200 χρόνια αναζητώντας… ταυτότητα

γρἀφει ο Παπαδάς Παναγιώτης*

     Βρισκόμαστε στα 200 έτη από την κήρυξη της Επαναστάσεως του 1821, μιας Επαναστάσεως που έγινε υπό τα αγνά αισθήματα υπέρ της Πίστεως και της Πατρίδος. Μιας Επαναστάσεως που εντάσσεται σε μια σειρά εξεγέρσεων που ξεκίνησαν κατά των Οθωμανών Τούρκων ήδη από την εποχή μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453. Αυτά τα 200 χρόνια ζήσαμε χαρές, πόνους, νίκες, ήττες, χρεοκοπίες, που ήρθαν να προστεθούν στην ήδη βαριά Ιστορία 4000 καταγεγραμμένων χρόνων. Από την Επανάσταση το ‘’καραβάκι’’ που λέγεται ‘’Ελλάς’’ πέρασε από σαράντα κύματα και πολλές ‘’φουρτούνες’’, πάντα όμως στο τέλος κάπως τα κατάφερνε! Αυτό το διάστημα των 200 χρόνων, έως και σήμερα δηλαδή, ταλανίζει την Ελλάδα ακόμα ένα πρόβλημα, το οποίο θα φανεί στο μέλλον, αν θα το λύσει. Ένα πρόβλημα… συνειδησιακό!

    Ήδη από τα χρόνια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού είχε διατυπωθεί ένα μείζον ζήτημα στους κύκλους της διανοήσεως, σχετικά με την ταυτότητα και την Ιστορία του Έλληνα, και την συνέχειά του από τα αρχαία χρόνια, το Βυζάντιο μέχρι και την τότε εποχή. Υπήρχαν,  λοιπόν, δυο κύριες πλευρές· η μια βίωνε την συνέχεια της Ιστορίας του Ελληνισμού δια μέσου των αιώνων –κυρίως όσοι είχαν την συνείδηση της Ρωμιοσύνης, και αυτοί που κατοικούσαν στα πρώην βυζαντινά εδάφη, αλλά και σε κάποιες ιστορικές ελληνικές παροικίες- και η άλλη που υποστήριζε -κυρίως επηρεασμένη από τις απόψεις της Δύσεως και του Διαφωτισμού, αλλά και κάποιων αντιβυζαντινιστών-  μια άποψη περί μη συνέχειας της Ιστορίας του Ελληνισμού. Αμφότερες, όμως, επιζητούσαν το καλό για το μέλλον του Ελληνισμού και ήσαν κοινωνοί γνώσεων και πνεύματος.

     Συμβαίνει, λοιπόν, εντός ενός κλίματος φιλελληνισμού σε διεθνές πλαίσιο, η Ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους. Νέοι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί υιοθετούνται εκ Δυσμών, η εκπαίδευση είναι κατά τα πρότυπα τα ευρωπαϊκά και αυτά του Διαφωτισμού, εισάγεται το ευρωπαϊκό μουσικό σύστημα και όχι το ήδη -σε πρακτικό επίπεδο- γνωστό σε πολλούς ‘’Βυζαντινό’’, οι τέχνες αλλάζουν, τα ήθη αλλάζουν. Και έτσι, οι νεοέλληνες υφίστανται ένα πολιτισμικό σοκ, που είχε προκληθεί από την δικαιολογημένη, εν πολλοίς, ανάγκη της έξωθεν υποστηρίξεως προς επιβίωση της χώρας και της συμβαδίσεως με τα τότε ανεπτυγμένα και προηγμένα πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά κράτη της Ευρώπης. Κυριαρχεί λοιπόν, η δεύτερη πλευρά του νεοελληνικού Διαφωτισμού την τότε εποχή μέσα στο ελληνικό κράτος και έτσι το Βυζάντιο, αν δεν αποκλείεται εντελώς, τίθεται σε κατώτερη μοίρα… Τότε αρχίζει η δυσφορία του ελληνικού λαού, ο οποίος ήταν ο άμεσος διάδοχος της πάλαι ποτέ κραταιάς Ρωμιοσύνης, της οποίας έφερε την πολιτιστική λαϊκή κληρονομιά και συνέχεια! Απάντηση στο πρόβλημα περί συνέχειας –που βελτιώθηκε πολύ αργότερα σε κάποιο βαθμό με τις πολιτισμικές ζυμώσεις που προέκυψαν με την έλευση των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής- αποπειράθηκαν να δώσουν διανοούμενοι της εποχής, όπως στην Ιστορία ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, αλλά και ύστερα στην κοινωνική σκέψη ο Π. Γιαννόπουλος και ο Ι. Δραγούμης, στις τέχνες ο Φ. Κόντογλου, αλλά και σύγχρονοί μας όπως ο Σ. Καργάκος και ο Ν. Σβορώνος.

    Η άποψη περί μη πολιτισμικής και ιστορικής συνέχειας, αλλά και συνειδήσεως, ότι δηλαδή οι σημερινοί Έλληνες δεν έχουν σχέση με το αρχαίο ελληνικό παρελθόν και ιδιαίτερα πως οι Βυζαντινοί δεν ένιωθαν αυτή την συνείδηση εκφράζεται έως και σήμερα από ομάδες (συμφερόντων), από ex cathedra καθηγητές, που δεν έχουν βαθειά και σφαιρική σχέση με το ιστορικό αντικείμενο, αλλά πολλές φορές και ιδεολογική αντίληψη της Ιστορίας. Διαδίδεται ακόμα από άτομα -πολλές φορές εντεταγμένα σε παρα’ι’στορικούς κύκλους-  με στρεβλή ή πεπλανημένη γνώση του πράγματος, για διάφορους άλλους  λόγους ή ακόμα και από πλήρη άγνοια ή ημιμάθεια! Επικαλούνται συνήθως το ζήτημα της συνειδήσεως, της οποίας η μεμονωμένη και η άνευ ερμηνείας και τεκμηριώσεως επίκληση καθίσταται προβληματική. Λένε, δηλαδή, για να διακόψουν την σχέση με το αρχαίο παρελθόν, ότι οι Βυζαντινοί δεν ένιωθαν Έλληνες. Αυτό το θέμα δεν είναι απλό και είναι δέουσα, πλέον, η εκτενής μελέτη του εν λόγω ζητήματος. Ας εμβαθύνουμε σε αυτό λοιπόν!

    Αρχικά, οφείλουμε να αναλύσουμε τους όρους που εμφανίζονται στο ζήτημα αυτό, ώστε στην συνέχεια, αφού καταλάβουμε, τι σημαίνει ‘’εθνική συνείδηση’’, να ανατρέξουμε στην Ιστορική αφήγηση, ούτως ώστε να δούμε, πώς η αντίληψη περί αυτής εξελίχθηκε ανά τους αιώνες και έφθασε έως τις μέρες μας, αλλά και ότι η αποσπασματική αναφορά σε καταστάσεις, γεγονότα και ζητήματα, διαστρεβλώνει την ιστορική αλήθεια.

