλολογία, το θέμα που μας απασχολεί εδώ, και αν η εποχή των Παλαιολόγων διακρίθηκε για την άνθηση των γραμμάτων, αυτό σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με το έργο του Ανδρονίκου (Ostrogorsky 1981, 167-68). Επίσης, δεν αποκλείεται να οφείλεται στον ίδιο το γεγονός ότι η δημώδης γλώσσα και λογοτεχνία τυγχάνουν θερμής υποδοχής στην αυτοκρατορική αυλή στις αρχές του 14ου αιώνα (Beaton 1996, 313).

Η ομάδα των πρωτότυπων (δηλαδή μη διασκευασμένων ή μεταφρασμένων) ερωτικών μυθιστοριών της παλαιολόγειας περιόδου, οι οποίες μοιράζονται αξιοπρόσεκτες θεματικές, υφολογικές και γλωσσικές ομοιότητες, συνεχίζεται με το έργο Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, ίσως τη μόνη από τις μυθιστορίες για την οποία γνωρίζουμε το όνομα του ποιητή της, αν δεχτούμε την ταύτισή του με κάποιον Ανδρόνικο Κομνηνό Βρανά Παλαιολόγο, ανιψιό του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Για τη χρονολόγηση της συγγραφής του υπάρχει μια σχετική ομοφωνία που την τοποθετεί στο πρώτο μισό του αιώνα (1310/1320-1340). Και αυτό το έργο, όπως ο Βέλθανδρος, σώζεται σε ένα μόνο χειρόγραφο και έχει απλή δομή, αλλά με αφθονία παραμυθιακών μοτίβων, τα οποία πλαισιώνουν τις περιπέτειες του ερωτικού ζευγαριού μέχρι αυτό να επιτύχει την πολυπόθητη ένωσή του, όπως συμβαίνει σε όλα τα έργα του συγκεκριμένου είδους.

Στο είδος της έμμετρης δημώδους μυθιστορίας, αλλά σε κλίμα διαφορετικό σε σχέση με τα προηγούμενα έργα, ανήκει ο Πόλεμος της Τρωάδος, που χρονολογείται στον αιώνα όπου βρισκόμαστε, χωρίς μεγαλύτερη ακρίβεια, και αποτελεί μετάφραση ενός ομότιτλου γαλλικού μυθιστορήματος του 12ου αιώνα, του Roman de Troie, που πάντως δεν βασίζεται στον Όμηρο. Η δράση των αρχαίων ηρώων έχει μεταφερθεί σε μεσαιωνικά φεουδαρχικά συμφραζόμενα και οργανώνεται πάνω στην εναλλαγή του ερωτικού και του πολεμικού στοιχείου, με έμφαση στο δεύτερο. Ανήκει στην ομάδα των σωζόμενων μυθιστοριών που μεταφράζουν ή διασκευάζουν κάποιο δυτικό πρότυπο και ίσως είναι το χρονολογικά παλαιότερο από τα έργα της ομάδας. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ, για να αποφευχθεί η σύγχυση, ότι πρόκειται για έργο διαφορετικό από την, επίσης έμμετρη, Διήγησιν γεναμένην εν Τροία, η οποία ανήκει μεν στις πρωτότυπες μυθιστορίες, αλλά αποτελεί έργο ελάσσονος συγγραφέα σε σύγκριση με αυτούς των προηγούμενων μυθιστοριών, ο οποίος «προσπάθησε με μέτρια επιτυχία να δημιουργήσει ένα ενιαίο έργο, το οποίο να συνδυάζει τη λαϊκή ιστορία με τις λογοτεχνικές συμβάσεις των μυθιστοριών» (Beaton 1996, 178). Αντίθετα, ο Πόλεμος της Τρωάδος, αν και εκτενέστατο έργο (14.369 στ.), γνώρισε μεγάλη διάδοση, αν κρίνουμε από το ότι σώζεται σήμερα σε επτά χειρόγραφα.

Κατά τον 14ο αιώνα κάνουν την εμφάνισή τους στη δημώδη και μια σειρά από έργα, έμμετρα ή πεζά, που έχουν ως ήρωες φρούτα, φυτά, πτηνά ή ζώα των οποίων οι ιδιότητες αξιοποιούνται αλληγορικά για σατιρικούς και ψυχαγωγικούς ή διδακτικούς σκοπούς· τέτοια έργα θα εξακολουθήσουν να γράφονται και τον επόμενο αιώνα.

Το σύντομο πεζό σατιρικό κείμενο Διήγησις του Πωρικολόγου ή απλώς Πωρικολόγος, που σημαίνει «ο ειδικός στα φρούτα» ή «λόγος για τα φρούτα», αποτελεί μια παρωδία βυζαντινής δίκης. Ο άγνωστος συγγραφέας του θέλησε να παρωδήσει μια ειδική κατηγορία δίκης στο Βυζάντιο στην οποία προεδρεύει ο αυτοκράτορας, αλλά το κείμενό του μαρτυρά ότι μάλλον ζούσε στην επαρχία και δεν γνώριζε τα πράγματα από πρώτο χέρι: έχει διαπιστωθεί ότι το έργο αντικατοπτρίζει μια φανταστική εικόνα του παλατιού, με διάθεση σατιρική, αποτελεί δηλαδή «μια “μυθολογία” της βυζαντινής πρωτεύουσας όπως αναπλαθόταν από τους λόγιους της επαρχίας την εποχή των Παλαιολόγων» (Οικονομίδης 2000, 533). Το έργο, κατά μία εκδοχή, τοποθετείται στο διάστημα 1320-1329. Ο έμμετρος Πουλολόγος (668 στίχοι), ο οποίος σώζεται σε χειρόγραφα που παραδίδουν διαφορετικές εκδοχές, αντλεί στοιχεία από λαϊκές παραδόσεις για τα ζώα και παίρνει αλληγορικές και ηθικές διαστάσεις, οι οποίες του δίνουν έναν μεικτό χαρακτήρα: σατιρικό και διδακτικό. Ανήκει στον 14ο αιώνα, αλλά ίσως η αρχική του μορφή ανάγεται στον προηγούμενο.

Με τον Πουλολόγο συγγενεύει ένα άλλο σχετικό έργο, γραμμένο το 1365, όπως δηλώνει ο ίδιος ο άγνωστος ποιητής του. Πρόκειται για την έμμετρη Διήγησιν παιδιόφραστον ζώων των τετραπόδων (παιδιόφραστος: δηλαδή για να περάσει κανείς την ώρα του), η οποία αφηγείται μια φιλονικία φυτοφάγων και σαρκοφάγων ζώων, με άφθονα κωμικά στοιχεία και στοιχεία ρητορικής.

Στο σημείο αυτό αξίζει να ανοίξουμε μία παρένθεση για να εξηγήσουμε ότι ο όρος «διήγησις», τον οποίο είδαμε ήδη σε ορισμένους τίτλους έργων, χαρακτηρίζει κάποιες ευρύτερες γραμματολογικές κατηγορίες της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου, και γι’ αυτό συνήθως περιλαμβανόταν στους τίτλους των αντίστοιχων έργων, παρόλο που σήμερα πολλά από αυτά είναι γνωστά με συντομότερους: π.χ. Λίβιστρος ή Λίβιστρος και Ροδάμνη, αντί για το παραδεδομένο Διήγησις Λιβίστρου και Ροδάμνης. Ως διηγήσεις χαρακτηρίζονταν έργα με πληροφοριακό ή εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα, στα οποία μπορούν να ενταχθούν και τα φυσιογνωστικού περιεχομένου που είδαμε παραπάνω· έργα που αναφέρονταν σε ιστορικά γεγονότα ή σε ιστορικά πρόσωπα· κείμενα που αναφέρονταν σε φυσικές καταστροφές· τέλος, έργα μυθοπλασίας. Οι περισσότερες διηγήσεις ήταν έμμετρες και κάποιες κινούνταν «στο μεταίχμιο, μέσα και έξω από την περιοχή της λογοτεχνίας» (Μερακλής 2013, 526).