     Η έννοια της εθνικής συνειδήσεως, λοιπόν, είναι μοντέρνα και σύνθετη, από το ‘’έθνος’’ και την ‘’συνείδηση’’.  Ο πρώτος, ως ανθρωπολογικός όρος, έχει διατυπωθεί, σύμφωνα με πολλούς επιστήμονες,  πληρέστατα και ακριβέστατα, από τον αρχαίο Έλληνα συγγραφέα, Ηρόδοτο· ο οποίος το όρισε ‘’το έθνος’’ ως το ‘’ όμαιμον, ομόγλωσσον, ομοηθές και ομόθρησκον’’ σύνολο ανθρώπων. Είναι, δηλαδή κατ’ αυτόν, το σύνολο ανθρώπων, που θεωρεί, πως έχει κοινή καταγωγή, κοινή γλώσσα επικοινωνίας, κοινές συνήθειες και ήθη και κοινή μεταξύ του θρησκεία. Ο δεύτερος όρος ‘’συνείδηση’’ είναι υιοθετημένος από την ψυχολογία και από τον κλάδο της φιλοσοφίας που μελετά τον Νου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, σημαίνει την δυνατότητα του ελλόγου όντος να αντιληφθεί την πραγματικότητα γύρω του λογικά δια των αισθήσεων. Κατ’ επέκταση στο ανθρωπολογικό-κοινωνιολογικό ζήτημα περί ‘’εθνικής συνειδήσεως’’, η ‘’συνείδηση’’ είναι η δυνατότητα του έλλογου ανθρώπου να αντιλαμβάνεται τα χαρακτηριστικά εκείνα της πραγματικότητας που τον χαρακτηρίζουν και συγκροτούν την έννοια ‘’έθνος’’, κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και στην ψυχολογία, δηλαδή λογικά. Στην περίπτωση όμως που είναι φανερά και γνωστά τα εθνικά αυτά χαρακτηριστικά και δεν γίνονται αποδεκτά από την συνείδηση του ατόμου, τότε το ίδιο το άτομο, είτε έχει κάποιο ζήτημα νοήσεως και αντιλήψεως ή εθελοτυφλεί!

     Αν γίνει, επομένως, αναδρομή στην Ιστορία, από την στιγμή που κάποιο έθνος επικαλείται, ότι έχει τις ιστορικές του καταβολές και είναι κληρονόμος μέχρι την εποχή του και αποδειχθεί, ότι πληρούνται τα παραπάνω κριτήρια περί ‘’έθνους’’ και ‘’συνειδήσεως’’ και επομένως πιστοποιείται η συνέχεια, τότε μπορεί να διεκδικεί το δικαίωμα  για το παρελθόν και την ταυτότητα που επικαλείται! Αν όμως η συνέχεια των δυο κριτηρίων που ορίζουν την εθνική συνείδηση και ταυτότητα διακόπτεται, τότε τίθεται ζήτημα πλαστής και επιβεβλημένης συνειδήσεως και θεωρείται  το έθνος τεχνητό, όπως κάποια γνωστά της εποχής μας…

     Αφού λοιπόν, αναλύθηκαν οι κρίσιμοι για το ζήτημα όροι και τα διάφορα προβλήματα που προκύπτουν, πρέπει να ανατρέξουμε σε μια εις βάθος μελέτη της Ιστορίας από κοινωνικό-πολιτικής και πολιτισμικής πλευράς -καθώς αυτές οι πτυχές θα μας δώσουν τα συμπεράσματα στο ζήτημα συνέχειας και συνειδήσεως που μελετάμε, και όχι η άνευ εξηγήσεως και αποδείξεως επίκληση στην ίδια την συνείδηση και στον αυτοπροσδιορισμό- ώστε να καταστεί σαφές το ζήτημα της ελληνικής συνέχειας και συνειδήσεως, διότι λόγω της μακράς της περιόδου καθίσταται αυτό το ζήτημα χαώδες, και επομένως επιτρέπει την παρερμηνεία της σε επίδοξους -συνειδητούς και μη- παραχαράκτες!

     Ας ξεκινήσουμε από τις απαρχές της ελληνικής Ιστορίας, δηλαδή από την αρχαιότητα. Ήδη από τα ομηρικά χρόνια υπήρχε η αντίληψη περί κοινών καταβολών, καθώς τα τότε ελληνικά φύλα διεκδικούσαν αυτές από τους μυθολογικούς γενάρχες τους, Δώρο, Αίολο, Αχαιό και Ίωνα. Τα δυο πρώτα πρόσωπα ήσαν αδέλφια, τέκνα του Έλληνα, ο οποίος είχε γιο και τον Ξούθο, πατέρα του Αχαιού και του Ίωνος. Έτσι εξηγούσαν τα περί κοινής καταγωγής(=όμαιμον), ενώ ο δεσμός της γλώσσας ήταν και αυτός παρών. Μπορεί η κάθε περιοχή να είχε διαφορετική διάλεκτο (π.χ. Δωρική, Αιολική, Αχαϊκή, κ.α.), αυτό όμως δεν εμπόδιζε την μεταξύ των ελληνικών φύλων επικοινωνία και νοηματική κατανόηση(=ομόγλωσσον). Επιπλέον, βάσει των αρχαιολογικών και ιστορικών μελετών είχαν επίσης κοινές λατρευτικές πρακτικές και παραδόσεις, με κοινούς Θεούς και πολλές φορές κοινά ιερά και τελετές(=ομόθρησκον). Η αντίληψη περί ηθικής και συμπεριφοράς ήταν επίσης κοινή(=ομοηθές), όπως αναφέρεται και πάλι από τον Ηρόδοτο, ο οποίος λέει ότι· ‘’οι Έλληνες, μπορεί να είναι χωρισμένοι σε πόλεις-κράτη, αλλά συνασπίζονται απέναντι στον εχθρό’’. Η κύρια αιτία διαιρέσεως, διαμάχης, διχασμού και προβλημάτων εν γένει ήταν η μη ενιαία πολιτική διοίκηση, όπως διαπιστώνει ο Αριστοτέλης. Αυτό αργότερα έπαυσε προσωρινά, υπό την ηγεσία της ελληνικής Δυναστείας των Αργεαδών της Μακεδονίας.