Εντωμεταξύ, και καθώς ο αιώνας βαδίζει προς το τέλος του, μία ακόμη έμμετρη μυθιστορία θα εμφανιστεί: πρόκειται για τη χαμένη σήμερα Ιστορία του Βελισαρίου, με κεντρικό ήρωα τον γνωστό στρατηγό του Ιουστινιανού, για την οποία η πιο πρόσφατη έρευνα εικάζει ότι τοποθετείται στην τελευταία δεκαετία του 14ου αι. Αν και το έργο αυτό δεν σώθηκε, όπως το πρότυπο του Διγενή νωρίτερα, ωστόσο σώθηκαν τέσσερις διασκευές του από τον 15ο και 16ο αιώνα, για τις οποίες θα μιλήσουμε στο κατάλληλο σημείο. Ανάλογο φαινόμενο αποτελεί και η περίπτωση των ποικίλων δημωδών διασκευών, σε πεζό και έμμετρο λόγο, ενός μυθιστορήματος για τον Μέγα Αλέξανδρο, το οποίο έχει τις ρίζες του στο ελληνιστικό μυθιστόρημα του Ψευδο-Καλλισθένη, του 3ου μ.Χ. αι. Ο κοινός, χαμένος σήμερα, πρόγονος αυτών των δημωδών έργων τοποθετείται στον 14ο αιώνα, αλλά ακολούθησαν διάφορες διασκευές του κατόπιν.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να ξαναθυμίσουμε κάτι που αναφέραμε και νωρίτερα, μαζί τώρα και με μια ερμηνεία η οποία έχει προταθεί για το εν λόγω φαινόμενο, των παραλλαγών και των διασκευών: Στη δημώδη υστεροβυζαντινή λογοτεχνία, εξηγεί ο άγγλος βυζαντινολόγος και μελετητής των δημωδών κειμένων, Michael Jeffreys, «ο κανόνας είναι η παραλλαγή, με γλωσσικές τροποποιήσεις, σχεδόν σε κάθε στίχο, και αρκετές σημαντικές αλλαγές. Και σ’ αυτά τα χειρόγραφα, δεν είναι λίγες οι διασκευές, όπου ο αντιγραφέας κάνει πιο ριζικές αλλαγές στο κείμενο μπροστά του. Κι εδώ πάλι δεν πρόκειται για ανικανότητα. Κατά τη γνώμη μου, αναγνώριζε στα δημώδη κείμενα ένα μέτρο, μια γλώσσα, ένα ύφος που του ήταν γνωστά από αλλού, από την προφορική πλευρά του νεοελληνικού πολιτισμού της εποχής του, μια πλευρά που μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι ήταν πιο πλούσια από τις γραπτές αναφορές και τα λίγα αποσπάσματα που σώθηκαν» (Jeffreys 1987, 149-150). Με άλλα λόγια, η ρευστότητα που έχουμε ήδη παρατηρήσει στα κείμενα των δημωδών έργων είναι αποτέλεσμα της αντίληψης των γραφέων ότι πρόκειται για έργα σχεδόν του προφορικού πολιτισμού τα οποία μπορεί κανείς να τα χειριστεί με την ελευθερία που αντιμετωπίζονται, λ.χ., τα δημοτικά τραγούδια και δεν ένιωθε υποχρεωμένος να τα διατηρήσει αναλλοίωτα· αντιθέτως, έπρεπε να σεβαστεί τα αρχαία και τα λόγια κείμενα.