   Ο κίνδυνος και οι πόλεμοι με τους εξ Ανατολών εχθρούς, ανάγκασαν μερικούς Έλληνες της εποχής να αλλάξουν, σταδιακά, πολιτική νοοτροπία. Η πεποίθηση αυτή περί έθνους φέρεται, πως επικρατούσε, σε κάποιο βαθμό ήδη και στους Περσικούς πολέμους, όπως παρουσιάζεται και στον σωζόμενο από τον Αισχύλο παιάνα, όταν φώναζαν οι πολεμιστές· ‘’Εμπρός τέκνα των Ελλήνων, την πατρίδα ελευθερώστε, τα παιδιά και τις γυναίκες, τους βωμούς των θεών και τους τάφους των προγόνων, τώρα είναι ο αγώνας υπέρ πάντων’’. Κύριος εκφραστής αυτού αγώνος περί ενώσεως των Ελλήνων, λόγω του ότι ανήκαν στο ίδιο έθνος, έγινε αργότερα ο σπουδαίος ρήτωρ, Ισοκράτης. Ο οποίος διακρίνοντας τα εθνικά χαρακτηριστικά και την συνείδηση και αναγνωρίζοντας ως μέγιστη την ανάγκη επιβιώσεως των Ελλήνων, συντάσσει επιστολές και προτρέπει εξέχουσες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής να ηγηθούν του συνασπισμού των ελληνικών πόλεων-κρατών κατά των Περσών. Άτομα, όπως ο Διονύσιος ο Α’ ο τύραννος των Συρακουσών και ο Φίλιππος ο Β’ της Μακεδονίας ήσαν αποδέκτες των επιστολών του. Ο δεύτερος ηγείτο του ισχυρότερου ελληνικού κράτους της εποχής  και απεδέχθη την πρόσκληση αρχηγίας στην εκστρατεία κατά των Περσών, αλλά δεν πρόλαβε να την υλοποιήσει, καθώς φονεύθηκε και τον διαδέχθηκε ο γιος του Αλέξανδρος, ο μετέπειτα ονομασθείς Μέγας. Κομβική είναι για την μελέτη μας η νίκη του στον Γρανικό, μετά την οποία απέστειλε αφιέρωμα στην Αθήνα 300 περσικές πανοπλίες με το γνωστό επίγραμμα ‘’Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων’’. Το παραπάνω δηλώνει, ότι όχι μόνον αναγνωριζόταν ως αρχηγός της εκστρατείας των Ελλήνων βάσει του συνεδρίου της Κορίνθου, αλλά ένιωθε και ο ίδιος ως Μακεδών την ελληνικότητα του, πράγμα που καταρρίπτει και τα σύγχρονα ψεύδη που ακούγονται. Οι μόνοι αντίθετοι ήσαν οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή ήθελαν να ηγούνται του εγχειρήματος της εκστρατείας, αλλά και λιγότερο φανερά εντός της Συμμαχίας μια μερίδα Αθηναίων, οι οποίοι προ της ενώσεως υπό την ηγεσία του ρήτορος Δημοσθένους εκδήλωναν πολεμικά την αντίθεσή τους στην ανάληψη της αρχηγίας από άλλο κράτος –και ειδικά των Μακεδόνων- πλην των ίδιων των Αθηνών. Μέχρι τον θάνατο του Αλεξάνδρου υφίσταται μια ‘’Pax Graeca’’ στην ανατολική Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή, ενώ ο Ελληνικός Πολιτισμός και η Γλώσσα μεταφέρεται έως τα πέρατα του γνωστού τότε κόσμου.

     Έχουμε εισαχθεί μετά από αυτά στους Ελληνιστικούς Χρόνους, όταν και πάλι μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. επικρατεί διάσπαση των Ελλήνων σε διάδοχα αυτού Βασίλεια. Ο Ελληνικός Πολιτισμός και η Γλώσσα κυριαρχεί στην επικράτειά τους, ενώ υπάρχουν και κάποιες ανατολίτικες επιρροές σε διάφορες πτυχές του βίου, κυρίως όμως στις τέχνες, χωρίς να αλλοιώνουν τον ελληνικό χαρακτήρα και το ήθος τους. Στην μουσική συγκεκριμένα, διαμορφώνονται σχετικές μεταξύ των λαών κλίμακες, που υφίστανται σύμφωνα με τους ειδικούς έως και σήμερα· για παράδειγμα, σύμφωνα με τον θεωρητικό Χρύσανθο,  ο Δώριος τρόπος των αρχαίων Ελλήνων γίνεται το Ουσάκ μακάμ(=κλίμακα, τρόπος) της αραβο-τουρκο-περσικής μουσικής και ο Α’  Ήχος των Βυζαντινών, όπως και ο Λύδιος τρόπος γίνεται το Χουζάμ μακάμ για τους ανατολίτες και ο Β΄  Ήχος των Βυζαντινών. Αλλά και η γλυπτική, η αρχιτεκτονική και η ζωγραφική δέχθηκαν επιρροές και διεμορφώθησαν κοινά καλλιτεχνικά ρεύματα. Οι άνθρωποι διεκρίνοντο πλέον σε Έλληνες, ελληνίζοντες και στην εκάστοτε εθνική ομάδα. Άλλος τομέας που επηρεάστηκε ήταν η αρχαία ελληνική θρησκεία, η οποία αφομοίωσε πολλές ανατολικές θεότητες και δοξασίες, ενώ διαδεδομένος ήταν και ο Μιθραϊσμός. Πολλοί άνθρωποι είχαν στραφεί εξ αιτίας αυτής της  παρακμής της θρησκείας σε διάφορα θρησκευτικά συστήματα, όπως ο Ορφισμός και ο Ερμητισμός, αλλά και σε φιλοσοφικό-πνευματικά, όπως ο νεο-πλατωνισμός και ο στωικισμός. Τέλος, η διάδοση μιας κοινής στην περιοχή γλώσσας, της ελληνικής, ωφέλησε μετέπειτα στην διάδοση μιας νέας και ανερχόμενης θρησκείας, του Χριστιανισμού.