Ο 14ος αι., όπως είπαμε πιο πάνω, βρήκε πολλά εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας στην κατοχή δυτικών κρατών. Όμως, το γεγονός αυτό δεν ανέστειλε τη συγγραφή λογοτεχνίας στην ελληνική γλώσσα – και ειδικά στη δημώδη, που είναι το αντικείμενό μας εδώ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από γλωσσική άποψη έχει το έμμετρο Χρονικόν του Μορέως από τη φραγκοκρατούμενη Πελοπόννησο, ένα έργο μικρής λογοτεχνικής αλλά μεγάλης γλωσσικής αξίας. Το εκτενέστατο αυτό κείμενο (περισσότεροι από 9.000 στίχοι), που χρονολογείται στις αρχές του 14ου αι., γύρω στα 1320, διηγείται στο μεγαλύτερο μέρος του την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους, φτάνοντας μέχρι το 1292. Ο άγνωστος ποιητής του, ο οποίος εκφράζει πολύ συχνά ανθελληνικές, αντιορθόδοξες και αντιβυζαντινές απόψεις, θέλησε να αποτυπώσει και να εξυμνήσει με την πένα του τη φραγκική κυριαρχία του Μοριά. Η γλώσσα του έργου, που βρίσκεται πολύ κοντά στην καθομιλουμένη και περιέχει πλήθος ξένων λέξεων, ιταλικών και γαλλικών, οι οποίες μαρτυρούν την εδραίωση όρων λατινικής προέλευσης στην ελληνική, έχει μελετηθεί και για τη σχέση της με την προφορική παράδοση (Jeffreys 1987). Το έργο σώζεται σε πέντε χειρόγραφα, ενώ γνώρισε και διασκευές στα γαλλικά, ιταλικά και αραγονικά.

Κατεβαίνοντας νοτιότερα, θα βρούμε στη βενετοκρατούμενη (από το 1204/1211) Κρήτη τα πρώτα έργα που παραδίδονται με το όνομα του συγγραφέα τους, του Στέφανου Σαχλίκη από τον Χάνδακα, την πρωτεύουσα του νησιού. Αν εξαιρέσουμε τον Μιχαήλ Γλυκά και τις αμφισβητούμενες αποδόσεις του Σπανέα και του Καλλίμαχου σε συγκεκριμένα πρόσωπα, ο αναγνώστης αυτής της Εισαγωγής έχει ήδη διαπιστώσει ότι μέχρι αυτήν την εποχή τα κείμενα δεν παραδίδονται επώνυμα στα σωζόμενα σήμερα χειρόγραφά τους. Το γεγονός αυτό ίσως να συνδέεται με την όλη ρευστότητα που είδαμε να χαρακτηρίζει τη διάδοση των δημωδών κειμένων, τα οποία στη συνείδηση των αντιγραφέων τους ενδεχομένως έπαιρναν τον χαρακτήρα προϊόντων του προφορικού πολιτισμού. Μάλιστα, ακόμη και κάποιοι στίχοι των έργων του ίδιου του Σαχλίκη, του οποίου το όνομα γνωρίζουμε, μαρτυρούν ότι αυτά διαδίδονταν προφορικά και σε άλλες πόλεις της Κρήτης από τον ίδιο, αλλά και από μικρά παιδιά· επιπλέον, έχει παρατηρηθεί ότι στην ποίησή του φανερώνεται μια μετάβαση «από το προφορικό στο γραπτό» (van Gemert 1997 [2013], σ. 67).

Με τον Σαχλίκη εγκαινιάζεται ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, το πρώτο που έχει τοπικό προσδιορισμό: η κρητική λογοτεχνία.

Η Κρήτη, επί τεσσερισήμισι αιώνες στην κατοχή των Βενετών (από τη Δ΄ Σταυροφορία, το 1204, μέχρι την τελική παράδοση της πρωτεύουσας στους Οθωμανούς, το 1669), θα αναπτύξει τη δική της πολιτιστική παράδοση, συνδέοντας τον τοπικό πολιτισμό με τα επιτεύγματα της ιταλικής Αναγέννησης, τα οποία διαδόθηκαν στο νησί με δίαυλο τη Βενετία. Την εποχή του Σαχλίκη, στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, οι εξελίξεις αυτές δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί – ούτως ή άλλως θα δώσουν τους πιο ώριμους καρπούς τους στη λογοτεχνία, τη ζωγραφική, τη μουσική και την αρχιτεκτονική κατά τα τελευταία εκατό χρόνια της Βενετοκρατίας.