     Έχουμε λοιπόν, την Ελληνιστική ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή, όπου κυρίαρχος είναι ο ελληνικός πολιτισμός, όπως είχε εξελιχθεί. Η κατάληψη της όμως από το Ρωμαϊκό Κράτος, λόγω της πολιτικής παρακμής των ελληνιστικών κρατών, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια βεβιασμένη πολιτική ενοποίηση του ελληνικού και ελληνιστικού κόσμου υπό την Ρώμη και την ανάπτυξη του λεγόμενου Ελληνο-Ρωμαϊκού πολιτισμού. Αυτή ήταν και η πρώτη ισχυρή επίδραση  του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού με την σήμερα αποκαλουμένη Δύση. Ο Ελληνο-ρωμαϊκός πολιτισμός  ήταν η κυρίαρχη τάση στην παιδεία στην επικράτεια της Ρώμης, και οι Ρωμαίοι προσελάμβαναν Έλληνες δασκάλους, λόγω του θαυμασμού που είχαν προς τον Ελληνισμό και για να διδαχθούν από αυτούς την ‘’ελληνίζειν’’. Οι περισσότεροι Έλληνες όμως, δύσκολα καταδέχονταν να γνωρίζουν άλλη γλώσσα πλην της μητρικής, πράγμα που τους επιτρέπει την διατήρηση της συνειδήσεώς τους και της γνώσης της ετερότητάς τους σε εθνικό και πολιτισμικό επίπεδο επιτρέποντας την συνέχειά τους. Η παιδεία λοιπόν αυτή με έμφαση όμως και στο Λατινικό ‘’πνεύμα’’ κυριαρχούσε και στην ρωμαϊκή πολιτική ελίτ της εποχής, η οποία ένιωθε υποχρέωση να έχει ‘’μυηθεί’’ και στην Ελληνική παιδεία, διότι θεωρούσε ήδη από τα χρόνια του έπους της ‘’Αινειάδας’’ ότι είναι και αυτή διάδοχος του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και πόσω μάλλον στο νέο Έλληνο-ρωμαϊκό πολιτισμικό πλαίσιο.

     Παράλληλα τότε, ο Χριστιανισμός κατέστη υπολογίσιμη δύναμη, διότι η ελληνική, ως lingua franca(=κοινή γλώσσα) ωφέλησε στην ραγδαία διάδοσή του. Αυτός όμως, για να διαδοθεί, αφομοίωσε επίσης πολλά υπάρχοντα στοιχεία του τότε πολιτισμού. Πρακτικές, όπως το κερί και το τάμα ήταν το νέο αφιέρωμα-ανάθημα στους χριστιανικούς ναούς, οι αγιογραφίες επηρεασμένες από την ζωγραφική τέχνη των ελληνιστικών ετών -όπως φαίνεται και από τα ελληνιστικά πορτραίτα ‘’Φαγιούμ’’- ήταν η χριστιανική αντίληψη περί απεικονίσεως του Θείου, ενώ οι πιστοί χρίονταν στο Ευχέλαιο, κατά την πρακτική που χρίονταν οι βασιλείς. Επιπλέον, η ελληνική, η γλώσσα της πλειονότητας του πληθυσμού της εποχής και γλώσσα που εγράφησαν τα Ευαγγέλια, έγινε μια από τις Ιερές Γλώσσες του Χριστιανισμού, ενώ οι περισσότεροι από τους πρώιμους χριστιανούς Πατέρες ήσαν γνώστες της θύραθεν ελληνικής παιδείας, και είχαν φοιτήσει σε σχολές, όπως των Αθηνών, της Αλεξανδρείας και της Συρίας. Αξιοποιήθηκε δηλαδή κάθε διαθέσιμο, συμβατό και αποδεκτό από τις διδασκαλίες του Χριστιανισμού μέσο της τότε εποχής, ώστε αυτός να διαδοθεί· διότι όταν θέλει κάποιος να τον καταλάβουν και να τον αποδεχθούν, ‘’μιλά’’ σύμφωνα με την ‘’γλώσσα’’ και τα ‘’μέσα’’ της εποχής του. Χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και τα εννοιολογικά, ερμηνευτικά και φιλοσοφικά εργαλεία διαφόρων φιλοσοφικών ρευμάτων της εποχής, όπως του νεοπλατωνισμού και του αριστοτελισμού, για να αναλυθεί και να διατυπωθεί το νέο δόγμα, κατά τρόπο όμως που δεν αλλοίωνε την διδασκαλία του ίδιου του Χριστιανισμού. Τα περί καταστροφής του ελληνισμού και του αρχαίου κόσμου είναι φαιδρά και έχουν απαντηθεί προ πολλού από έγκριτους, εγχώριους και μη, ιστορικούς-βυζαντινολόγους, γι αυτό και δεν χρειάζεται αναφορά στο συγκεκριμένο κείμενο, καθώς επίσης γιατί δεν είναι το πραγματευόμενο θέμα. Το ότι υπήρξαν κατά περιοχές και κατά στιγμές προστριβές μεταξύ οπαδών της παλαιάς και της νέας θρησκείας ήταν λογικό, όπως και το ότι οι ίδιοι οι Χριστιανοί είχαν υποστεί σκληρότατες διώξεις από το ίδιο το παγανιστικό Ρωμαϊκό κράτος στα πρώτα τους χρόνια. Ήταν μια μετάβαση της Ιστορίας, μια πολιτισμική ζύμωση, και όπως όλες οι ζυμώσεις είχε αντιθέσεις και διαφορές, αλλά αυτή η ζύμωση ήταν που επέτρεψε την συντήρηση του ελληνιστικού κόσμου στο πολιτικό-κοινωνικό περιβάλλον της εποχής που ακολουθούσε, όπως είδαμε!

     Κομβικές στιγμές της περιόδου, που εισαγόμαστε σταδιακά, δηλαδή της Βυζαντινής, ήταν ο διαχωρισμός του ρωμαϊκού κράτους σε Ανατολικό και Δυτικό. Μετά τον θάνατο του Θεοδοσίου του Α’ το 395 μ.Χ., στο Ανατολικό ήταν κυρίαρχος ο πρώην ελληνιστικός κόσμος. Παρά όμως την σχέση με τον Ελληνισμό ο όρος ‘’Έλλην’’ εσχετίζετο τότε σε επίσημο επίπεδο με τον μη χριστιανό, τον εθνικό, και επομένως τον ειδωλολάτρη, ενώ ανεπίσημα εννοείτο έτσι ο ελληνικής καταγωγής ή ελληνίζων υπήκοος του κράτους ή ο κάτοικος της Ελλάδος. Αντί του όρου του ‘’Έλληνα’’ άρχισε να χρησιμοποιείται εσωτερικά, αλλά και έξω από τους ανθρώπους, ο ταυτόσημος όρος ‘’Graecus=Γραικός’’, που δήλωνε στα Λατινικά παλαιότερα τον Έλληνα στην καταγωγή. Μετά δε και την πτώση του Δυτικού τμήματος από τα βαρβαρικά φύλα το 476 μ.Χ. οι Γραικοί, αλλά κατ’ επέκταση και οι ελληνίζοντες, δημιούργησαν μια σχετική ομοιογένεια στην επικράτεια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που ώθησαν, περίπου μετά το 630 μ.Χ. και κατόπιν απώλειας κάποιων επαρχιών στα ανατολικά αυτής, το ρωμαϊκό κράτος, για λόγους γραφειοκρατικής και διοικητικής διευκόλυνσης, να υιοθετήσει την Ελληνική, ως επίσημη γλώσσα του κράτους και της διοίκησης, ώστε να συμβαδίζει με τις υπόλοιπες πτυχές του βίου της εποχής εκείνης, που ήσαν ελληνίζουσες. Πλέον τα πράγματα όδευαν προς έναν σταδιακό εξελληνισμό των ανθρώπων και της αυτοκρατορίας. Ο υπήκοος της Αν. Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο ‘’Ρωμαίος’’ ως ο νόμιμος διάδοχός της ταυτίστηκε με τον Γραικό(=Έλληνα, ελληνίζοντα) λόγω των παραπάνω. Αλλά διατηρήθηκε η σημασιολογική απόχρωση της πολιτικής ιδιότητας στον πρώτο όρο -όπως η υπηκοότητα σήμερα δηλαδή- και του γένους/εθνικότητας στον δεύτερο. Σημαντικό παράδειγμα της επικράτησης της ονομασίας ‘’Γραικός’’ στο εξωτερικό του κράτους είναι η χρήση της από τον καθολικό θεολόγο και φιλόσοφο Θωμά Ακινάτη στο έργο του ‘Contra errors Graecorum= Κατά των σφαλμάτων των Ελλήνων/Γραικών’’, που δηλώνει ότι στην εποχή του Ακινάτη οι άνθρωποι ήταν εξοικειωμένοι με αυτόν τον προσδιορισμό.