Ο ποιητής γεννήθηκε περίπου το 1331 και πέθανε γύρω στο 1403. Η ζωή του σημαδεύτηκε από την πανούκλα του 1348, η οποία τον άφησε μοναδικό κληρονόμο μιας μεγάλης αστικής και αγροτικής περιουσίας. Η περιπετειώδης ζωή που έζησε από τα δεκατέσσερά του χρόνια αποτυπώνεται εν πολλοίς (όπως διασταυρώνεται και από ιστορικές πηγές) στο ποίημα Αφήγησις παράξενος, κείμενο της δεύτερης συγγραφικής του περιόδου, όταν πια στο έργο του έχει εισαχθεί η ομοιοκαταληξία, την οποία φαίνεται ότι ο Σαχλίκης πρώτος εισηγήθηκε στην ελληνική ποίηση εν γένει. Μάλιστα, η Αφήγησις έχει ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, δομείται δηλαδή σε δίστιχα, τη στιχουργική μορφή που σιγά σιγά θα κυριαρχήσει στη δημώδη ποίηση και θα γίνει τόσο αγαπητή, ώστε στους επόμενους αιώνες να επικρατήσει η μόδα να μετατρέπονται ανομοιοκατάληκτα έργα σε ομοιοκατάληκτα, όπως θα δούμε. Στην ίδια συγγραφική περίοδο ανήκουν και οι Συμβουλές στον Φραντζισκή, ποιητικό έργο που δομείται σε τρία μέρη, καθένα από τα οποία προτρέπει τον νεαρό του τίτλου να αποφεύγει ένα διαφορετικό παραστράτημα: τα νυχτοπερπατήματα, τα ζάρια και τις κοινές γυναίκες, τα τρία κακά που γνωρίζουμε ότι είχαν οδηγήσει τον ποιητή στην απώλεια της περιουσίας του και σε φυλάκισή του.

Η προηγούμενη παραγωγή του «πατέρα της Κρητικής Λογοτεχνίας», όπως έχει χαρακτηριστεί (van Gemert 1997 [2013], 61), αποτελείται από έργα διδακτικά και σατιρικά· τα δεύτερα, μάλιστα, τα οποία περιγράφουν τον κόσμο των κοινών γυναικών του Χάνδακα, διακρίνονται για μια «πραγματικά μνημειώδη αθυροστομία, που φθάνει κάποιες φορές τα όρια της χυδαιότητας. Και αυτό το χαρακτηριστικό είναι ίσως, ιστορικά και γραμματολογικά, από τα πιο ενδιαφέροντα και πρωτότυπα (πρωτοποριακά, θα λέγαμε) του έργου του» (Παναγιωτάκης 2015, 36-37). Ο Σαχλίκης έχει επηρεαστεί από την ιταλική σατιρική ποίηση της εποχής, ενώ στη γλώσσα του φανερώνεται για πρώτη φορά στη δημώδη λογοτεχνία μια στροφή προς τη διάλεκτο, την κρητική στην περίπτωσή του, ως λογοτεχνικό όργανο. Τα σωζόμενα έργα του Σαχλίκη έφτασαν σ’ εμάς σε τρία χειρόγραφα του 16ου αιώνα, τα οποία παραδίδουν κείμενα με πολλές φθορές και προβληματικά χωρία – αποτέλεσμα και αυτό όσων έχουμε πει για την ελευθερία με την οποία οι αντιγραφείς αντιμετώπιζαν τα δημώδη έργα, αλλά και της προφορικής διάδοσης των έργων του πρώτου επώνυμου κρητικού ποιητή.

Το τελευταίο με ασφάλεια χρονολογημένο έργο του 14ου αιώνα (1384) το οποίο βλέπουμε σε αυτήν την Εισαγωγή ανήκει σε ένα ιδιότυπο γραμματολογικό είδος, τα «ιατροσόφια». Πρόκειται για μια σειρά κειμένων συνδεδεμένων με κάποιον Ιωάννη Σταφιδά, του οποίου τον τόπο καταγωγής δεν γνωρίζουμε, ούτε αν ήταν ο συγγραφέας ή ο αντιγραφέας τους. Πρόκειται για ένα είδος κειμένων (εξορκισμοί, κατάδεσμοι, προσευχές, παραϊατρικά κείμενα κ.τ.ό.) ιδιαίτερα αγαπητό στην ύστερη αρχαιότητα και με πλούσια συνέχεια στην υστεροβυζαντινή δημώδη γραμματεία.

ΑΡΧΕΙΟ ΓΕΩΡΓΑΚΑ

, , , , , , , , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.