    Έχουμε λοιπόν, σύμφωνα με τα παραπάνω δεδομένα και τους επιστήμονες το ρωμαϊκό κράτος με κυρίαρχο το ελληνικό στοιχείο, τον αυτοπροσδιορισμό και την συνείδηση του Γραικού/Έλληνα από αυτή την πληθυσμιακή ομάδα, που είναι μάλιστα και φορέας του ελληνικού πνεύματος! Πληρούνται εδώ, λοιπόν, οι προϋποθέσεις του ορισμού του, κατά τον Ηρόδοτο, ‘’έθνους’’· δηλαδή πεποίθηση περί κοινής καταγωγής, τα ίδια πολιτισμικά χαρακτηριστικά, όπως θρησκεία, ήθη, γλώσσα και τέλος η συνείδηση. Μέσω αυτών πιστοποιείται η Ιστορική συνέχεια που χρειάζεται να αποδειχθεί, για να καταρριφθούν οι πλάνες, που δυστυχώς, κυριαρχούν μέχρι σήμερα! Παράδειγμα, ειδικά περί του θέματος της παιδείας και του πολιτισμού της περιόδου, είναι πολλές προσωπικότητες, όπως οι Πατέρες της Εκκλησίας όπως αναφέρθηκε και πριν, και ειδικότερα οι Τρεις Ιεράρχες που προσπάθησαν -και εμφανώς- να αναδείξουν την συνύπαρξη Χριστιανισμού και Ελληνισμού με εξέχοντα τον Μ. Βασίλειο και το έργο του ‘’Προς τους νέους, όπως αν ωφέλοιντο εξ ελληνικών γραμμάτων= προς τους νέους, για το πώς θα μπορούσαν να ωφεληθούν από την ελληνική παιδεία’’, όπου προτρέπονται οι νέοι Χριστιανοί, να συλλέγουν από τα έργα των παλαιών Ελλήνων την γνώση όπως οι μέλισσες την γύρη, δηλαδή τα καλύτερα και τα πιο δέοντα στοιχεία από αυτήν! Ακόμα ο Πατριάρχης Φώτιος ο Μέγας ήταν από τους πλέον φιλομαθέστατους της εποχής του, ο οποίος πλην των θεολογικών του γνώσεων ήταν και άριστος γνώστης της θύραθεν παιδείας, έχοντας συγγράψει μεταξύ άλλων και την ‘’Μυριόβιβλο’’, ένα πόνημα σχετικά με τις γνώσεις του στα εντός και εκτός θρησκείας θέματα και αντικείμενα της Γραμματείας της εποχής. Ακόμα μια περίπτωση πολυμαθέστατου ατόμου, και μάλιστα γυναίκας, είναι η Άννα η Κομνηνή, η οποία στο έργο της ‘’Αλεξιάς’’, εκτός του ότι εξιστορεί σε αψεγάδιαστο αττικό ύφος τα κατορθώματα του πατρός της Αλεξίου Α’ Κομνηνού, αναφέρεται συχνότατα στις σπουδές στις στους Κλασσικούς Έλληνες συγγραφείς και στον Όμηρο. Ο ελληνικός πολιτισμός, όπως διατηρείται στο Βυζάντιο ακμάζει και καλλιεργείται από λογίους, ενώ η Δύση βρίσκεται σε έναν σκοταδιστικό Μεσαίωνα, που ο ελληνόφωνος χώρος πριν την Τουρκοκρατία δεν βρέθηκε ποτέ! Πώς θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί κάτι τέτοιο, όταν ακόμα και τα νέα άτομα στην βυζαντινή εποχή διδάσκονταν κλασσικούς, αποστήθιζαν Όμηρο και τραγικούς, διδάσκονταν μουσική, τους μύθους του Αισώπου, την βασική Θεολογία και μαθηματικά από τους γραμματικούς και τους διδασκάλους τους; Ακόμα όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα διδάσκονταν στα διδακτήρια Νομική και Φιλοσοφία, πράγμα που καταρρίπτει και το ψεύδος περί θεοκρατούμενης και σκοταδιστικής κοινωνίας και παιδείας. Έτσι συντηρήθηκε η συνείδηση της ετερότητας και η ελληνική παιδεία και καλλιεργήθηκε το ελληνικό πνεύμα!

    Πρέπει να αναφερθεί επιπλέον, ότι από τον 11ο αιώνα και ύστερα συντελούνται σημαντικά βήματα για την  πλήρη ‘’απενοχοποίηση’’ του όρου ‘’Έλλην’’ και για την διαμόρφωση της νεοελληνικής συνειδήσεως και των χαρακτηριστικών της, όπως είχαν συντηρηθεί μέσω του λαϊκού πολιτισμού, εν πολλοίς, μέχρι την Απελευθέρωσή και την Ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους. Κομβικό σημείο αποτελεί συγκεκριμένα, η περίοδος μετά την Άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους το 1204, διότι συνέβη μια τεράστια συνειδησιακή ρήξη με την καθολική Δύση και πλέον οι καθολικοί ελογίζοντο, όχι μόνον ως αιρετικοί λόγω του Σχίσματος, αλλά και ως προδότες, δυνάστες και αίτιοι πολλών κακών για τον ελληνορθόδοξο κόσμο. Η Λατινοκρατία ανάγκασε τους βυζαντινούς να αναθεωρήσουν τον όρο ‘’Έλλην’’, ώστε, χρησιμοποιώντας τον, να διαχωρίζονται πλέον ριζικά από τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, καθώς πίστευαν πια, ότι η ταυτότητα του χριστιανού και μάλιστα του ορθοδόξου δεν τους ενώνει με τους ετερόδοξους Καθολικούς εν τέλει, αλλά και ότι υπάρχει μεγάλο χάσμα μεταξύ τους. Επανέρχεται πλέον με την ανασύσταση της ‘’Βασιλείας των Ρωμαίων’’  από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο στο προσκήνιο ο όρος ‘’Έλλην’’ έναντι του μέχρι τότε χρησιμοποιούμενου ‘’Γραικός’’ και του επίσημου πολιτικού προσδιορισμού ‘’Ρωμαίος’’. Πολλοί ιστορικοί ομιλούν ξεκάθαρα για την ιστορική έναρξη του Νέου Ελληνισμού, διότι ο όρος αυτός του ‘’Έλληνα’’ άρχισε να προσδιορίζει τα εθνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων της εποχής και την ιστορική τους συνέχεια. Ο ‘’Ρωμαίος’’ τώρα δήλωνε πιο πολύ μόνο την πολιτική ιδιότητα, αυτή του υπηκόου και όχι την εθνικότητα και την καταγωγή, όπως είχε ταυτιστεί παλαιότερα! Αποδείξεις σχετικά με αυτό, ήδη μετά την Άλωση του 1204, είναι οι δηλώσεις ηγεμόνων της περιόδου εκείνης. Αυτοί δήλωναν την κοινώς αποδεκτή πεποίθηση της εποχής σχετικά με την πολιτική και πολιτισμική τους καταγωγή.

     Σε επιστολή του προς τον Πάπα Γρηγόριο τον Θ’, ο Ιωάννης Γ’ Δούκας-Βατάτζης διατείνεται περί του ότι είναι συνεχιστής των Ρωμαίων κατά την διαδοχή του από τον Κωνσταντίνο Α’, και ότι στο ελληνικό γένος -απ’ όπου κατάγεται- βασιλεύει η σοφία, αλλά και ότι οι Έλληνες πρόγονοί του είχαν αναγνωρισθεί, ως Αυτοκράτορες των Ρωμαίων. Ακόμα και ο τελευταίος αυτοκράτωρ ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος φέρεται ότι είπε στον τελευταίο λόγο του προς τον λαό της Πόλης, ότι οι εχθροί του Βυζαντίου πολεμούν με απογόνους Ελλήνων και Ρωμαίων. Οι βασιλείς εκείνης της περιόδου φαίνεται, ότι ως μέρη του συνόλου των ανθρώπων της εποχής τους, συμμερίζονται την ίδια άποψη με τους αυτούς. Ακόμα, μία από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες στην περίοδο της Παλαιολογείου Αναγεννήσεως, ο σπουδαίος νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πλήθων Γεμιστός ενστερνίζεται την ίδια άποψη και λέει ότι ‘’Έλληνες είμαστε στο γένος, όπως το δηλώνει η μητρική γλώσσα μας και η παιδεία των πατέρων μας’’. Τέλος, η Παλαιολόγειος Αναγέννηση με επίκεντρο τον Μυστρά, της οποίας ο Πλήθων ήταν βασική προσωπικότητα, συνέβαλε στην καλλιέργεια και την ανάπτυξη του ενδιαφέροντος για τα ελληνικά γράμματα στην Ιταλία και κατ’ επέκταση στην Δύση, καθώς μετά την Άλωση της Πόλης πολλοί λόγιοι κατέφυγαν προς Δυσμάς μεταφέροντας έτσι τον πλούτο γνώσεων που διαφυλασσόταν στην Ρωμανία. Λόγιοι όπως ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, ο Γεώργιος Τραπεζούντιος, ο -παρ’ ολίγον Πάπας Ρώμης- καρδινάλιος Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος, ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης και άλλοι απετέλεσαν σημαντικότατους παράγοντες της Αναγεννήσεως στην Δύση μεταλαμπαδεύοντας στους εκεί ενδιαφερόμενους τις γνώσεις και το πάθος τους για την Κλασσική παιδεία. Αυτή ήταν η δεύτερη σημαντικότατη πολιτιστική επίδραση του Ελληνισμού με την Δύση!

      Τώρα φθάνουμε σε μια επίσης σημαντική περίοδο, για την παρουσίαση και ανάλυση του ζητήματός μας. Όπως, λοιπόν, φάνηκε από τα προηγούμενα, το μεγαλύτερο μέρος των πληθυσμών που υπάγονταν στην Ρωμαϊκή Αρχή μέχρι πριν την Άλωση, ήσαν φορείς του Ελληνισμού και είχαν αποκτήσει εν πολλοίς κοινή συνείδηση ως συνεχιστές των Ρωμαίων πολιτικά και των Ελλήνων ως προς την καταγωγή. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 από τους Οθωμανούς Τούρκους οι ορθόδοξοι γενικά πληθυσμοί υπάγονταν στο καθεστώς του ‘’Ρουμ μιλλέτ= έθνος των Ρωμαίων’’ μαζί με αυτούς και οι ελληνικοί. Αυτού του θεσμού ηγείτο ο εκάστοτε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ως η επίσημη κεφαλή της Ορθόδοξης  Εκκλησίας, αλλά και επειδή η Υψηλή Πύλη υιοθέτησε την πολιτική που είχε το Βυζάντιο, να υπάγεται δηλαδή η Εκκλησία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο κράτος. Έτσι πολλά διοικητικά, φορολογικά και άλλα ζητήματα ήταν στην αρμοδιότητα του Πατριαρχείου, γεγονός που παρείχε μια αυτονομία στους ορθόδοξους πληθυσμούς ως προς τα θέματα αυτοδιοίκησης. Υπό αυτό το καθεστώς επετράπη η ανάπτυξη και η ενίσχυση των ορθόδοξων στα Βαλκάνια και εν προκειμένω των ελληνικών/ελληνόφωνων κοινοτήτων. Οι κοινότητες λειτούργησαν ως άτυπα μέσα αυτοοργάνωσης και αυτοδιοίκησης των πληθυσμών αυτών και έτσι αναπτύχθηκαν ισχυροί κοινωνικοί δεσμοί μεταξύ των ατόμων που τις απάρτιζαν. Ο κοινωνικός έλεγχος, η λαϊκή παράδοση(π.χ. λαϊκά τραγούδια, θρύλοι, παραμύθια), το εθιμικό δίκαιο, και κυρίως το θρήσκευμα, η γλώσσα και η ανάμνηση του παρελθόντος της πάλαι ποτέ ένδοξης βυζαντινής καταγωγής, δημιούργησε για τους ελληνικούς πληθυσμούς μια συνείδηση διαφορετικότητας μεταξύ αλλόθρησκων (π.χ. μουσουλμάνων), αλλά ακόμα και μεταξύ των άλλων ορθοδόξων λαών. Λόγω της υπαγωγής στο ‘’Ρουμ μιλλέτ’’ κυρίως οι ελληνορθόδοξοι συνήθιζαν να αυτοαποκαλούνται Ρωμιοί(=παραφθορά του Ρωμαίος), ενώ το σε ποιά γλωσσική κοινότητα ανήκε κάποιος είχε και συνέπειες στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους που κατοικούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Παράδειγμα που μας αποδεικνύει τα παραπάνω, αλλά και την ισχύ των κοινοτήτων να διατηρούν την ταυτότητα και την κουλτούρα των λαών, είναι η αυτοσυνείδηση των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας έναντι των σερβικών και βουλγαρικών στην διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνος. Ενώ παρατηρείται γενικότερα το φαινόμενο αυτό στην περιοχή της Βαλκανικής, γεγονός που επέτρεψε και την μετέπειτα ύπαρξη και διεξαγωγή των εθνικών κινημάτων.

     Ο θεσμός των κοινοτήτων -λόγω των προαναφερθεισών κοινωνικών και πολιτισμικών συνθηκών- ήταν ένας δεσμός αρκετά αυστηρός μεταξύ των ατόμων. Ο γάμος και η τεκνοποίηση επιτρεπόταν μόνο μεταξύ ομοδόξων και συνήθως της ίδιας γλωσσικής/εθνικής κοινότητας. Το να μη παραμείνει κάποιος στην κοινότητα ήταν συνώνυμο του κακού και της προδοσίας. Επομένως δεν μπορούσε για τους παραπάνω λόγους να υπάρχει παιδί μουσουλμάνου σε ορθόδοξη κοινότητα· το παιδί αυτομάτως εντασσόταν στην τούρκο-οθωμανό-μουσουλμανική κοινωνία, ενώ το παραπάνω το πιστοποιούν και λαϊκές ρήσεις της εποχής, που διασώζονται κάπως έως και σήμερα, όπως η γνωστή ‘’Παπούτσι από τον τόπο σου’’, που δήλωνε την ηθική επιταγή της εποχής, να γίνεται δηλαδή οικογένεια μεταξύ συντοπιτών, άρα και της ίδιας κοινότητος ατόμων. Οι κοινωνικό-θρησκευτικές και πολιτισμικές συνθήκες που επικρατούσαν σε συνδυασμό με τις βιαιότητες που υπέστησαν οι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί, αλλά και η συνείδηση και το αίσθημα ετερότητος που ίσχυε λόγω αυτών, επέτρεψαν να αποκτήσει έδαφος αργότερα ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Ο οποίος βασιζόταν στην μελέτη του αρχαίου και βυζαντινού παρελθόντος και την παράλληλη ενίσχυση του θρησκευτικού συναισθήματος, και επέτρεψε στα άτομα να ‘’ξαναθυμηθούν’’, όσα οι πρόγονοί τους Βυζαντινοί είχαν σχεδόν ως δεδομένα και να καταλάβουν, επομένως την συνέχεια και την ανάγκη τους για αυτοδιάθεση.

      Το Εθνικό κίνημα των Ελλήνων το 1821 εντάσσεται σε μια σειρά επαναστάσεων κατά των Τούρκων, που είχαν αρχίσει να διεξάγονται ήδη από την εποχή μετά την Άλωση το 1453. Τα συνθήματα του Αγώνος ήσαν ‘’Υπέρ της Πίστεως και της Πατρίδος’’, όπως και στο Βυζάντιο, αλλά όπως και οι αρχαίοι πολεμούσαν ‘’Υπέρ βωμών και εστιών’’. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης ανέφερε, ότι ήταν σύσσωμο όλο το Έθνος στην διεξαγωγή του Ιερού αυτού Πολέμου· από ιερείς, γεωργούς, εμπόρους μέχρι ναυτικούς, στρατιωτικούς, λογίους και προύχοντες! Ο Αγώνας ήταν Εθνικό-απελευθερωτικός και θρησκευτικός, με εμφανείς και κάποιες φιλελεύθερες θέσεις λόγω εποχής, όπως φάνηκαν και από τα Συντάγματα των Επαναστάσεως, αλλά και λόγω των διαμορφωμένων και διαδεδομένων, κατά τα Βαλκανικά πρότυπα, Ιδεών του εθνομάρτυρος, Ρήγα Βελεστινλή. Δεν έπαψαν οι άνθρωποι αυτοί να μάχονται για 400 χρόνια για την Ρωμιοσύνη, ώσπου βρέθηκαν στις κατάλληλες συνθήκες, οι οποίες επέτρεψαν την υλοποίηση των πόθων τους.

     Μετά από αυτήν την εκτενέστατη αφήγηση σχετικά με τις κοινωνικό-πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες που ίσχυαν σε κάθε περίοδο της Ελληνικής Ιστορίας, γίνεται σαφές, πως η ελληνικότητα, δηλαδή τα χαρακτηριστικά που ορίζουν τον ’Έλληνα’’, ίσως επηρεαζόμενα από τις υφιστάμενες συνθήκες της εκάστοτε εποχής να μετεβλήθησαν κάπως, όπως και κάθε τι άλλωστε που προσαρμόζεται και αποβλέπει να επιβιώσει, αλλά η συνείδηση του ίδιου του Έλληνα, ως εθνολογικής και κοινωνικής ομάδος και ετερότητος διετηρήθη προσαρμοζόμενο και μεταβαλλόμενο. Το όνομα μπορεί να άλλαξε, αλλά τα βασικά χαρακτηριστικά και συστατικά στοιχεία της έννοιας, δεν άλλαξαν, όπως είδαμε, σε βαθμό που να αλλοιώνουν την ουσία της! Το ’Αχαιός’’, ‘’Έλλην’’, ‘’Γραικός’’, ‘’Ρωμιός’’ είναι ο προσδιορισμός της ίδιας έννοιας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Τα ονόματα των εννοιών προσαρμόζονται σύμφωνα με τις συνθήκες που επικρατούν, για να εξυπηρετούν τους ανθρώπους. Είτε πούμε ‘’νερό’’, είτε ‘’ύδωρ’’, είτε ‘’aqua’’, είτε ‘’water’’, αναφερόμαστε στο ίδιο πράγμα, αλλά υπό άλλες χώρο-χρονικές συνθήκες. Σίγουρα δεν έμεινε αμετάβλητος ο πολιτισμός, αλλά προσαρμόστηκε, για να επιβιώσει, έτσι λοιπόν προσαρμόστηκε και το όνομα. Η συνέχεια, όπως είδαμε, και η συνείδηση της ταυτότητος επιβίωσαν λόγω αυτού!

     Σήμερα στα 200 έτη από την Επανάσταση δεν πρέπει να πέφτουμε στην πλάνη των πεπλανημένων ομάδων που στην αρχή αναφέρθηκαν! Η Ιστορία δεν είναι ούτε όπλο ιδεολογικής κατήχησης, ούτε ερμηνεύεται κατά το δοκούν, όπως διατείνονται από περίοπτες θέσεις ισχύος ή από παρα’ι’στορικές οργανώσεις κάποιοι ‘’με καμάρι’’. Η Ιστορία είναι γεγονότα και τα γεγονότα ως παρελθούσες καταστάσεις δεν αλλάζουν. Γι αυτό οφείλουμε να τα αφηγούμαστε, και να μην τα ιδεολογικοποιούμε, ώστε να μπορούμε να παραμείνουμε όσο το δυνατόν πιο κοντά στην Αλήθεια! Στην προκειμένη περίπτωση, όπως φάνηκε, ο Ελληνισμός συνέχισε να υπάρχει υπό διαφορετικό μανδύα και με κάποιες διαφοροποιήσεις. Κάποιοι ιστορικοί του νεότευκτου τότε κράτους και γενικά άνθρωποι του πνεύματος θαμπωμένοι από τα ‘’φώτα’’ της τότε Δύσης προσπάθησαν, να αποκόψουν τον Έλληνα από το παρελθόν του, γιατί δεν ταίριαζαν ‘’δήθεν’’ τα Ανατολίτικα χαρακτηριστικά του στον ανεπτυγμένο τότε κόσμο, γι αυτό και έπρεπε αυτός να εξευγενιστεί. Έλεγαν λοιπόν, πως το Βυζάντιο δεν ανήκει στην Δύση και ότι δεν υπήρχε τότε η συνείδηση της συνέχειας σε αυτό, κατασκευάζοντας μια καινούργια ταυτότητα και εξωθώντας τους  ανθρώπους της εποχής σε βεβιασμένη αυτοεπιβεβαίωση των απόψεων των ‘’ειδημόνων’’. Αλλά η κατασκευή της συνείδησης απορρίφθηκε, όπως φάνηκε από την δυσφορία του κόσμου. Ο Ελληνισμός βεβαίως και ανήκει στην Δύση στον βαθμό που την επηρέασε δυο φορές κατά την Ιστορία του, αλλά και άλλο τόσο σχετίζεται και με την Ανατολή, καθώς την επηρέασε και επηρεάστηκε! Βρίσκεται λοιπόν στο μεταίχμιο και αυτό δεν είναι κακό, καθώς δηλώνει την εύκολη προσαρμοστικότητά του και το ότι είναι διαμορφωτής και κομιστής νέων πολιτισμικών στοιχείων. Μπορεί κάποια τεχνητά έθνη, χωρίς δεσμούς με το κάποιο απώτατο παρελθόν, να επικαλούνται κάποιο κατασκευασμένο παρελθόν, για να αντλήσουν Δίκαιο και Ισχύ, ενώ βάσει δεδομένων δεν είναι κάτι τέτοιο δυνατόν. Στην περίπτωσή μας όμως αυτό δεν υφίσταται, διότι και ρίζες έχουμε και συνείδηση, όπως φάνηκε, και επομένως το δικαίωμα μέσω της Ιστορίας και της πραγματικότητος να καλούμαστε και θεωρούμαστε Έλληνες!

     Τέλος, πρέπει να αναφερθεί, ότι το κείμενο αυτό, αν και εκτενές είναι μια απόπειρα συνοπτικής αναφοράς: α) σε αυτά που έχουν συμβεί στην Ιστορία μας, και β) στο φαινόμενο που μελετάμε και στις συνέπειές του, που δυστυχώς συνεχίζουν από την εποχή σύστασης του κράτους μέχρι και σήμερα. Τα συμπεράσματά αυτά είναι, πριν από εδώ, διατυπωμένα από εξέχοντες επιστήμονες, όπως η Τζ. Χέριν, ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο Ν. Σβορώνος και πλείστοι άλλοι μελετητές και βυζαντινολόγοι-ιστορικοί σε παγκόσμιο επίπεδο.

     Η συνέχεια της Ιστορίας και της Συνειδήσεως μας δεν σταμάτησε στο Βυζάντιο, όπως είδαμε, αλλά θα σταματήσει, αν αρνηθούμε την ελληνικότητά του! Με αυτό το σκεπτικό δεν θα είχαν και το δικαίωμα οι Επαναστάτες να αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες, διότι δέχονταν το Βυζάντιο, ως παρελθόν τους. Αν θεωρήσουμε ότι ήταν ένα μεσαιωνικό κράτος και ότι δεν σχετίζεται με εμάς, το αγνοούμε και το απορρίπτουμε, τότε θα επιτρέψουμε σε άλλους -όπως στην περίπτωση της Μακεδονίας- να το καπηλεύονται ως δικό τους αυτό και την Ελληνο-Ρωμαϊκή ιστορική περίοδο, ενώ η Ιστορία μας ευνοεί! Αν επίσης ερμηνεύουμε με στρεβλά ιστορικά πρότυπα την Βυζαντινή Ιστορία και την περίοδο της Τουρκοκρατίας, μη εντάσσοντάς τα στις δικές τους συνθήκες και στα δικά τους πλαίσια, τότε θα βγάζουμε αυθαίρετα συμπεράσματα, όπως περί απευθείας καταγωγής από τον ‘’παππού’’ Περικλή, σαν να μην υπάρχει ο ‘’πατέρας’’ μας το Ελληνικό Βυζάντιο, ο διάδοχος του Κλασσικού και του Ελληνιστικού ενδόξου παρελθόντος μας.

Η Επέτειος των 200 ετών από την Επανάσταση είναι ευκαιρία, για να μελετήσουμε την Ιστορία με τον ηθικό τρόπο που της αρμόζει. Έτσι θα καταλάβουμε το μέγεθος του επιτεύγματός της, την ιστορική μας συνέχεια, την ταυτότητά μας και έτσι, εν τέλει, θα  στοχεύουμε και στην πολιτισμική και ηθική μας πρόοδο, μιμούμενοι τους προγόνους μας, και ικανοποιώντας τους στόχους τους, δηλαδή να γίνουμε ισάξιοί τους!

Ζήτω η Εθνεγερσία!  Ζήτω η Ελλάς!  Ζήτω η Ελευθερία!

*Ο Παναγιώτης Παπαδάς είναι φοιτητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, μελετητής Ιστορίας και Λαογραφίας.

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.